© Laura Visigalli

Γιώργος Βέης

Η ποιητική γενιά του ʼ70: ένας δεκάλογος σε περίληψη

στη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου,
για το 15ο ποιητικό της έργο

  1. Η άτυπη, αλλά καθόλου χαλαρή κοινότητα των ποιητριών και ποιητών που εμφανίστηκαν τη δεκαετία του ʼ70, κατέθεσε, όπως κατά καιρούς έχει επισημάνει δεόντως η κριτική, σημαίνοντα δείγματα αισθητικής τάξης στο πεδίο του δημιουργικού λόγου. Tα κυρίαρχα ειδολογικά χαρακτηριστικά της διαφοροποίησής της από ό,τι είχε ήδη προηγηθεί την καθιστούν εμφανώς διακριτή. Το πρωτεύον κοινό βίωμα: η απογοήτευση, η αποδόμηση των αυταπατών και βεβαίως η θλίψη με όλα τα συμφραζόμενά της, όπως τα διαμόρφωνε το τότε αυταρχικό σύστημα διοίκησης της χώρας. Πολιτικό τότε ακριβώς δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά τρόμος.
  1. Κρίκος εμφανής των αιτημάτων υπήρξε η χειραφέτηση του καθόλου βίου. Με έμφαση στην επιστροφή σε μια δικαιότερη διαβίωση. Ο διιστορικός ενεστώς: τα ποιήματα μπαίνουν ήδη στη ζωή μας σαν να είναι τροφή. Τα ποιήματα, τα δικά μας μα και των άλλων, ομοεθνών ή αλλοδαπών που μας ταιριάζουν όμως γάντι. Ο ρυθμός της συνάφειας, της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης ενάντια στην καταπίεση κάθε μορφής παράγει ήθος. Παρά τις όποιες μικρές ή μεγάλες διαφορές της ηλικίας, οι τρόποι έκφρασης αποβλέπουν στον ίδιο στόχο. Η έκδηλη συν-ταύτιση: τα δημοσιευμένα κείμενα, οι ποιητικές συλλογές, οι οποίες εκδίδονται η μία μετά την άλλη την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο, μας καθιστούν άλλωστε de facto συνομήλικους. Αμέσως μάλιστα.
  1. Ο κεντρικός άξονας των πρωταρχικών δηλώσεων ήταν ασφαλώς η απόρριψη εκείνου του δυστοπικού δεδομένου στο σύνολό του. Πότε κατά τρόπο δυναμικό και σαφέστατο και πότε κατά τρόπο υποδόριο, έμμεσο αλλά συνεπή πάντα στη διάρκειά του, ο τόνος της άρνησης συνιστούσε καταστατικό δείκτη των ποιητικών μας αναφορών, αλλά και των αναπόφευκτων αυτοαναφορών. Στους αντίποδες του πελατειακού συστήματος διαβίωσης, ο στίχος αποτελούσε συχνά πυκνά σχέδιο δια-φυγής από τον εκμαυλισμό της απραξίας. Ο δε διάλογος με την μακραίωνη λόγια ή δημώδη παράδοση, όπως θα περίμενε κανείς, υποστήριζε πράγματι αρκετές δοκιμές του λόγου. Η αναδρομή κομίζει τώρα που γράφω ό,τι μένει σταθερά εκεί. Τότε, στην αφετηρία μας. Να διακρίνω αμέσως μιαν ακόμη σαφώς κυρίαρχη αίσθηση: δηλαδή την επιθυμία απεξάρτησης από το Κακό. Σε παροντικό τότε – τώρα, παρελθόν-ζωή: ό,τι υπάρχει εντός μας είναι όντως εκείνος ο κόσμος της άρνησης. Ο κόσμος της ρήξης. Και υπάρχει μάλιστα ως κάτι περαιτέρω: ως κείμενο. Δια-προσωπικό. Έτοιμο, ζέον, ανυπότακτο, άτακτο. Αλλά συνιστά την αλήθεια μας. Τη μόνη.
