Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα έντονο ενδιαφέρον γύρω από το έργο των ποιητών που καλύπτονται συμβατικά υπό τον όρο «Γενιά του ’70». Δεν αναφέρομαι μονάχα στους τόμους και τα αφιερώματα που έχουν έρθει στο φως, αλλά και στον ζωντανό διάλογο μεταξύ ομοτέχνων (και όχι μόνο) σχετικά με τη συνεισφορά της συγκεκριμένης γενιάς στην ιστορία της νεότερης λογοτεχνίας μας. Θα σταθώ λοιπόν σε αυτό το δεύτερο σκέλος του ανακύπτοντος ενδιαφέροντος και των απόψεων που έχω διαπιστώσει ότι διατυπώνονται. Οι αποτιμήσεις αυτές έχουν δύο όψεις. Από τη μία πλευρά υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν ότι η συγκεκριμένη ποιητική παραγωγή έχει μια ιδιάζουσα σημασία, διότι αποτέλεσε τον τρόπο έκφρασης μιας ολόκληρης γενιάς, μιας γενιάς που έζησε από τα πρώτα της χρόνια μέσα σε έναν μεταβατικό, δύσκολο μεταπολεμικό κόσμο, τον οποίο ακολούθησε η φίμωση της δικτατορίας. Όταν οι νεαροί ποιητές έγραφαν τα πρώτα τους έργα, οι περισσότεροι στα χρόνια της μεταπολίτευσης, αναζήτησαν έναν ρέοντα λόγο, μια προφορικότητα που θα μπορούσε να άρει τη χρόνια σιωπή. Αποτόλμησαν να μεταχειριστούν το χιούμορ και την ειρωνεία ως ποιητικούς τρόπους (κάτι που κατά τη γνώμη μου απαιτεί ένα ιδιαίτερο θάρρος, αφού πρόκειται για δύο απαιτητικούς τρόπους, με το ιδιαίτερο βάρος που μπορεί να έχει για έναν ποιητή το να αναμετρηθεί με προγόνους όπως ο Καβάφης ή ο Καρυωτάκης). Έφεραν την καθημερινότητα στο προσκήνιο, την αποδόμησαν, τη δόμησαν ξανά και τη μεταμόρφωσαν ο καθένας σε προσωπικό σύμπαν. Υπήρξαν κάποτε σκοτεινοί και απογοητευμένοι, γιατί το να ζει κανείς σε έναν κόσμο διαρκούς αλλαγής, αποκοπής από τη μητέρα-φύση, βίαιης αστικοποίησης, αλλά και τραυμάτων που «κληρονομούνται» και μεταβιβάζονται από τις προηγούμενες «χαμένες» γενιές των πολέμων, δεν είναι ούτε κάτι εύκολο ούτε κάτι που δίχως κόπο μετουσιώνεται σε δύναμη και γνώση. Υπήρξαν εντέλει σπόροι της εποχής τους και μπόρεσαν να κάνουν τομές.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κι εκείνοι που δίχως να λησμονούν τα παραπάνω αναφέρονται σε μια «έλλειψη»: θεωρούν, δηλαδή, ότι η ενασχόληση με το καθημερινό σε επίπεδο περιεχομένου, η ειρωνεία και το χιούμορ σε επίπεδο ποιητικών τρόπων, η προφορικότητα σε επίπεδο γλώσσας και ύφους καλλιέργησαν μια ποίηση που τις περισσότερες φορές δεν μπόρεσε να ακουμπήσει τον αιώνιο πυρήνα της τέχνης, το βάθος των φιλοσοφικών/ μεταφυσικών/ υπαρξιακών αναζητήσεων που έδωσαν τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας. Γιατί τέτοια έργα λειτούργησαν μέσα στους αιώνες ως εκφραστές ενός συγκροτημένου φιλοσοφικού σύμπαντος που βλέπει τον άνθρωπο ως μέρος ενός σχεδίου, το οποίο κάθε ον οφείλει να προσεγγίσει και να κατανοήσει. Σε αυτή την «έλλειψη» προφανώς έπαιξαν ρόλο κλειστές κοινωνικές θεωρίες με επιστημονική/φιλοσοφική επίφαση, όπως ο μαρξισμός, που κυριάρχησαν στη μεταπολιτευτική Ελλάδα ως φυσική αντίδραση στην επιβεβλημένη σιωπή των χρόνων της δικτατορίας.
