Παρεκκλίσεις: Σάββας Θεουλάκης
Υπέρ κεκοιμημένων
«Είμαστε η γενιά που θεωρούσε το διάβασμα σαν οδηγό αυτοκαταστροφής. Κάθε κείμενο σχολιασμού που γράφουμε πάνω σ’ ένα άλλο κείμενο είναι σημείωμα αυτοκτονίας».
Ευγένιος Αρανίτσης, «Γράμμα απ’ την Ελλάδα στον Νικήτα Σινιόσογλου», Lifo, 28.7.2020.
«We had liquor and noise.»
Tuxedomoon, «Atlantis», The Ship of Fools, 1986.
Κοιμήθηκα ελάχιστα τη δεκαετία του ’80.
Έζησα παραλλήλως με την εποχή και τη γενιά μου ― όπως συνέβη και με τις εποχές που ακολούθησαν. Έζησα σε απόσταση ασφαλείας, στην κόψη των πραγμάτων.[i] Είχα τον χρόνο μου, το γραφείο μου, εννοώντας με αυτό το κουκούλι μου, τον κήπο, τον ουρανό και το λάκκο μου, όπου ζούσα σοβαρός και ερεθισμένος.[ii] Επινόησα τον εαυτό μου, ως όφειλα. Ασκήθηκα[iii] στην τύρβη, την τριβή, τη συναναστροφή, τη μαθητεία, τη διαλεκτική των πραγμάτων, την υπερβολή, την ετερότητα, τη νύχτα, τον έρωτα, την απώλεια και την υπέρβαση των ορίων. Ασκήθηκα στη σιωπή, την απόσπαση, την προσευχή, την ελάττωση και την πύκνωση. Υπερασπίστηκα τη μοναξιά μου και την ελευθερία μου. Παρά τη συναναστροφή, ήμουν και παραμένω μοναχοπερπατητής, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Κώστας Ταχτσής για τον εαυτό του. Η μελαγχολία μου δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ.
Περνάει σαν αστραπή από τα μάτια μου η πρώτη μου νεότητα: το έτος 1981, ας πούμε, όταν ήμουν δεκαοκτώ ετών, στην Αθήνα ― και να τι βλέπω: ένα νεαρό που είχε οδηγηθεί από πολύ νωρίς μέσα στα πράγματα, να μη θέλει ν’ α(να)λωθεί· να μην του βγει η ψυχή. Και σήμερα να μην έχει αλλάξει τίποτ’ από τότε: να μη μου βγει η ψυχή.
Συνδέθηκα από πολύ μικρός με τον Μάνο Χατζιδάκι (1979). Ήμουν δεκαέξι ετών, πήγαινα ακόμη στο Λύκειο. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα στο σπίτι του, στην οδό Ρηγίλλης, έδωσα εξετάσεις. Επί τρεις ώρες με ρωτούσε για τα πάντα, ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό, τι νομίζεις για τ’ άλλο. Με πέρασε από «κόσκινο». Ήμουν διαβασμένος. Είχα το προνόμιο να ζω κοντά του παρακολουθώντας τις επιλογές του και μαθητεύοντας επί πέντε χρόνια· ζούσα στο θαύμα. Μαθητεία στον Χατζιδάκι ήταν η διαρκής διαλεκτική μεταξύ ζωής, σκέψης, αισθήματος και τέχνης, η συνεχής άσκηση του εαυτού με άξονες την αυθεντικότητα, την πνευματική ελευθερία και το γεγονός που μας αποκαλύπτει εκ βαθέων. Το 1981 με βάφτισε στην κολυμβήθρα του Τρίτου Προγράμματος, δίνοντάς μου απλόχερα το ελεύθερο να εκπέμψω μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατσαρό. Εάν δεν είχε υπάρξει στη ζωή μου ο Χατζιδάκις δεν ξέρω πώς θα