  1. Το ποίημα ως χρήση. Ως χρήση υπερ-ατομική. Το ποιητικό υποκείμενο σπεύδει να γίνει εταίρος του Άλλου. Το νόημα των συγκεκριμένων στίχων συνιστά την ίδια την αξία της όποιας χρήσης τους. Το ποίημα διαδίδεται ως κώδικας ζωτικών, σκοπιμοτήτων της ύπαρξης. Έτσι αντιλαμβάνομαι την αιρετική κι άλλο τόσο πρόσφορη ρηματική θέση φέρ’ ειπείν του «Βενιαμίν Χ». Υπογράφει ο Βασίλης Στεριάδης. Έτος 1970: «Ο φίλος μου ο Βενιαμίν παράτησε τη γωνιά του στο πανεπιστήμιο / καβάλησε ένα θερμόμετρο με υδράργυρο / κι ανέβηκε όπως ο πυρετός στο ρετιρέ / έπεσε ο πυρετός κι εκείνος σκοτώθηκε». Το διαβρωτικό χιούμορ, η απειλητική ειρωνεία, ο ανελέητος σαρκασμός, δεν συνιστούν πλέον τα απλά υφολογικά γνωρίσματα του ποιητικού υποκειμένου: έχουν ήδη αναβαθμισθεί σε λειτουργικές άμυνες του ίδιου του παράγοντος εγώ.
  1. Η ποιητική παρέμβαση θέλει να δείξει ότι έχει όντως σκεφτεί λίγο πριν ή αρκετά πριν. Κι ότι έχει σκεφτεί σοβαρά. Ιδίως σε ό,τι συναρτάται με τη ριζική αντιμετώπιση του μηχανικού ελέγχου των δεδομένων της ζωής. Η κατ’ εξοχήν λιτότητα των εκφάνσεων, εκτός των άλλων, δηλοί ευκρινώς την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητα ενός παρατεταμένου διαλογισμού. Η επάρκεια του εγχειρήματος αποδελτιώνει τα βάρη της συγκεκριμένης ψυχοπνευματικής εμβιώσεως: «Τα σύννεφα κατάλυσαν στα σπίτια μας / Στο πεζοδρόμιο η υγρασία της νύχτας / Οι ανώνυμοι ήρωες των ανώνυμων εξεγέρσεων / Οι προκηρύξεις / Που έπεφταν κάποτε σε δρόμους συνοικιακούς / Σε κεντρικές λεωφόρους / Τώρα είναι η ζέστα του σπιτιού / H απόσταση των αισθημάτων / Τα δίχως σύστημα ταχυδρομεία / Πού έκοψαν το μήλο / Που έσκισαν την ψυχή σου / Στα τέσσερα και στα δέκα». Παρέθεσα από το «Τώρα». Είναι το πέμπτο ποίημα της συλλογής Οι Λέξεις της Μαρίας Κυρτζάκη. Εκδόσεις Ίκαρος, με τη φροντίδα του Γ. Π. Σαββίδη. Έτος κυκλοφορίας 1973.
  1. Η ακύρωση των όποιων ψευδαισθήσεων. Η ακύρωση της διάχυτης αίσθησης εφησυχασμού. Η πραγματικότητα δεν θέτει αινίγματα. Δεν προλαβαίνει μάλλον να θέσει αινίγματα διότι επείγεται η καταστροφή της. Σε αρκετές περιπτώσεις το ποιητικό υποκείμενο παραμένει ολοκληρωτικά το αναμφισβήτητο, το αναφαίρετο υποκείμενο της απόλυτης εκείνης δέσμευσης, δηλαδή της επιθυμίας. Γι’ αυτό από τη φύση του δεν γνωρίζει πώς να συμβιβαστεί ευσχήμως, πώς να συνθηκολογήσει εν τέλει με το εξ αντικειμένου πραγματικό όπως του διοχετεύεται αδιαλείπτως, ήτοι βασανιστικά. Εκείνου του φτάνει όμως η ασφάλεια, η νομιζόμενη ασφάλεια του φαντασιακού, όπως προφανώς θα σχολίαζε εν προκειμένω ο Ζακ Λακάν. Ο Αλέξης Τραϊανός συνιστά ακραίο παράδειγμα της ανέκκλητης διαγραφής του εφιάλτη του είναι. Ιδίως κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ας ξαναδιαβάσω άλλη μια φορά τους στίχους του: «Η νύχτα ένας απόμακρος φόβος / Ώσπου το σπίτι θηλειά δέθηκε στο λαιμό μου / Το δωμάτιο κλείστηκε μες στο περιεχόμενό του / Έτρεχε κάτι το κόκκινο και πολύ πηχτό / Απ’ τη σεξουαλική τραγωδία των ονείρων / Όμως το σώμα με τις πεσμένες σάρκες του ησύχασε τώρα / Σ’ αυτό το άηχο και πολύ παρελθόν / Αύριο κι αύριο κι αύριο / Να ΄χετε μαζί την ταυτότητά σας / Ένα βλέμμα σκουπίδια Ποντίκια του ʼ50/Και μια κρύα καρδιά/Μπάζει από παντού σ’ αυτό το ποίημα». (Βλ. «Ζέστη κλειστά παράθυρα», Φύλακας ερειπίων. Τα ποιήματα, Πλέθρον, 1991, σ. 134-135). Γενικεύω: τα λογής πένθη, οι αναπότρεπτες απώλειες, τα τραύματα που δεν επουλώνονται προσεγγίζονται λοιπόν είτε για να ξορκιστούν, ματαίως ή μη, είτε για να μνημειωθούν.