Μετά από όλα αυτά θα διατυπώσω και τη δική μου θέση για τη σημασία της Γενιάς του ’70. Οι δύο παραπάνω αποτιμήσεις φωτίζουν όψεις υπαρκτές, που όμως δεν θεωρώ ότι καλύπτουν το φαινόμενο της Γενιάς του ’70 ούτε μπορούν να λειτουργήσουν για το σύνολο των ποιητριών και ποιητών. Προσωπικά, επιστρέφω συχνά στην ποίηση της Γενιάς του ’70 και έχω βρει σε στίχους πολλών διαφορετικών ποιητών εκπληκτικές συλλήψεις μιας γνήσιας ποιητικής ψυχής και αγωνίας. Θεωρώ ότι η σημασία της Γενιάς έγκειται πρωτίστως σε τρία βασικά στοιχεία, τα οποία υπήρξαν καίρια για την πλεύση της λογοτεχνίας μας μέχρι και σήμερα:
- Για πρώτη φορά δυναμικά έρχονται στο προσκήνιο πολλές αξιόλογες ποιήτριες αίροντας την προηγούμενη κατάσταση της μειοψηφικής παρουσίας των γυναικών στη λογοτεχνία, για λόγους που δεν είχαν σχέση με την αξία του έργου τους. Οι συγκεκριμένες ποιήτριες άρθρωσαν έναν πρωτότυπο λόγο, ο οποίος άσκησε και συνεχίζει να ασκεί ιδιαίτερη επίδραση σε επόμενες γενιές ποιητών, διότι διέθετε μια πρωτογενή αμεσότητα και μια ιδιάζουσα γλωσσική τόλμη.
- Αν και μιλάμε για Γενιά, στην πραγματικότητα πολύ νωρίς παρατηρούμε ότι οι ποιητές διαφοροποιούνται, ακολουθεί ο καθένας τον δικό του δρόμο. Αυτή η ελευθερία υπήρξε ένα σημαντικό στίγμα, σε μια εποχή κατά την οποία ήταν καίριας σημασίας η στροφή προς μια ενδότερη φωνή, με στόχο τη συγκρότηση ενός εαυτού που θα μπορούσε να αντέξει τις διασπάσεις ενός σύγχρονου κόσμου που συχνά έμοιαζε εχθρικός και επικίνδυνος. Η ελευθερία αυτή εκφράστηκε σε επίπεδο θεματικό και γλωσσικό, αναζωογονώντας πολύτροπα τους ποιητικούς τρόπους και δίνοντας στους «επόμενους» ένα ανοιχτό πεδίο επιλογών.
- Οι ποιητές της Γενιάς του ’70 συνομίλησαν με τους προγόνους, λειτούργησαν ως ένας καθρέπτης μέσα στον οποίο η ποιητική παράδοση βρήκε νέες αντανακλάσεις. Συχνά ανακαλύπτω στα ποιήματα των ποιητών του ’70 τον Σολωμό και τον Καρυωτάκη, τη Γενιά του ’30 και τον Κάλβο, το δημοτικό τραγούδι και τον Καβάφη, αλλά η ύπαρξή όλων αυτών των προγονικών φωνών έχει μπολιαστεί από μια νέα ανησυχία, μια αγωνιώδη ανάγκη να κοιτά κανείς μπροστά και συγχρόνως πίσω και τελικά προς όλες τις κατευθύνσεις.
Το αφιέρωμα αυτό του περιοδικού Φρέαρ ας αποτελέσει το έναυσμα μιας ουσιαστικής συζήτησης, γιατί αναγνωρίζοντας τις αξίες και τις ποιότητες των κοντινών μας χρόνων ίσως μπορέσουμε πιο ώριμοι να πορευτούμε πιο πίσω, στις αχανείς δυνάμεις που κινητοποίησαν τον ποιητικό λόγο μέσα στους αιώνες.
