Αλληλογραφία Τ.Κ. Παπατσώνη-Μέλπως Αξιώτη (1962-1964),
επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις: Μαίρη Μικέ – Βασίλης Μακρυδήμας, Gutenberg, Αθήνα 2025.
θέλω να βρω ένα πουλίν, πονετικόν πουλάκιν
«Περί ξενιτείας»
Είναι γνωστό ότι στην επιστολογραφία, λόγο που συχνά διατρέχει τα σύνορα ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, βρίσκουν χώρο έκφρασης σκέψεις και συναισθήματα που δεν χωρούν ίσως σε άλλο είδος γραφής. Όπως έχει επισημάνει ο Πάνος Μουλλάς στο μνημειώδες δοκίμιό του Ο λόγος της απουσίας, «ο επιστολικός λόγος, όπου και όταν εμφανίζεται […] ενσωματώνει σταθερά εμπειρίες αδιεξόδου ή διάψευσης».[1] Το βίωμα της αναγκαστικής εξορίας και η επιθυμία του εξόριστου για επικοινωνία αποτέλεσαν προνομιακό έδαφος για την ανάπτυξη του επιστολικού λόγου, τόσο με τη μορφή αλληλογραφίας όσο και με τη δημιουργική ενσωμάτωση της επιστολικής γραφής στον ποιητικό λόγο. Αρκεί να θυμηθούμε τις έμμετρες ελεγειακές Epistulae ex Ponto του Οβίδιου στους ρωμαϊκούς χρόνους και από τη νεοελληνική γραμματεία τα «Ανεπίδοτα Γράμματα» του Άρη Αλεξάνδρου, το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί» του Γιάννη Ρίτσου, τα «Γράμματα στη Μητέρα» του Κώστα Μόντη και πόσα ακόμη.
Ο θρησκευόμενος και η κομμουνίστρια
Σε ένα τέτοιο μίγμα μοναξιάς, στέρησης και αθεράπευτης νοσταλγίας για την πατρίδα βασίζεται και η μάλλον απρόσμενη —εξού και γοητευτική— αλληλογραφία του ιδιότυπα θρησκευόμενου ποιητή Τάκη Παπατσώνη («χριστιανός Καθολικής παιδείας και πνευματικότητας, με ενωτική, οικουμενική (œcuménique) συνείδηση», σύμφωνα με τον Ζουμπουλάκη),[2] με την κομμουνίστρια αλλά και μοντερνίστρια συγγραφέα Μέλπω Αξιώτη. Η συνομιλία των δύο προσώπων αποτυπώνεται σε είκοσι επιστολικά τεκμήρια (γράμματα και καρτ ποστάλ) μεταξύ 1962 και 1964 (15.3.1962-10.6.1964). Η περιπλανώμενη από το 1947 Αξιώτη, αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στις «λαϊκές δημοκρατίες» της Ανατολικής Ευρώπης, διέμενε εκείνη την περίοδο, λίγο πριν τον επαναπατρισμό της, σε δωμάτιο ξενοδοχείου στο Ανατολικό Βερολίνο, ενώ ο Παπατσώνης στο Κολωνάκι και για ένα διάστημα στην Ουάσιγκτον όπου βρέθηκε για τη γέννηση του εγγονού του.