  1. Η ευδιάκριτη πολυφωνία των μελών της ποιητικής γενιάς του ’70 δεν υπομονεύει την όποια συλλογικότητα του εμμέσου πλην σαφούς διαβήματος. Η πολυφωνία συμβάλλει απλώς στην ανάδειξη της γόνιμης, της πάλλουσας ποικιλίας της. Η δε εξέλιξη της ποιότητας της γραφής, η οποία εντοπίζεται στο έργο των ως άνω μελών-στελεχών τις τελευταίες πέντε και πλέον δεκαετίες, πιστοποιεί την ομολογούμενη εμβέλεια της γενιάς στον ευρύτερο κειμενικό μας χωρόχρονο. Οι κοινοί παρονομαστές της θεματολογίας, αν και ελαττώνονται αισθητά, δεν παύουν να επιβεβαιώνουν ως σήμερα την κοινή καταγωγή του βασικού ομιλήματος.
  1. Τα ποιήματα της γενιάς του ʼ70 δεν υπόσχονται να εξηγήσουν με κάθε δυνατή λεπτομέρεια το Παν-Εν. Όχι επειδή δεν θέλουν να δείξουν τις όποιες ελλείψεις ή εγγενείς αδυναμίες τους, αλλά επειδή έχουν αντιληφθεί ότι προέχει η διάσωση της ποιητικής ύπαρξης σε καιρούς ιδιαιτέρως εντόνων αντιξοοτήτων. Αν κάποιοι θα διαπίστωναν στην περίπτωση αυτή δόλο ή έστω ασύγγνωστη αμέλεια, θα ισχυριζόμουν ότι ξεχνούν ότι η ποίηση κατά βάθος βλέπει το τίποτα.
  1. Οι μισοί σχεδόν εκπρόσωποι της γενιάς του ’70 έχουν καθιερωθεί προ πολλού και ως δόκιμοι μεταφραστές. Μερικοί μάλιστα γνωρίζουν δύο ή και περισσότερες ξένες γλώσσες. Αλλά και την αρχαία ελληνική σε βάθος. Ως γνωστόν, πολλές μεταφράσεις κληροδοτημάτων του αρχαίου μας δράματος ή αλλοδαπών θεατρικών έργων, τις οποίες έχουν κατά καιρούς δημοσιοποιήσει, έτυχαν, ως γνωστόν κατά κανόνα, θερμής υποδοχής από κριτικούς. Αλλά και από το κοινό όταν στήριξαν, προσφάτως ή παλαιότερα, ανάλογες παραστάσεις στο Θέατρο της Επιδαύρου ή αλλού. Από την άποψη αυτή, η γενιά του ’70 έχει να επιδείξει μιαν ιδιαίτερα αξιόλογη δημιουργική ώσμωση και με το πέραν αυτής.
  1. Η οπωσδήποτε ορατή, η σταδιακή απομάκρυνση από τα κατ΄ ανάγκην πρότυπα, η αποτελεσματική διαφοροποίηση των υφών, η κατά περίσταση ή συνθήκη καλλιέργεια ολοφάνερων ατομικών στοιχείων κειμενικής ταυτότητας, χωρίς την προσφυγή σε μιαν ατελέσφορη ιδιωτική, «σκοτεινή» εν πολλοίς, ήτοι αυτιστική γλώσσα, η εναργής συνεργασία της γραμματικής και της εξ αντικειμένου περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όπως παρατηρείται στα έργα αρκετών μελών αυτής της γενιάς, αλλά και η συνάντηση ποίησης και εναργούς φιλοσοφικού στοχασμού σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν προ πολλού αποδείξει στο πεδίο της απαιτητικής λεκτικής εμπέδωσης, ότι η προσφορά των εν λόγω στο σύνολό της είναι τόσο πρόσφορα σημαδιακή, όσο και εμφανώς διαφοροποιημένη με ό,τι προηγήθηκε μεταπολεμικά.
«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή