Ταυτισμένη με την ιστορία και τη μοίρα του τόπου, η Πίτσα Γαλάζη[1] (1940-2023), κατά κόσμον Καλλιόπη Μόρτη-Σωτηρίου, από τις σημαντικότερες ποιητικές φωνές της γενιάς της πανελλαδικά, είναι η κορυφαία των κυπρίων ποιητριών[2], δεδομένου ότι έχει επιφέρει αναδιατάξεις και ανανέωση του γραμματολογικού ποιητικού χάρτη της ιδιαίτερης πατρίδας της. Πρωτοεμφανίζεται πολύ νέα στα Γράμματα, το 1963, με τη συλλογή Στιγμές Εφηβείας στην οποία καταγράφονται στιγμές του Αγώνα τού 1955-59, καθώς και η απογοήτευση η οποία διαδέχθηκε τη διάψευση των εθνικών οραμάτων, μετά από τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου.
Έκτοτε η ποιητική της πορεία είναι παράλληλη με τα σημεία των καιρών και το προσωπικό «εγώ» των περιόδων της εσωστρέφειας γίνεται το συλλογικό «εμείς». Ψηλαφεί τον κόσμο της Κύπρου, και τα σπαράγματα των ποιημάτων της είναι σπαράγματα και θραύσματα του τόπου αυτού[3].
«Μοίρα γυναίκας και ποιητή»[4], η γέννηση της Πίτσας Γαλάζη συμπίπτει με το έπος του ’40, η εφηβεία της με τον απελευθερωτικό-ενωτικό αγώνα του ʼ55-59 και η ωριμότητά της με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και τη συνεχιζόμενη κατοχή. Τα σημαντικά αυτά γεγονότα, οι φυλετικές περιπέτειες, λειτούργησαν ως καθοριστική αφετηρία για το ποιητικό της έργο, σηματοδότησαν τη ζωή της και διαμόρφωσαν την ποιητική της «ιδιόλεκτο». Στο κάλεσμα της ιστορικής συγκυρίας η Πίτσα Γαλάζη δήλωσε παρούσα, καθώς συμμετείχε ενεργά στον αγώνα κατά της Αγγλοκρατίας, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη φυλάκισή της. Για την περίοδο αυτή καταθέτω εδώ, δύο μαρτυρίες, όπως μου τις αναδιηγήθηκε πρόσφατα ο σύζυγός της Πανίκος Σωτηρίου:
«27.03.1957. Κατόπιν προδοσίας η Πίτσα Γαλάζη συνελήφθη, με άλλες συμμαθήτριές της, από τους Άγγλους αποικιοκράτες, σε ηλικία 17 ετών· τις περιέφεραν στους δρόμους, για να επιδείξουν την “επιτυχία” τους, τη σύλληψη “τρομοκρατών”, και τις οδήγησαν στο λεγόμενο Red House, όπου τις ανέκρινε, πιθανότατα, ο Πήαρσον, ο επικεφαλής ανακριτής. Τη ρώτησε, αν ήταν active member of E.O.K.A., και του απάντησε, αυθάδικα, “αν ήμουν μέλος της Ε.Ο.Κ.Α., βεβαίως και θα ήμουν ενεργό μέλος της.” Τότε της έδωσε μία γροθιά στο πρόσωπο που της άφησε, εσαεί, μία ουλή στο κάτω εσωτερικό μέρος του χείλους της, ουλή την οποία η Π. Γαλάζη θεωρούσε παράσημο. Δεδομένου ότι εκείνη την ημέρα ανακοινώθηκε η απελευθέρωση του Μακαρίου από τις Σεϋχέλλες, οι μαθήτριες φάνηκαν τυχερές και δεν οδηγήθηκαν στην Ομορφίτα, το γνωστό κολαστήριο, και ως εκ τούτου όχι μόνον δεν υπέστησαν βασανιστήρια, αλλά απελευθερώθηκαν.»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το συναπάντημα με τον Γρ. Αυξεντίου, χωρίς η ίδια να τον γνωρίζει:
«Κάποια φορά η Π. Γαλάζη διατάχθηκε από την οργάνωση να πάει στην κλινική του Νίκου Αναστασιάδη, για να μεταφέρει ένα σημείωμα σε ασθενή που είχε χειρουργηθεί από τον Πανίκο Μιχαηλίδη, διευθυντή του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, αγνοώντας την ταυτότητα του παραλήπτη. Επειδή ντρεπόταν να πάει μόνη της, ζήτησε από μία συναγωνίστρια φίλη της να τη συνοδεύσει, χωρίς να της γνωστοποιήσει τον αληθή λόγο. Το εν λόγω γράμμα είχε τοποθετήσει στα μαλλιά της, σε έναν υποτυπώδη κότσο[5], για να μην αποκαλυφθεί σε περίπτωση σωματικής έρευνας. Ρώτησε τον ασθενή, αν θα απαντούσε στο μήνυμα. Η απάντηση ήταν αρνητική, έτσι του ευχήθηκε περαστικά, και εκείνος την κατευόδωσε με την ευχή: Καλή λευτεριά. Μετά το πέρας του Αγώνα του 1955-59, ο ιατρός Π. Μιχαηλίδης, όταν αφυπηρέτησε, εξάσκησε την τέχνη του αργυροχόου, λόγω της οικογενειακής παράδοσης. Ζήτησε τότε από τη Γαλάζη, που είχε γραφείο δημοσίων σχέσεων, να διαφημίσει τη δουλειά του στο ραδιόφωνο και στον Τύπο. Η συγκίνησή της ήταν μεγάλη, όταν ο Π. Μιχαηλίδης τής εκμυστηρεύθηκε ότι τη γνώριζε από την εφηβική της ηλικία, τότε που, ως σύνδεσμος της Ε.Ο.Κ.Α., είχε παραδώσει το γράμμα στον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον Ζήδρο του Αγώνα. Χρόνια πολλά, λοιπόν, αργότερα, πληροφορήθηκε ποιος ήταν ο παραλήπτης του σημειώματος που, τότε πίστευε ότι ήταν μάλλον Ελλαδίτης, γιατί μιλούσε με ελλαδίτικη προφορά.»[6]
Η αγάπη της για την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Κύπρο, ο πόθος της ελευθερίας, η πίστη σε αξίες πανανθρώπινες, καθορίζει έκτυπα τις ορίζουσες του ποιητικού της έργου, το οποίο διακρίνεται για τον βαθύτατα ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα. Η Πίτσα Γαλάζη σε όλο το μήκος της συγγραφικής της πορείας, και μέχρι την πρόσφατη εκδημία της, διακόνησε με ευπρέπεια, προσήλωση, ήθος και άνευ υστεροβουλίας την ποιητική τέχνη και αφοσιώθηκε σε αυτήν με ζήλο και αυταπάρνηση.
Πέρα όμως από τα παραπάνω, η ιδιότυπη γραφή της Γαλάζη διακρίνεται, επιπλέον, και για τη διάχυτη γλωσσική[7] ευφορία της, αλλά και τις τολμηρές γλωσσικές συνάψεις που προκαλούν την αναγνωστική μέθεξη, εφόσον
«για πράγματα παραμιλεί πρωτάκουστα
Που άλλοι τα λεν εμπύρετα
[…]
Κι άλλοι για ποιήματα μιλούν».[8]
Η ποιήτρια φροντίζει περίσσια τη γλώσσα της, για να μάθει πρώτα η γλώσσα «καθαρά να αρθρώνει»[9]. πραγματοποιώντας ένα γλωσσικό ταξίδι στους αιώνες, ώστε «τις λέξεις να γομώσει»[10]· αδιάλειπτη, ομολογουμένως, η μέριμνά της για καλλιέπεια. Εδώ, το ποιητικό γινόμενο προκύπτει από τη σύζευξη απλών γλωσσικών «υλικών», ενώ το ύφος της, αν και πραγματεύεται αξίες και ιδανικά, εξοβελίζει κάθε υποψία υψηγορίας και ελεγειακού μελοδραματισμού. Παράλληλα, το προσωπικό βίωμα βαπτιζόμενο στην υψικάμινο της ιστορίας και στην αχλή της βιωμένης μνήμης, συνθέτει ένα ιδιότυπο πνευματικό προϊόν. Αξίζει λοιπόν να συνοδοιπορήσουμε, με αφορμή το τιμητικό αυτό αφιέρωμα στην ποιήτρια της μνήμης, παρουσιάζοντας ορισμένα χαρακτηριστικά που αποτυπώνουν έκδηλα την ποιητική της ταυτότητα.
Διαβάζοντας τις πρώτες συλλογές αντιλαμβάνεται κανείς τον εναργή ποιητικό της λόγο, και βαδίζοντας στα «ενήλικα» ποιητικά ενδότερα γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τον ενθουσιώδη νεανικό λυρισμό των πρώτων ποιητικών καταγραφών διαδέχεται μια ώριμη ποιητική φωνή που στοχάζεται για τα μικρά και τα μεγάλα, αφουγκράζεται τα σύγχρονα και αναστοχάζεται τα περασμένα. Με νηφάλια και σταθερή ποιητική ματιά ενωτίζεται και προσλαμβάνει ποιητικά το σύμπαν που την περιβάλλει, οδηγώντας τον υποψιασμένο αναγνώστη σε συγκινησιακές[11] ατραπούς και στη μέθεξη του υψηλού.
Στο έργο της είναι διάχυτη η έγνοια μήπως ατονήσει η μνήμη, ενώ αποτελεί μια ξεχωριστή και πρωτοπόρα γυναικεία φωνή, που τον τόπο ιστορεί και μεθιστορεί. Ο ποιητικός της λόγος χαράσσει τις συντεταγμένες της ιστορίας του γενέθλιου τόπου, σε όλα τα επίπεδα, και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της Ιστορίας. Συνεπώς, το υπόβαθρο του πολύσημου ποιητικού της λόγου συνηγορεί στην απόδοση του χαρακτηρισμού «ποίηση-μαρτυρία» και «ποίηση-μνήμη», μια και εμφορείται από το χαίνον τραύμα της Κύπρου και «ό,τι αγάπησε η φωνή στον τόπο τον ατίμητο»[12]. Ωστόσο, το τραύμα και η απώλεια του πατρογονικού τόπου δεν αποτυπώνονται με όρους ελεγειακούς, καθώς η Γαλάζη αρύεται το δραματικό, η μετάδοση του οποίου τελείται με την ενεργοποίηση ενός στοχαστικού «αποστάγματος», διηθημένου στη συγκρατημένη συγκίνηση, πάντα «μ’ αντήλιο τη μνήμη», να «αγναντεύει τα ένδοξα»[13]. Ομολογουμένως, αυτή η θεματική, που αναμφισβήτητα κυριαρχεί στο ποιητικό της έργο, τελείται με μια αποστασιοποιημένη νηφαλιότητα, μια διάθεση στοχαστική που αποδίδει πυκνότητα στα συναιρούμενα νοήματα, μετατρέποντάς τα σε υψηλά διανοήματα.
Η μνήμη είναι η κοίτη από την οποία αρδεύεται η πρώτη ποιητική ύλη και στη συνέχεια, αφού υποβληθεί στη λυδία λίθο του λόγου, μετασχηματίζεται σε ποίημα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που την αποκαλούν «ποιήτρια μνήμης», της μνήμης που βάλλεται αδυσώπητα από την εξουσιαστική βάσανο της λήθης, της μνήμης που, χωρίς αναστολές και υποχωρήσεις, αποτυπώνεται κειμενικά μέσα από τις αράδες των στίχων της. Η επιλογή αυτή, σαφέστατα ιδεολογική, εκπορεύεται από την αντίληψη της ποιήτριας για τον ρόλο της ποίησης: να διασώσει η ποιητική γραφή το τραυματικό, αυτό που βάναυσα ανέτρεψε το πολυτιμότερο πάντων: την ελευθερία.
«Εκεί οδύνη εκεί τα πάθη
Κι όλα τα άξια
Αρχή και τέλος Ελευθερία
Κι όλα τα Πάτμια».[14]
Είναι φανερό ότι η ποιήτρια διέπεται από ένα ασίγαστο πάθος για το μέλλον του τόπου τούτου, γι’ αυτό επιθυμεί «Να κρατά η μνήμη την υγρασία της»[15]. Αναδεύοντας μνήμες, ρηματοποιεί το τραύμα με διάσπαρτους υπαινιγμούς και εξακτινώσεις σε πρόσωπα που λειτουργούν ως άλλοθι της συλλογικής συνείδησης,[16] καταφεύγοντας είτε στις περσόνες της είτε στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο:
«Ονειρευόμαστε
Πως πελεκούμε μυστικά
Τα δούρειά μας»[17]
«Απόψε θ’ ανάψεις τη λάμπα Ελένη
Και θα μαντάρεις τη μέρα μας
Θα μπαλώσεις κουρέλι
Τη βράκα της νύχτας μας
Στο δικό σου καντήλι
Που ποτίζουν με λάδια θολά
Τα χαμένα του έρωτα».[18]
Έχοντας μελετήσει και παρακολουθήσει την εξέλιξη του ποιητικού λόγου της Γαλάζη εκ του σύνεγγυς, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την ποίησή της ακραιφνώς ιστορικά συνειδησιακή· δεν στοχάζεται για τον εαυτό της, ούτε προσπερνά τα όσα ειδεχθή καθόρισαν τη μοίρα τού τόπου και του λαού της Κύπρου. Αντιλαμβάνεται την ποίηση ως καθήκον, στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσέγγιση πρωτίστως πολιτική. Και δεδομένου ότι επιθυμεί να τονίσει την άμεση και βιωματική σχέση της με τα τεκταινόμενα, καταφεύγει ενίοτε στην πρωτοπρόσωπη αυτοαναφορά:[19]
«Επειδή η ποίηση
είναι ένα μικρό ιδιωτικό παράθυρο,
που φρουρώ με αισθήσεις πάνοπλες
κι ανοιγμένους τους πόρους.
[…]
Επειδή η ποίηση
είναι η σήραγγα η σκοτεινή
για να περάσω στην ελευθερία.
[…]
Επειδή η ποίηση
είναι η μνήμη κι η φωνή της κομματιασμένης γενιάς μου.
[…]
Για τούτο υπάρχω
γράφοντας ποιήματα,
σε μια εποχή
που Ιφιγένειες πλήθος ανώνυμες θυσιάζονται,
που με καρφιά γύφτικα σταυρώνονται οι λέξεις
[…]
Που οι πατρίδες ξεπουλιούνται,
και τα κεριά των γενναίων τήκονται.
Για τούτο αμύνομαι
γράφοντας ποιήματα.
[…]
Του τόπου μου την ιθαγένεια κρατώντας άφθαρτη
και λευκαίνοντας.
Μιλώ σε μια γλώσσα αλλόκοτη
– το μόνο μου όπλο –
κι αμύνομαι».[20]
Οδοιπορώντας στις ατραπούς της ποίησης, βιώνει την περιπέτεια της γραφής με την ενεργοποίηση όλων των αισθήσεων, καταθέτοντας την προσωπική της ποιητική γραφίδα, μιλώντας με αλληγορίες και παραβολές για τα δεινά της Κύπρου που στιγμάτισαν αυτήν και τη γενιά της.
Ιστορικές και μυθικές μορφές ενδημούν στο ποιητικό έργο της Γαλάζη και ενσωματώνονται αρμονικά στο συνολικό ποιητικό corpus, σε βαθμό ώσμωσης, ενώ συνάδουν προς τη γενικότερη πρόθεση να γίνει το ποίημα μαρτυρία της ιστορικής συνθήκης: «Μινώταυροι/ κι Αριάδνες που μας άφησαν χρόνους»[21], η Πηνελόπη της εγκαρτέρησης[22], που «Υφαίν[ει] και ξηλών[ει] χρόνια» και «το απερίγραπτο ορίζ[ει]»[23], ο πολυτεχνίτης και καλλιτέχνης Δαίδαλος[24] με την τραγική μοίρα, η Ελένη του μύθου και η Αγία Ελένη που ενδύονται τη μορφή της Ελένης Φωκά, της ελεύθερης πολιορκημένης δασκάλας τής Καρπασίας, ο Ευστόλιος, ο «Ανακυκλωτής αρχαίων λέξεων»[25], ο Νεόφυτος ο ΄Εγκλειστος, ο «Αμβρόσιος Ανακυκλωτής»[26], ο ήρωας Κυριάκος Μάτσης που «οπλίζοντας παλιά κραυγή/ “Θα βγ[ει] πυροβολώντας”»[27], ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο ήρωας-ποιητής που τον αποκαλεί «μικρό Σολωμό»,[28] η μυθική γοργόνα, που «όλο ρωτά για τον Αλέξανδρο/σπαρταρώντας και παραμιλώντας μες στα πέλαγα»[29] · είναι αυτή η ίδια αδελφή που με τη φωτογραφία-μενταγιόν κρεμασμένη στον λαιμό παραμιλά και αναζητά τον αγνοούμενό της.
Ο Αλέξης Ζήρας επισημαίνει ότι η γραφή της ενδύεται «έντονες μυθοποιητικές προβολές. Λόγος με υψηλούς, συγκινημένους και κάποτε δραματικούς τόνους, που όμως παραμένει συγκροτημένος και εξελίσσεται με τον τρόπο της συνειρμικής αφήγησης, με ευδιάκριτα νοήματα και στοχασμούς. […]· πάντοτε διακρινόταν για τη λυρική της ευφορία»[30].
Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ και στην προσωπικότητα της ποιήτριας. Ήταν ένας άνθρωπος δυναμικός που έζησε πολλά, πάλεψε με τις αντιξοότητες των καιρών και έδωσε μάχες προσωπικές. Καταφυγή της όμως ήταν κυρίως η ποίηση. Ταγμένη να υπηρετεί σε αυτό που της δόθηκε ως χάρισμα, έγραφε και δημοσίευε αδιάλειπτα, χωρίς να κάμπτεται από τις δυσκολίες που φέρει ο χρόνος και το γήρας. Η Πίτσα Γαλάζη στάθηκε με θάρρος απέναντι στον εαυτό της και στη μοίρα, αρνούμενη να εγκαταλείψει. Και αν η ασθένεια και η πανδημία τής επέβαλαν τοπικό «απαγορευτικό», η ίδια συνέχιζε να περπατά στα δύσβατα μονοπάτια της ποίησης, γιατί πίστευε ότι «ο κόσμος του ποιητή είναι μέσα του. Κι αυτός δεν είναι ακίνητος. Είναι ελεύθερος. Κανείς δεν μπορεί να “κλείσει” αυτόν τον κόσμο».[31] Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, κατοικούσε σε ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό, παρά θιν’ αλός, ατενίζοντας καθημερινά τη θάλασσα, και κινείτο μέσα στον χώρο που δημιούργησε με τα «δυνατά ακίνητα πόδια»[32], γράφοντας ποιήματα. Συνέχισε να γράφει σε συνθήκες προσωπικού βίου σκληρές, δίνοντας ένα λαμπρό παράδειγμα δύναμης, ένα παράδειγμα ψυχικού σθένους και αντοχής, και μας παρέδωσε, ως παρακαταθήκη, ποιητικό έργο υψηλών πνευματικών προδιαγραφών.
[Σημ. Τα παραπάνω αποτελούν προδημοσίευση ευρύτερης μελέτης μου για την Πίτσα Γαλάζη.]
*Οι συλλογές της: Οι λέξεις τάματα, Πανταχού απούσα και Εωθινές επάρσεις, και μία τέταρτη, είναι έτοιμες να σταλούν για το τυπωθήτω.
[1] Η Π. Γαλάζη μάς περιγράφει ένα περιστατικό στη διάρκεια μιας εξέτασης, στη διάρκεια των σπουδών της, που έγινε και μια από τις αφορμές επιλογής του ψευδωνύμου της. Ας σημειωθεί ότι εκείνη την ημέρα φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα. Ο καθηγητής της Γ. Παπαζαχαρίας της απευθύνει τον λόγο: «–“Δεσποινίς Γαλάζια, το γραπτό σας, παρακαλώ, γιατί ο κύριος πίσω αντιγράφει. Ασύστολα.” Θυμήθηκα καλά αυτά που μου λέγαν οι γονείς μου για το ’31, που απαγορευόταν η μπλε μπογιά, το μπλε μελάνι, το κτύπημα της καμπάνας. Δεν ήταν μόνο ο Εθνικός ύμνος. Τώρα σε όποιο σπίτι παλιό ψάξεις, κάτω η πρώτη στρώση είναι λουλακί. Κι έτσι αποφάσισα το χρώμα της αντίστασης, και θα ονομαστώ Γαλάζη», Γαλάζη Πίτσα (2017). «Αντιφώνηση», Ακτή 113 (Χειμώνας 2017) 91-95.
[2] Η Γαλάζη βίωσε την αποδοχή των φίλων της ποίησης και των ομοτέχνων της, ευμοίρησε να δει το έργο της να καταξιώνεται, τις ποιητικές της συλλογές να επιβραβεύονται με εξαιρετικές κριτικές και να μεταφράζονται σε άλλες γλώσσες.
[3] Christodoulidou Louiza (1999). «Le nostos de Pitsa Galazi et les Epsilon d’Hélène. Un itinéraire mythologique et historique» in Femmes écrivains en Méditerranée (V. Lalagianni éd.) Paris, Publisud, p. 163.
[4] «Ο εγκλεισμός», Τα πουλιά του Ευστόλιου και ο Έγκλειστος (εφεξής: Τα πουλιά…), Αρμός, 1997,σ. 89.
[5] Τότε είχε μακριά μαλλιά, τα οποία έκοψε εις ένδειξη πένθους για τη μη δικαίωση του Αγώνα.
[6] Ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου με καταγωγή από τη Λύση, σπούδασε αφενός στη Γεωπονική σχολή Θεσσαλονίκης, αφετέρου ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού και, ως εκ τούτου, είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Ελλάδα.
[7] Ο Α. Καραντώνης σημειώνει: «Πώς να μην εντυπωσιαστεί κανείς από αυτό το γλωσσο-ποιητικό επίτευγμα της “Υπνοπαιδείας” σε καιρούς μιας τόσο απογοητευτικής χαλαρότητας της γλώσσας μας, που την παρατηρούμε πιο συχνά στην περιοχή της ποίησης. Το αρνητικό αυτό φαινόμενο της “αγλωσσίας” θυμάμαι πως ανησυχούσε σοβαρά τον Γ. Σεφέρη. […] Αν ζούσε σήμερα, είμαστε βέβαιοι πως θα τον ανακούφιζε η γραφή της Πίτσας Γαλάζη, γιατί συνδυάζει την απλότητα και την αμεσότητα της έκφρασης με την ακρίβεια […] των εννοιών και των παραστάσεων και προ παντός με τον λεκτικό πλούτο», Καραντώνης Αντρέας (1979). «Πίτσας Γαλάζη: Υπνοπαιδεία», Τα βιβλία, Νέα Εστία 1254 (1.10.1979) 1388.
[8] «El Faradis», Η φωνή, Αρμός, 2018, σ. 70.
[9] Τα Έψιλον της Ελένης, Αρμός, 1998, σ. 46.
[10] «Οι όρκοι», Τα πουλιά…., ό.π., σ. 29.
[11] Η Μαρία Στασινοπούλου σημειώνει σε επιστολή της προς την Π. Γαλάζη: «Έχετε αποκρυσταλλώσει την ποιητική εικόνα, έχετε μεστώσει τη συγκίνηση και η εντύπωση έρχεται σε κύματα αδιάκοπα, οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη ποιητικά γνήσιες, γεμάτες φως και χρώματα» (6.2.74).
[12] «Φιλουμένη (Santa Severina)», Η φωνή, ό.π. σ. 56. Η φωνή εκδόθηκε 20 χρόνια μετά από Τα Έψιλον της Ελένης. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων η ποιήτρια κατευθύνθηκε σε μια σχεδόν ασκητική στάση αποστασιοποίησης, απόσχισης από τα πράγματα και λαλούσας σιωπής.
[13] Η φωνή, ό.π. σ. 54. «Ο πιο ευάρμοστος τίτλος για μια ποιητική σύνθεση είναι αναντίρρητα η λέξη Φωνή, ο Λόγος, το ύψιστο δώρημα του όντος, φορτισμένη με όλα τα σπέρματα και τις βαθιές ρίζες της κουλτούρας. Η φωνή της ποιήτριας, η πληθωρική, πολυσήμαντη φωνή της Πίτσας Γαλάζη είναι η συνείδηση, ο ψυχισμός, ένα ηχείο από τα έγκατα της υποστάσεως, για να αποτυπώσει σε λέξεις, στίχους, στροφές, καημούς, πάθη και νοσταλγίες στην πολυκύμαντη πορεία του βίου», Χρίστη Καίτη, «Πίτσας Γαλάζη, Η Φωνή-Η διαλεκτική της Ποίησης», Ανεράδα 7 (Σεπτ. 2021) 35. Ο Δ. Κοσμόπουλος έγραψε για τη συλλογή αυτή ότι «η διαστρωματωμένη και πολυδαίδαλη Φωνή, έργο συνθετικό είναι ο αναμενόμενος καινούριος σταθμός μιας μακράς πορείας ολόκαρπης και επιβλητικής. Μιας ποίησης που, ακριβώς επειδή παραμένει υψηλή, συνάμα μας καθαίρει και καθίσταται τόπος μεταμορφώσεώς μας από το “εδώ” και την ατομικότητα στο Μακρυγιαννικό αίτημα προς το συλλογικό “εμείς”» (2021: 75).
[14] Η φωνή, ό.π., σ. 69.
[15] Τα πουλιά…, ό.π., σ. 166.
[16] Η ποιήτρια θα ομολογήσει σε συνέντευξη στη Μερόπη Μωϋσέως: «Είμαι άνθρωπος της συλλογικής μνήμης», Πολίτης (17.12.2018), διαθέσιμη στο
https://parathyro.politis.com.cy/2018/12/pitsa-galazi-eimai-anthropos-tis-syllogikis-mnimis/
[17] Τα Έψιλον …, ό.π., σ. 12.
[18] Τα Έψιλον …, ό.π., σ. 15.
[19] «Η Γαλάζη ξεκίνησε με μια ποίηση αυτοαναφερόμενη, όπου η φυσιολογία του νησιού συγκροτούσε έναν μύθο λυρικής, πρωτεϊκής κοσμογονίας. Συνέχισε με την ίδια, σχεδόν αυτοματική κυματοειδή έκφραση, με πολύστιχες συνθέσεις οι οποίες αποτελούν ανάπτυξη ενός αμετακίνητα δραματικού συναισθήματος. Η συσσώρευση διαδοχικών και πολλές φορές επάλληλων εικόνων καταστροφής και ερήμωσης εξακολουθεί και στα μετέπειτα ποιήματά της να πραγματοποιείται με έναν λόγο συγκινημένο, υψηλής θερμοκρασίας, αν και η θραύση του νεανικού ευφρόσυνου μύθου είχε ως άμεση συνέπεια τη διασπορά της ενιαίας αντίληψης για τον κόσμο, με την παρεμβολή στη διάρθρωση του ποιήματος εικόνων κρυπτικών ή απολύτως συνειρμικών», Ζήρας Αλέξης, Η κυπριακή ποίηση. Θεματικές, γλωσσικές και υφολογικές διαστρωματώσεις της», Σημείο 4 (1996) 233-234.
[20] «Πρόλογος», Υπνοπαιδεία, Οι εκδόσεις των φίλων, 1978, σ. 11-13. Ας σημειωθεί ότι, αναφορικά με αυτήν την ποιητική συλλογή, ο Οδυσσέας Ελύτης “ψέγει” τον Καραντώνη, διότι έγραψε για πολλούς, αλλά δεν έγραψε για το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.
[21] «Κιβωτός», Ψηφιδωτό, Κείμενα, 1973, σ. 70.
[22] «Χρόνια η φωνή Πηνελόπη/Να υφαίνει σε ναυάγια μέσα ποιήματα/Τηλεμαχίες, καρτερίες και ξεφτίδια», Η φωνή, ό.π., σ. 55.
[23] Τα πουλιά…., ό.π., σ. 45.
[24] «Χερσαία γαστερόποδα,/ύστερα από τη νεροποντή,/τρυπούν το χόρτο τροχιές Δαιδάλου/κι ύπουλα, μαλακά η αναρρίχηση», «Μνήμη της γενιάς μου», Υπνοπαιδεία, ό.π., σ. 15.
[25] «Παρανάλωμα», Τα πουλιά…, ό.π., σ. 54.
[26] «Το ποίημα πατρίδα», Τα πουλιά…, ό.π., σ. 99.
[27] «Κυριάκος Μάτσης», Η φωνή, ό.π., σ. 15.
[28] «Μικρέ Σολωμέ σε λένε Ευαγόρα/και γράφεις τον ύμνο μας/Μικρέ Σολωμέ με τον στραγγαλισμένο ύμνο/και το συμπυκνωμένο δάκρυ στο σύνορο/Τα μονοπάτια και τα σκαλοπάτια σου/κατεδάφισαν οι εποχούμενοι», XXIV, Σηματωροί, Εστία, Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑ, 1983, σ. 110.
[29] Η αδελφή του Αλέξανδρου, Κείμενα, 1973, σ. 9.
[30] Ζ. Α, «Πίτσα Γαλάζη», Λεξικό Νεοελληνικής λογοτεχνίας, Πατάκης, 2007, σ. 347.
[31] Πίτσα Γαλάζη, «Η ποιήτρια σε τοπικό “απαγορευτικό”» (συνέντευξη στον Γ. Χατζηγεωργίου), Φιλελεύθερος (15.11.2020), διαθέσιμο στο
[32] «ΧΧΙV», Στιγμές Εφηβείας, Φέξης, 1963, σ. 35.