Αυτό που με την πρώτη ματιά διακρίνεται στο πλούσιο συναισθηματικό υπέδαφος αυτής της επικοινωνίας, που έχει προφανώς και έμφυλες διαστάσεις, πέρα από την τυπική αμοιβαία εκτίμηση, είναι αφενός η βαθιά οδύνη της εξόριστης και απελπισμένης Αξιώτη, που ζει με το δυσβάσταχτο βάρος ότι μπορεί να πεθάνει στα ξένα, και αφετέρου η προθυμία του Παπατσώνη να μπει στον κόσμο της και να της συμπαρασταθεί. Στην εξέλιξη πάντως της επιστολικής σχέσης οι ρόλοι αντιστρέφονται. Σε μια επιστολή του, για παράδειγμα, ο Παπατσώνης υποφέροντας από το συκώτι του της γράφει: «Ο χαιρετισμός σας μου ήρθε σαν μήνυμα παρηγοριάς. Συλλογιζόμουνα που και σεις με τον τρόπο σας υποφέρετε από ξενιτιά και νοσταλγία, χωρίς λόγο και αιτία, από τις ηλίθιες καταστάσεις που δημιουργήσανε εδώ, κι η ιδέα αυτή με ανακουφίζει περισσότερο από όλες τις ενέσεις» (επιστολή 10, 5.5.1963).[3]
Αν όμως για τον θρησκευόμενο Παπατσώνη το παρηγορητικό ενέργημα έχει και ένα χριστιανικό υπόβαθρο, για την Αξιώτη δεν ισχύουν τέτοιες μεταφυσικές προδιαγραφές καθώς η θλίψη της είναι νεωτερική. Όπως έχει δείξει ο Μικαέλ Φεσέλ, η παρηγοριά είναι μια δύσκολη δραστηριότητα που προϋποθέτει να παίρνει κανείς τον λόγο σχετικά με μια οδύνη που δεν του ανήκει, αλλά στην οποία προσπαθεί να συμμετάσχει.[4] Περιγράφοντας τις τυπολογίες της από φιλοσοφική σκοπιά, ο Φεσέλ βλέπει την παρηγοριά ως στοιχείο της μοντέρνας διανοητικής ευαισθησίας και των «τεχνικών του εαυτού», αλλά και ως κοινωνικό ενέργημα που είναι πρωτίστως μια ηθική χειρονομία: η ενσυνείδητη προσπάθεια να οικειοποιηθεί κανείς τον πόνο του άλλου. «Η παρηγοριά είναι μια υπόσχεση ετερότητας»[5] και η «γραμματική» της συνίσταται στην πρόθεση επίδρασης στον συνομιλητή: «να πείσουμε τον άλλο ότι είναι ικανός να επιβιώσει παρά τη δυστυχία του».[6]
Το πόσο υπέφερε η Αξιώτη στα χρόνια της υπερορίας (από το κρύο, τη μοναξιά και το κλίμα στη Σοφία, τη Βαρσοβία και το Βερολίνο αλλά και από τη δογματική δυσκαμψία και τις «καμιτσικιές»[7] του ασφυκτικού κομματικού ελέγχου) το γνωρίζουμε βέβαια από το όψιμο αυτομυθοπλαστικό έργο της Το σπίτι μου (1965), αλλά και από τα ντοκουμέντα που δημοσιεύτηκαν στο σχετικό με τις Διαδρομές της βιβλίο της Άννας Ματθαίου και της Πόπης Πολέμη. Στην αλληλογραφία της με τον Παπατσώνη τη βρίσκουμε άρρωστη και τσακισμένη, να πάσχει από ισχιαλγία, αδύναμη, σχεδόν σκελετωμένη, να έχει φτάσει 44 κιλά με ύψος 1.70. Παρ’ όλες τις κακουχίες βρίσκει ωστόσο τη διάθεση να παρηγορήσει κι εκείνη τον Παπατσώνη όταν αυτός της παραπονιέται για τον αφόρητο βαρύ χειμώνα και τη μοναξιά του στην Ουάσιγκτον (επιστολή 15, 4.2.1964).[8] Ο Παπατσώνης υιοθετεί και αυτός, όπως και άλλοι συγγραφείς της γενιάς του, το δύσπιστο και επικριτικό ευρωπαϊκό βλέμμα απέναντι στην απάνθρωπη, τεράστια κλίμακα της Αμερικής, αν και ο ίδιος στο ταξίδι του μένει στην εξοχή, μέσα στα δάση και τους σκίουρους. Η Αξιώτη ανταποδίδει πάντως την παρηγορητική πρόθεση: «Κάνετε υπομονή! Και σώνεται ο καιρός που έρχεται ο Απρίλης, και θα γυρίσετε (ως λέτε) στην Ελλάδα. Πολύ θα ήθελα να σας παρηγορήσω εγώ — ο παθός εγώ» (επιστολή 16, 28.11.1964).[9]
Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιο είναι το πρωταρχικό και ουσιαστικό κίνητρο αυτής της επιστολικής επικοινωνίας. Είναι κυρίως ανθρώπινο ή μήπως συντεχνιακό; Όπως και να ʼχει, την πρωτοβουλία της επαφής είχε ο Παπατσώνης με διαμεσολαβητή τον Ρίτσο, με τον οποίο επίσης αλληλογραφούσε η Αξιώτη την ίδια περίοδο.[10] Ο Παπατσώνης είναι αυτός που επιδιώκει την επικοινωνία μαζί της χωρίς να κρύβει την αρχική του αμηχανία: «[…] για να σας γράφω, το ήθελα απαραίτητα, όσο κι αν είναι ασυνάρτητα τα λεγόμενά μου» (επιστολή 1, 15.3.1962).[11] Αν στην αλληλογραφία της Αξιώτη με τον Ρίτσο διασώζεται αυτονόητα η συντροφικότητα δύο συγγραφέων που τους ενώνουν οι ιδέες και το βίωμα της εξορίας, η αμοιβαιότητα και η σύγκλιση με τον πολύ διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας Παπατσώνη, εκ πρώτης όψεως παραξενεύει. Όμως, στη θέρμη του επιστολικού λόγου, η έννοια της απόστασης, που δεν έχει μόνο γεωγραφικό αλλά και κοινωνικό, ταξικό και ιδεολογικό περιεχόμενο,[12] αίρεται σε μεγάλο βαθμό. Σίγουρα το γεγονός ότι για ένα διάστημα, όταν ο Παπατσώνης βρέθηκε στην Αμερική, υπήρξαν «συνάδελφοι και ομοιοπαθείς σε εκπατρισμό» (επιστολή 12, 14.10.1963),[13] νοσταλγώντας και οι δύο την πατρίδα, συνέβαλε στην εμβάθυνση της επαφής. Τι άλλο όμως μπορεί να ενώνει πραγματικά δύο εντελώς διαφορετικούς συγγραφείς, που είχαν να βρεθούν από το 1946 και την εκδήλωση του Γαλλικού Ινστιτούτου για τον Ελυάρ τον οποίο εκτιμούσαν βαθιά, αν όχι η λογοτεχνία, η γραφή και εντέλει η μοναξιά; Κλείνοντας το πρώτο γράμμα του ο Παπατσώνης σημειώνει: «Συναντιόμαστε αρμονικότατα εκεί που η Ποίηση, σαν τη θάλασσα, απαλύνει όλα τα κάθε είδους κανάλια».[14] Και αργότερα η Αξιώτη αποφαίνεται: «Σας τα ξεμολογιέμαι, εφόσο είστε συν-παθός» (επιστολή 14, 18.12.1963).[15]
Διάλογος με την εποχή και αναγνωστικές ανταποκρίσεις
Χωρίς την εμπεριστατωμένη εισαγωγή και τον υπομνηματισμό της καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ Μαίρης Μικέ και του διδάκτορα Βασίλη Μακρυδήμα, ειδικών στο έργο της Αξιώτη και του Παπατσώνη αντίστοιχα, το μάλλον ισχνό αυτό σώμα αλληλογραφίας θα παρέμενε μετέωρο και δυσανάγνωστο. Όπως μας υπενθυμίζει ο Μουλλάς «πριν από όλα η επιστολογραφία διαλέγεται με την εποχή της».[16] Και οι επιμελητές στην εισαγωγή διευρύνουν τον αναγνωστικό μας ορίζοντα, τοποθετώντας τις επιστολές στα ιστορικά και πολιτισμικά τους συμφραζόμενα. Είμαστε εξάλλου στην περίοδο που έχουν λιώσει οι πάγοι του Ψυχρού Πολέμου και στην Ελλάδα ανέρχεται στην εξουσία η Ένωση Κέντρου δημιουργώντας δημοκρατικές προσδοκίες και ευοίωνες προοπτικές για τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων. Αλλά και σε αισθητικό επίπεδο βρισκόμαστε στην εποχή της ανανέωσης της αριστερής κριτικής και της υπέρβασης του ζντανοφικού δογματισμού, όταν, μεταξύ άλλων, αρχίζουν να γκρεμίζονται «τα τείχη της Αριστεράς» απέναντι στον Καβάφη. Η Αξιώτη σε μια χειρονομία προσέγγισης του Παπατσώνη εκμυστηρεύεται την εκτίμησή της στον «άλλο» Καβάφη, εκείνον που ο Παπατσώνης είχε εκτιμήσει βαθιά ήδη από το 1932 με το άρθρο του στο αφιέρωμα του περιοδικού Κύκλος, και όχι στον όψιμα «πολιτικό Καβάφη» της γνωστής μελέτης του Τσίρκα (1958) και του αφιερώματος της Επιθεώρησης Τέχνης (1963), που έφερε στο φως το άγνωστο ως τότε ποίημά του εναντίον της αγγλοκρατίας στην Αίγυπτο (επιστολή 16, 28.2.1964).[17]
Το πόσο έχουν αλλάξει τα δεδομένα φαίνεται και σε γράμμα της Αξιώτη στον Ρίτσο, στις 6 Ιουλίου 1960, όπου του δηλώνει απερίφραστα: «Να ξέρεις μόνο πως δεν είμαι εγώ εκείνος ο άνθρωπος που ήξερες — είμαι ένας άλλος — αλλιώτικος — Πολλές ήταν οι αιτίες, και πρώτα απ’ όλα ο εαυτός μου αντίκρυ στα φαινόμενα — ακατασκεύαστος για να μεταπιαστεί με τα νέα προζύμια».[18] Δεν γνωρίζουμε αν και ο Παπατσώνης τη δεκαετία του ’60 αναστοχάζεται το δικό του παρελθόν (ας θυμηθούμε τη σύντομη νεανική έλξη του για τις σοσιαλιστικές ιδέες), αλλά την εποχή που αλληλογραφεί με την Αξιώτη φαίνεται πως υπάρχουν οι ψυχικές προϋποθέσεις για συγκλίσεις.
Η εισαγωγή μάς προσφέρει έναν χρηστικό οδηγό ανάγνωσης. Οι επιμελητές σχολιάζουν όλα τα θέματα που θίγονται στην αλληλογραφία, αναδεικνύουν τα συναισθήματα της συντροφικότητας και της εμπιστοσύνης και επισημαίνουν τις μεταξύ τους αναγνωστικές ανταποκρίσεις και τις υπόγειες διόδους επικοινωνίας ανάμεσα στις επιστολές και το δημιουργικό τους έργο. Από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία είναι οι κρίσεις και τα σχόλια των δύο συγγραφέων γύρω από τα εκδοτικά τους εγχειρήματα την εποχή που αλληλογραφούν. Κυρίως του Παπατσώνη είναι αλήθεια, μια και η Αξιώτη είναι πιο φειδωλή σε κρίσεις. Και οι δύο πάντως εμπιστεύονται στον/στην άλλο/η τα βιβλία τους και αλληλοενθαρρύνονται να παρακάμψουν τις διαφορές που τους χωρίζουν. Ο Παπατσώνης στην πρώτη του επιστολή σχολιάζει την ποιητική της σύνθεση Θαλασσινά (1961) και στοχάζεται με κατανόηση την αναγκαστική εξορία και τη πικρή νοσταλγία του ξεριζωμένου, κυρίως τη στέρηση της θάλασσας: «Μνήμη και πόθος για την Ελλάδα είναι τα Θαλασσινά σας, βουτηγμένα σε πολύν θάνατο. Εικόνες καρτερίας κι οράματα απελπισίας».[19]
Στη συνέχεια στέλνει στην Αξιώτη τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Εκλογή Β’ (1963). Η ανταπόκριση της Αξιώτη, με άκοπο ακόμα το βιβλίο, είναι προκαταβολικά θερμή και αγαπητική (επιστολή 5, 29.1.1963), έχοντας βέβαια πλήρη συναίσθηση των διαφορών τους (όπως άλλωστε και ο Παπατσώνης), αλλά δείχνοντας ενδιαφέρον για τον «άλλο».[20] Η Εκλογή Β’ τη συντροφεύει μέρα και νύχτα: «Καθώς φαίνεται, στη μεγάλη ποίηση, όλα μπορούν να μοιάσουν και τα αντίθετα να συναντιούνται ειρηνικά […] Και ο ύμνος σε θεούς που δεν θα ήταν οι δικοί σου, διατηρεί μια ακέραια συγκίνηση, αφού είναι του άλλου η αλήθεια» (επιστολή 6, 20.2.1963).[21] Ο Παπατσώνης συμφωνεί και επαυξάνει: «Ξέρω πολύ καλά πως το κλίμα τους είναι στη βάση του αντίθετο με τις ιδέες, που σας αναγκάζουν να βρίσκεστε μακριά. Μου μένει μόνο η ελπίδα πως η ποίηση, άμα είναι ειλικρινής (και όσο γι’ αυτό, η δική μου, μπορώ να σας βεβαιώσω πως είναι, άσχετα από το αν είναι καλή ή κακή), μένει πάντα ποίηση, και πως δεν θα σας εμποδίσει τίποτα να μην τη δεχθείτε» (επιστολή 7, 20.2.1963).[22] Της συστήνει μάλιστα να αγνοήσει ό,τι της είναι ξένο, υπονοώντας προφανώς τη θρησκευτική θεματολογία, καθώς στην Εκλογή Β’ είναι ισχυρότερη η παρουσία της Ορθοδοξίας. Έχοντας λάβει πιθανότατα θετικά σχόλια σε επιστολή που δεν σώζεται, στην επόμενη επιστολή διατυπώνει την αισθητικά ανεξίθρησκη σκέψη του: «Από την τέχνη πρέπει να χαιρόμαστε ό,τι μας δίνει και να ξεχνιόμαστε» (επιστολή 8, 1.4.1963).[23]
Την ίδια περίοδο, στις αρχές του 1963, ο Παπατσώνης ετοιμάζει την έκδοση της Άσκησης στον Άθω, «ένα περίεργο ημερολόγιο» όπως το αποκαλεί,[24] ένα ιδιότυπο, ποιητικό και δοκιμιακό, ταξιδιωτικό αφήγημα με τις εντυπώσεις από την πεντάμηνη διαμονή του στο Άγιο Όρος το 1927. Η Άσκηση στον Άθω εκδίδεται το 1963 με αφορμή τα χιλιόχρονα του Αγίου Όρους. Και εδώ ο ποιητής προσπαθεί να βρει τη δίοδο για την αναγνωστική ανταπόκριση. «Είναι τρελό κείμενο και γειτονεύει με την υπερρεαλιστική γραφή»[25] θα γράψει στην Αξιώτη, η οποία στα χρόνια της έντονης κομματικής στράτευσης είχε απωθήσει και αποκηρύξει το νεανικό υπερρεαλιστικό παρελθόν της, αλλά τώρα δηλώνει ότι η υπερρεαλιστική μορφή δεν λειτουργεί ως αναγνωστικό εμπόδιο για εκείνη (επιστολή 9, 21.4.1963).[26] Εντωμεταξύ ο Παπατσώνης, ενθαρρυμένος, της στέλνει και τη διάλεξή του για τον Δάντη, ακόμα και τη μετάφρασή του στην παπική εγκύκλιο Pacem in Terris (1963), ενώ η Αξιώτη τον προσκαλεί να διαβάσει τη μετάφρασή της στον Τσέχοφ, Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα (επιστολή 16, 28.2.1964)[27] και τη δεύτερη έκδοση από τις Δύσκολες Νύχτες, αυτό το νεανικό, «φαφλατούδικο βιβλίο», όπως το χαρακτηρίζει.[28] «Επειδή μου είναι πολύ αγαπητό, μην το παρατήσετε, να πάτε μέχρι το τέλος, και να μου γράψετε τα βάσανα σας (του αναγνώστη)» (επιστολή 20, 10.6.1964).[29]
Ένα οιονεί μυθιστόρημα
Τον Δεκέμβριο του 1964 η Αξιώτη επαναπατρίστηκε μετά από δεκαεπτά χρόνια και προφανώς η αλληλογραφία της με τον Παπατσώνη διακόπηκε. Χάρις όμως στο ανά χείρας βιβλίο διαθέτουμε σήμερα τα συγκινητικά τεκμήρια μιας απρόσμενα συναρπαστικής συνομιλίας μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών συγγραφέων. Η συνεπιμέλεια αυτής της έκδοσης, σε συνδυασμό με την εγνωσμένη καλαισθησία των εκδόσεων Gutenberg, εκτός των άλλων, δείχνει και έναν άλλο —όχι συνηθισμένο— δρόμο συνεργατικών εγχειρημάτων στο πεδίο της νεοελληνικής φιλολογίας.
Στη δική μου αναγνωστική ματιά όσα αχνοφαίνονται κάτω από τις γραμμές του βιβλίου, του προσδίδουν μυθιστορηματική υπόσταση. Θέλω να πω δηλαδή ότι σκιαγραφούν μια υποτυπώδη μυθοπλασία, ίσως και πλοκή, που μας επιτρέπει δίπλα στα γραφόμενα να συμπληρώσουμε την ανάγνωση με τη φαντασία μας· να αναλογιστούμε τις μύχιες σκέψεις των πρωταγωνιστών, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους, τους άξενους τόπους που τους φιλοξενούν, τις ίδιες τις ζωές τους. Ακόμη λοιπόν κι αν δεχτούμε τη σκέψη του Κάφκα, στα γράμματα στη Μίλενα, ότι το να γράφεις γράμματα στην πραγματικότητα «είναι μια επικοινωνία με φαντάσματα, κι όχι μονάχα με το φάντασμα του παραλήπτη αλλά και με το δικό σου φάντασμα, που αναπτύσσεται κάτω από το χέρι που γράφει ένα γράμμα»,[30] στους δικούς μας απαρηγόρητους καιρούς αυτή η φασματική μορφή επικοινωνίας, που τείνει προς εξαφάνιση, παραμένει σαγηνευτική και συγκινητική.
Τι άλλο είναι άραγε όσοι αλληλογραφούν παρά «συνεξόριστοι»; Ό,τι προκύπτει από την ανάγνωση της παρηγορητικής αλληλογραφίας Παπατσώνη – Αξιώτη, η βαθιά ανοχή στο διαφορετικό, οι αναπάντεχες τροχιές της ανθρώπινης επικοινωνίας, η έλξη των αντιθέτων και η αποδοχή της αλήθειας του άλλου, στο κοινό έδαφος της αγάπης για την ποίηση και τη λογοτεχνία, συνιστά μια ειλικρινή κατάφαση στην επιθυμία για ζωή.
[1] Παν. Μουλλάς, Ο λόγος της απουσίας. Δοκίμιο για την επιστολογραφία με σαράντα ανέκδοτα γράμματα του Φώτου Πολίτη (1908-1910), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992, σ. 236.
[2] Σταύρος Ζουμπουλάκης, Αρχή Σοφίας και κατακόκκινα όνειρα. Πίστη και έρωτας στον Τ.Κ. Παπατσώνη, Πόλις, Αθήνα 2017, σ. 41.
[3] Αλληλογραφία Τ.Κ. Παπατσώνη – Μέλπως Αξιώτη (1962-1964), Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σημειώσεις: Μαίρη Μικέ, Βασίλης Μακρυδήμας, Gutenberg, Αθήνα 2025, σ. 86.
[4] Michaël Fœssel, Ο καιρός της παρηγοριάς, μτφρ. Μαριάννα Μαντά, Πόλις, Αθήνα 2018. Ο Φεσσέλ αναφέρεται και στη θεσμοποίηση της παρηγοριάς, στο μεταίχμιο του 16ου και του 17ου αιώνα, όπου εξελίχτηκε το είδος της «παρηγορητικής επιστολής» (lettre de consolation). Ό.π., ιδίως, σ. 52-60.
[5] Ό.π., σ. 30.
[6] Ό.π., σ. 18.
[7] Άννα Ματθαίου – Πόπη Πολέμη, Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955. Μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1999. σ. 19.
[8] Αλληλογραφία…, ό.π., σ. 99-100.
[9] Ό.π., σ. 104.
[10] Γιάννης Ρίτσος – Μέλπω Αξιώτη, Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966), Άγρα, Αθήνα 2015.
[11] Αλληλογραφία…, ό.π., σ. 72.
[12] Μουλλάς, ό.π, σ. 200.
[13] Αλληλογραφία…, ό.π., σ. 91.
[14] Ό.π., σ. 72.
[15] Ό.π., σ. 96.
[16] Μουλλάς, ό.π., σ. 154.
[17] Αλληλογραφία…, ό.π., σ. 102-104.
[18] Ρίτσος – Αξιώτη, Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά, ό.π., σ. 88.
[19] Αλληλογραφία…, ό.π., σ. 71.
[20] Ό.π., σ. 79.
[21] Ό.π., σ. 80.
[22] Ό.π., σ. 81.
[23] Ό.π., σ. 82.
[24] Στο ίδιο.
[25] Στο ίδιο.
[26] Ό.π., σ. 84.
[27] Ό.π., σ. 102-104.
[28] Ό.π., σ. 115.
[29] Ό.π., σ. 115-116.
[30] Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μιλένα, μτφρ. Τέτα Ανεμογιάννη, Κέδρος, Αθήνα 1987, σ. 252.