είχαν εξελιχθεί ο εαυτός μου και η ζωή μου. Αυτός ήταν που θεμελίωσε την επινόηση του εαυτού μου. Σκότωσε τους γονείς σου μέσα σου· μην υιοθετείς τις συνήθειες των συγγενών σου· αν θέλεις να σπουδάσεις σπούδασε, αλλά, ούτως ή άλλως, σπουδάζεις την ποιητική λειτουργία του καιρού σου· να περιφρονείς οτιδήποτε προσβάλλει την ευαισθησία σου· ν’ ακούς πολύ βαθιά· ν’ αναθεωρείς, ακόμα κι αν δεν μείνει τίποτα· ν’ αδιαφορείς για το χρήμα και τη φήμη· να καταλαβαίνεις τον κόσμο μέσα από επίπονη και όχι επιπόλαια σκέψη· να μην έχεις την παραμικρή σχέση με πολιτικές οργανώσεις και κόμματα, η πολιτική εμπεριέχεται στην πράξη μας· να είσαι αυστηρός· να παίρνεις τον εαυτό σου σοβαρά, αλλά να μην είσαι σοβαροφανής· αφιερώσου στην τέχνη, αλλά η τέχνη να μην είναι αυτοσκοπός· να συνδέεις τα πράγματα μεταξύ τους, διότι έτσι προκύπτει η μυθολογία· να είσαι τελειομανής της φόρμας· να μεγαλώσεις παραμένοντας νέος, αλλά με την ηλικία σου· μην ανακαλείς[iv] σκηνές της ερωτικής σου συνεύρεσης την επόμενη μέρα, δεν θα μπορείς ούτε να εργαστείς ούτε να κάνεις τίποτ’ άλλο (εγώ πάντως δεν το ’χω κατορθώσει ακόμη)· μη βιοποριστείς από την τέχνη σου, θα το πληρώσεις πολύ ακριβά, καλύτερα δούλεψε σε τοστάδικο· μη φοβάσαι την απόρριψη· δεν υπάρχει χαμένος χρόνος· κάνε ό,τι επιθυμείς και μεταμελήσου αν πρέπει (αλλά ειλικρινώς)· πάντα θα σε παρεξηγούν· προετοίμασε τον εαυτό σου για τον χαμό του· η τέχνη είναι σκέψη και αίσθημα (το ταλέντο εξυπακούεται)· να μη σε νοιάζει παρά μόνον η γνώμη όσων εκτιμάς και σ’ ενδιαφέρουν· μην κολακεύεσαι από τους ισχυρούς· μην είσαι υπόλογος· η τέχνη σου ανήκει σ’ εσένα, οι άλλοι κάνουν χρήση ― είναι ελάχιστες από τις παροτρύνσεις και τις θέσεις του.
Ο Μιχάλης Κατσαρός ήταν ο ποιητής που συναντούσα κυρίως στον δρόμο και σχεδόν πάντα τα μεσημέρια στο μπαρ του «Ορφανίδη», στο Σύνταγμα. Ο Κατσαρός, ως γνωστόν, έκανε τον εαυτό του ποίημα.
Έκανα πολύ μεγάλες βόλτες. Έγραφα και διάβαζα στα καφενεία. Σύχναζα στο σαλόνι του Γιώργου Χρονά, στην οδό Τζιραίων, στην Ακρόπολη (1979-1982). Ο Γιώργος Μαρκόπουλος ―μεγαλύτερος αδελφός― και η Τζένη Μαστοράκη (επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς κάθε μέρα επί ένα χρόνο, χωρίς να έχουμε συναντηθεί) με υποστήριξαν πολύ στα πρώτα μου βήματα.
Ο απόηχος της δεκαετίας του ’60 δεν έπαψε ποτέ να βουίζει στ’ αυτιά μου: το ροκ, η αμφισβήτηση, το αίτημα και το πνεύμα της ελευθερίας, η αυτονομία και η αυτοδιάθεση, τα κινήματα, τα ρεύματα, η πρωτοπορία, η υπέρβαση των ορίων, ο πειραματισμός και η σεξουαλική επανάσταση μ’ έσερναν απ’ τη μύτη. Δεν ήμουν ο μόνος.
Ξόδεψα αφειδώς τον χρόνο μου. Ρίχτηκα στη νύχτα. Να μνημονεύσω τον φίλο μου Νίκο Αλεξίου, που πριν φύγει για τη Βιέννη, περιπλανιόμασταν μαζί στην Αθήνα και ξενυχτούσαμε στο πάλαι ποτέ μπαρ «Η Διάπλαση των Παίδων» (1981-1982). Είχ’ αφεθεί σε μια μελαγχολική, ηδονιστική ατμόσφαιρα. Το 1982, η Βίκυ, στο δωμάτιό της ενός ξενοδοχείου στο Κουκάκι, μου είπε ότι το καλύτερο πράγμα που είχα να κάνω στη ζωή μου ήταν να μη βγω ποτέ από το δωμάτιο.
Έβγαινα απ’ την αστρόσκονη του Bowie.
Πολλοί φίλοι αυτοκαταστράφηκαν πολύ σύντομα ― η αυτοκαταστροφή ήταν η προίκα μας από τη δεκαετία του ’60. Άλλοι αυτοκαταστρεφόμαστε αργά και με μέθοδο.
Κράτησα το κεφάλι μου στη θέση του.
Με τη Λένα Πλάτωνος ανοιχτήκαμε σε κάθε πιθανή εκδοχή του εαυτού μας. Συναντηθήκαμε το 1982. Η διάχυση του εαυτού σε ό,τι μας κέντριζε το ενδιαφέρον και την περιέργεια, η ποίηση και η μουσική είχαν τον πρώτο λόγο. Πειραματιζόμασταν με τους ηλεκτρονικούς ήχους, τα ambient περιβάλλοντα, τις λούπες και τη φωνή μας. Τη σχέση μας σφράγισε η «Κυψέλη», το τραγούδι από το έργο της Μάσκες Ηλίου (1984), που ερμηνεύουμε μαζί. Οι ραδιοφωνικές εκπομπές μου στο Τρίτο Πρόγραμμα κατάγονται από την εμπειρία και τους πειραματισμούς εκείνων των χρόνων.
Το 1982 ήλθα για πρώτη φορά σ’ επαφή με το έργο του Heinrich von Kleist, με αφορμή την εκπληκτική παράσταση της «Σκηνής» Η σπασμένη στάμνα, σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη και σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και Βασίλη Παπαβασιλείου. Ακολούθησαν οι Μαριονέτες και οι 4 νουβέλες (Η Μαρκησία του Ο…, Ο σεισμός στη Χιλή, Ο έκθετος, Η Αγία Καικιλία ή Η δύναμη της μουσικής). Ο Κλάιστ ήταν ο συγγραφέας με τον οποίον εντόπισα αυτό που θα ονόμαζα ως η γερμανική κλίση μου. Ήταν η αρχή της καταβύθισής μου στη γερμανική και γερμανόφωνη λογοτεχνία. Ο θαυμασμός μου για το έργο του Κλάιστ είναι ανυποχώρητος. Το αμέσως επόμενο βιβλίο ήταν Ο θάνατος στη Βενετία του Thomas Mann. O γερμανικός ρομαντισμός, ο Gustav Mahler, η Σχολή της Βιέννης (Arnold Schoenberg, Alban Berg, Anton Webern), ο γερμανικός εξπρεσιονισμός, το dada και ο Kurt Schwitters, ο Kurt Weill, ο Rainer Werner Fassbinder, ο Peer Raben, η Ingrid Caven, ο Wim Wenders, οι Can, οι Kraftwerk, η Nico, η αβανγκάρντ μουσική σκηνή του Βερολίνου, με αιχμή τους Einstürzende Neubauten ―ο κατάλογος είναι μακρύς― τροφοδοτούσαν τις γερμανικές ώρες μου. Υπήρχαν, όμως, και οι άλλες ώρες: η νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία, ο Gustave Flaubert, η γαλλική ποίηση ―o Charles Baudelaire, ο Arthur Rimbaud, ο Guillaume Apollinaire―, o Jean-Paul Sartre, ο Albert Camus, o Georges Bataille, ο Jean Genet, οι Σημειώσεις για την όραση του Jim Morrison, η αμερικανική ποίηση και πεζογραφία, ο John Cassavetes και το ανεξάρτητο σινεμά, η beat generation, o John Barry, οι Velvet Underground, οι Siouxsie and The Banshees, οι Cure, οι Stranglers, οι Talking Heads, οι Tuxedomoon, η Laurie Anderson ― ο David Bowie, συμπλήρωναν το εικοσιτετράωρό μου.
Μασούσα αργά την τροφή μου.
Το 1983 εξέδωσα την πρώτη μου ποιητική συλλογή.
Το 1984 ήταν διακεκριμένο[v] έτος. Την άνοιξη δεν αισθανόμουν καλά, ασφυκτιούσα· δεν ήξερα πού και πώς να ξεσπάσω. (Το 1980 είχε προλάβει να ξεσπάσει εναντίον μου ένα έλκος του δωδεκαδακτύλου ― θα εξαφανιζόταν δια παντός δώδεκα χρόνια αργότερα.) Ο αδελφός μου ολοκλήρωνε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Νέα Υόρκη. Άρπαξα την ευκαιρία και πήγα ένα ταξίδι, με αφορμή την τελετή αποφοίτησής του απ’ το πανεπιστήμιο Columbia. Το Μανχάταν ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Η φράση του σχεδιαστή μόδας Helmut Lang «το παρόν είναι πάντα η ευκαιρία» αρμόζει απολύτως στην εκκωφαντική ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’80. Στο Beacon Theater είδα δύο διαδοχικές παραστάσεις της Λόρι Άντερσον, με άξονα το έργο της Mister Heartbreak.Ήτανσαν ένας από τους φακούς που χρησιμοποιούσε στην παράστασή της να έριξε φως σ’ αυτό στο οποίο προσπαθούσα να δώσω σχήμα. (Τα φώτα σβήνουν. Απομένει μόνο το μπλε. Για να εξαφανιστεί κι αυτό σε λίγο. Σκοτάδι. Η οθόνη ανάβει. Μέσα από μια χορευτική μουσική της Άντερσον αναδύονται τα πράγματα: τηλεοράσεις, αεροπλάνα, έπιπλα, τηλέφωνα, σαξόφωνα, ομπρέλες πέφτουν σαν βροχή στην οθόνη· ύστερα οι μουσικοί και η Άντερσον με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με λευκή κουκούλα παίρνουν τις θέσεις τους επί σκηνής, ενόσω συνεχίζουν να πέφτουν στην οθόνη τ’ αντικείμενα. Η μουσική ξαφνικά σταματά. Ένα τεράστιο «0» εμφανίζεται στην οθόνη. Κι ένα τεράστιο «1». Μιλάει μέσα απ’ την κουκούλα. Φωνή άκρως παραμορφωμένη, γκροτέσκ. «Ladies and gentlemen, welcome to Difficult Listening Hour».) Προσπάθησα να τη συναντήσω, με σκοπό να κάνω μια συζήτηση μαζί της και να τη δημοσιεύσω, αλλά δεν κατέστη δυνατόν απλώς και μόνο για τον λόγο ότι μόλις άρχιζε περιοδεία ανά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν μετά από σαράντα ημέρες επέστρεψα στην Αθήνα, όλα φαίνονταν αλλιώς στα μάτια μου. § Toν Νοέμβριο γνώρισα τον Νίκο Καρούζο (η γνωριμία έγινε εξόδοις του Γιώργου – Ίκαρου Μπαμπασάκη). Έζησα μαζί του μια ολόκληρη ζωή τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής του, «ξεχερσώνοντας τον χρόνο» (Lichtenberg) σε δρόμους, καφενεία, μπαρ, κουτούκια, εστιατόρια και, σπανίως, σπίτια και στο «υπόγειο υπερώο» του, εμβαπτίζοντας το πνεύμα μου στην απογύμνωση και την ηθική ακεραίωση των λέξεων και του τρόμου να υπάρχουμε. Το 1989, με τον Γιάννη Τζώρτζη κάναμε την παραγωγή του δίσκου Ομορφαίνω τη μοίρα, που περιέχει απαγγελίες του· ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1992 από την ετικέτα «Ιπτάμενοι δίσκοι», του φίλου Θοδωρή Μανίκα. § Τον Δεκέμβριο πήγαμε με την Πλάτωνος και τη Μαλκίτα Χάγουελ στην πρώτη συναυλία του Nick Cave και των Bad Seeds (κιθάρα: Blixa Bargeld, μπάσο: Mick Harvey, τύμπανα: Barry Adamson) στην Αθήνα, σε μια πρώην ντισκοτέκ, στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου στη Μεσογείων. Έρχονταν από την κόλαση. Έπαιξαν ολόκληρο το άλμπουμ From Her to Eternity, που μόλις είχε κυκλοφορήσει.Τα τζάμια έτριζαν από τα ντεσιμπέλ. Ήμασταν μέρος μιας σκοτεινής τελετουργίας και μιας μυστικής ακόμη αδελφότητας: δεν ξεπερνούσαμε τα εκατό άτομα.
Ο Τάσος Δενέγρης ήταν ο συνδετικός κρίκος με τη δεκαετία του ’60. Γνωριστήκαμε το 1985. Συνδεθήκαμε με βαθιά φιλία και ζήσαμε τα τελευταία είκοσι τρία χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, την Αίγινα, την Τήνο και το Βερολίνο. Έχω γράψει εκτενώς για το πρόσωπό του και τη σχέση μας.
[Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Χρήστο Βακαλόπουλο. 1985· «Ίντριγκα». Ο Βακαλόπουλος μόλις είχε εκδώσει τους Πτυχιούχους στις εκδόσεις «Ερατώ» του φίλου Μανώλη Μανουσάκη. Την ίδια εποχή, τρεις φίλοι, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο Γιάννης Τζώρτζης κι εγώ είχαμε εκδώσει τα πρώτα μας βιβλία στην «Ερατώ». (Για την ακρίβεια, και οι τρεις ήμαστε στον σκληρό πυρήνα της «Ερατώς».) Ο Μπαμπασάκης δούλευε ως σερβιτόρος. Ήταν μια ήσυχη νύχτα: καπνίζαμε και πίναμε αργά, ακούγοντας μουσική και κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια. (Ωστόσο με τον Βακαλόπουλο δεν θα συγχρωτιζόμασταν παρά μόνο στις αρχές της επόμενης δεκαετίας ― και θ’ αποχωριζόμασταν. (Το ίδιο θα συνέβαινε, πλην του αποχωρισμού, και με μερικές ακόμα εξαιρετικά κρίσιμες, μισοαρχινισμένες σχέσεις, όπως ήταν αυτές με τον Ευγένιο Αρανίτση, τον Ηλία Λάγιο και τον Κωστή Παπαγιώργη.)]
Με τον Μπαμπασάκη, τον Τζώρτζη και τον Βασίλη Τσαλή (κάτοικο Δυτικού Βερολίνου τότε) ήμασταν σύντροφοι εν όπλοις στο δεύτερο μισό της δεκαετίας. Με τους δύο πρώτους διατελέσαμε επίσης ένα είδος εμπροσθοφυλακής[vi] του Νίκου Καρούζου, συχνά με την ενίσχυση του Γιώργου Κακουλίδη. Ανηφορίζοντας τ’ απογεύματα με τον Καρούζο κατά τον «Μπόκολα», στην πλατεία Κολωνακίου, πολλοί θαμώνες τρέπονταν σε φυγή. Στο τραπέζι δεχόμασταν επισκέψεις[vii].
Έγραψα ελάχιστα τη δεκαετία του ’80. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία απαγόρευσα στον εαυτό μου να γράψει, εξ αρχής. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είμαι προγραμματικός συγγραφέας ― ή εκτοπισμένος: έρχομαι απ’ τα γκουλάγκ του εαυτού μου.
Ψηλαφούσα ένα κείμενο πεδίο μάχης.
Το 1988 και το 1989 εκδόθηκαν στα ελληνικά ο Πρώτος έρωτας του Samuel Beckett, το Μπετόν και Ο Ανιψιός του Βιτγκενστάιν του Thomas Bernhard, Η ωμότητα των πραγμάτων, με τις συζητήσεις του David Sylvester με τον Francis Bacon, Η Αφιέρωση του Botho Strauss, το Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό του Peter Handke και το Εγκόλπιο ανασκολοπισμού του E.M. Cioran. Ο Πρώτος έρωτας είναι το βιβλίο που θα ήθελα να έχω γράψει, όπως έχω γράψει σ’ ένα παλιότερο κείμενό μου περί συγγραφικών καταβολών. Ακούω πάντα μέσα μου τον Μπέρνχαρντ όταν γράφω. Το Φεβρουάριο του 1989 διάβασα για τον θάνατό του στις εφημερίδες, ενόσω νοσηλευόμουν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο εξαιτίας μιας ελαφράς γαστρορραγίας κι ενώ δεν είχαν περάσει τρεις μήνες από την έκδοση του Μπετόν στα ελληνικά. (Όταν ο Μπέρνχαρντ έλαβε το βιβλίοέγραψε στον Έλληνα εκδότη ότι το εξώφυλλο ήταν σαν κηδειόσημο.) «Choix super!» Η αντίδραση του Φράνσις Μπέικον όταν μια άγνωστή του κοπέλα στο “Cafe de flore”, στο Παρίσι, του εξομολογήθηκε ότι ήταν εθισμένη στην ηρωίνη. Ο σκόρος δεν τρώει ένα βαθιά τραγικό πνεύμα. Η Αφιέρωση ήταν έν’ ανοιχτό κείμενο: ενέδιδα στη μίξη αφηγήματος, δοκιμίου, σημείωσης, θραύσματος, φιλοσοφικού στοχασμού και θεάτρου. Το καλοκαίρι του 1990 με βοήθησε να μην καταρρεύσω. Με τον Χάντκε είχα έλθει σ’ επαφή από το 1983, όταν είχα διαβάσει την Αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι· κατόπιν ακολούθησαν τα υπόλοιπα βιβλία του. Το αστικό περίκλειστο, η περιπλάνηση, η μονότονη αφήγηση, η ανάπτυξη της πρότασης και η παρατήρηση του Χάντκε ήσαν αυτά που ήθελα ν’ αξιοποιήσω στην πρόζα μου. (Το ποίημα έπνεε τα λοίσθια μέσα μου.) Ο Χάντκε, σε μια συνέντευξή του τη δεκαετία του ’70, είχε αναφέρει ότι όταν ήταν πολύ νέος, πριν απ’ όλα, ήθελε να ζήσει σαν συγγραφέας. Στην εφηβεία μου αισθανόμουν ακριβώς το ίδιο. Ο Σιοράνμε εκτίναξε. Η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, η τέχνη και η ζωή με οδηγούσαν σ’ ένα υπαρξιακό-μηδενιστικό κοσμοείδωλο, αλλά με τη χάρη του Θεού. «Η αυθεντικότητα μιας ύπαρξης συνίσταται στην ερείπωσή της».
Μετά, έφυγα στο Βερολίνο.*
[Το μέσα δωμάτιο του proletarisch gay bar «Die Kleine Philharmonie» στον αριθμό 14 της Schaperstrasse, στο Σαρλότενμπουργκ, ή, άλλως, «Wanda’s»: είχε τέσσερα ή πέντε χαλιά στο πάτωμα, το ένα πάνω στ’ άλλο, ένα μικροαστικό σαλονάκι και φωτογραφίες αστέρων που είχαν περάσει απ’ το μπαρ ή εξακολουθούσαν να συχνάζουν. Nur für Stammkunden. Λειτουργούσε από τα μεσάνυχτα ως το πρωί. Σε σπάνιες περιπτώσεις, αναλόγως της διάθεσης της Βάντας, επιτρεπόταν η είσοδος και σε γυναίκες.]
Θυμάμαι όλα τα σύννεφα:
Εάν ήθελα να συνοψίσω την ψυχική κυκλοφορία της δεκαετίας του ’80 θα ανέσυρα το εναρκτήριο κείμενο του βιβλίου μου Η Ιστορία της μουσικής (1994). «Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ’μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ’μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπίρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη».
Την επόμενη δεκαετία θ’ αποσαφηνίζονταν όλα.
ΥΓ. Ως νέοι, ζούσαμε με το άγχος και την αγωνία της απελευθέρωσης, της χειραφέτησης, της αυτονομίας και της ιδιοπροσωπίας. Τα ερεθίσματα ήσαν πολλά και ετερόκλητα· επρόκειτο περί καταιγισμού ― όχι μόνον απ’ όσα συνέβαιναν στη διεθνή σκηνή, αλλά και απ’ όσα ελάμβαναν χώρα εδώ. Αναζητήσαμε το ζωτικό μας χώρο· έπρεπε να τον κατασκευάσουμε για να υπάρξουμε. Μαθητεύσαμε. Έπρεπε να διέλθουμε από τα σημεία. Κληρονομήσαμε όλα τα τικ της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Επιχειρήσαμε τη ρήξη και την αποδόμηση. Ο θόρυβος, η υπερβολή και ενίοτε η ιδεοληψία εξείχαν. Οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις πλειοδοτούσαν. (Ευτυχώς υπήρχε κέφι στην ατμόσφαιρα και χιούμορ.) Αλλά εξείχαν επίσης η διαύγεια, η οξυδέρκεια και το ταλέντο. Η φιλία εξισορροπούσε τις αντιθέσεις. Οπωσδήποτε, μας περίσσευε ο εαυτός μας. Εκτελέσαμε ασκήσεις ισορροπίας σε κενά αέρος μεταξύ δύο κόσμων· στο μεταίχμιο δύο αιώνων· εκκρεμούμε ακόμη
[«Εφελκίς»: κρούστα σε taglio.]
[i]«Et praeceps Anio a Tiburni lucus: Nous mimes pied à terre. Tirant après nous nos chevaux par la bride, nous parvinmes, à travers des brandes et des halliers, au bord de la rivière Niagara, sept ou huit cents pas au-dessus du Saut¹. Comme je m’avançais incessamment, le guide me saisit par le bras; il m’arrêta au rez même de l’eau, qui passait avec la vélocité d’une flèche. Elle ne bouillonnait point, elle glissait en une seule masse sur la pente du roc; son silence avant sa chute formait contraste avec le fracas de sa chute même. L’Écriture compare souvent un peuple aux grandes eaux; c’était ici un peuple mourant, qui, privé de la voix par l’agonie, allait se précipiter dans l’abîme de l’éternité. Le guide me retenait toujours, car je me sentais pour ainsi dire entrainé par le fleuve, et j’avais une envie involontaire de m’y jeter. Tantôt je portais mes regards amont, sur le rivage; tantôt aval, sur l’ile qui partageait les eaux et où ces eaux manquaient tout à coup, comme si elles avaient été coupées dans le ciel. Après un quart d’heure de perplexité et d’une admiration indéfinie, je me rendis à la chute.»
[ii]«Finally left in the landscape is the dancer/ all maps have resigned, the landscape has/ designed him. My lines can only/ plagiarize his dance./ Ainsi pas même; ce ne fut: naïf, je commençais à m’ y complaire./ Aussi je crois, poète, a mon dommage, qu’ y inscrire un distique est de trop./ Devant vous, le champ de dix hectares dont je suis le laboureur, le sang secret et la pierre catastrophique/ Cet isolateur, avec pour vertu, mobile, de renouveler l’inconscience du délice sans cause./ Everything is fine/ I’m sitting right here just waiting for the end of time/ This is my chosen landscape/ Je ne vous laisse rien à penser».
[iii]Ενέχυσε ο Wallace Stevens την εξής αράδα του αρχιμουσικού Enescu στη ζωφόρο του ποιήματος «Ο Κόσμος ως Στοχασμός» όπου γιγνόμενον τον Οδυσσέα θεασαίμεθα λόγῳ από την Πηνελόπη που τον έχει πάρει πάνω της: «Έχω περάσει πολύ καιρό δουλεύοντας στο βιολί μου, ταξιδεύοντας. Η λυδία όμως άσκηση του συνθέτη, ο στοχασμός, ποτέ δεν έπαυσε εντός μου. Ζω σε αείζωο όνειρο – από τις μέρες πέρα εξικνείται».
[iv]«Look up at it; mark it well; the white flame but lights the way to the White Whale!. Hand me those main-mast links there; I would fain feel this pulse, and let mine beat against it; blood against fire! So.” Then turning—the last link held fast in his left hand, he put his foot upon the Parsee; and with fixed upward eye, and high-flung right arm, he stood erect before the lofty tri-pointed trinity of flames. “Oh! thou clear spirit of clear fire, whom on these seas I as Persian once did worship, till in the sacramental act so burned by thee, that to this hour I bear the scar; I now know thee, thou clear spirit, and I now know that thy right worship is defiance. To neither love nor reverence wilt thou be kind; and e’en for hate thou canst but kill; and all are killed. No fearless fool now fronts thee. I own thy speechless, placeless power; but to the last gasp of my earthquake life will dispute its unconditional, unintegral mastery in me. In the midst of the personified impersonal, a personality stands here. Though but a point at best; whencesoe’er I came; wheresoe’er I go; yet while I earthly live, the queenly personality lives in me, and feels her royal rights. But war is pain, and hate is woe. Come in thy lowest form of love, and I will kneel and kiss thee; but at thy highest, come as mere supernal power; and though thou launchest navies of fullfreighted worlds, there’s that in here that still remains indifferent. Oh, thou clear spirit, of thy fire thou madest me, and like a true child of fire, I breathe it back to thee.” (Sudden, repeated flashes of lightning; the nine flames leap lengthwise to thrice their previous height; Ahab, with the rest, closes his eyes, his right band pressed hard upon them.) “I own thy speechless, placeless power; said I not so? Nor was it wrung from me; nor do I now drop these links. Thou canst blind; but I can then grope. Thou canst consume; but I can then be ashes. Take the homage of these poor eyes, and shutter-hands. I would not take it. The lightning flashes through my skull; mine eye-balls ache and ache; my whole beaten brain seems as beheaded, and rolling on some stunning ground. Oh, oh! Yet blindfold, yet will I talk to thee. Light though thou be, thou leapest out of darkness; but I am darkness leaping out of light, leaping out of thee! The javelins cease; open eyes; see, or not? There burn the flames! Oh, thou magnanimous! now I do glory in my genealogy. But thou art but my fiery father; my sweet mother, I know not. Oh, cruel! what hast thou done with her? There lies my puzzle; but thine is greater. Thou knowest not how came ye, hence callest thyself unbegotten; certainly knowest not thy beginning, hence callest thyself unbegun. I know that of me, which thou knowest not of thyself, oh, thou omnipotent. There is some unsuffusing thing beyond thee, thou clear spirit, to whom all thy eternity is but time, all thy creativeness mechanical. Through thee, thy flaming self, my scorched eyes do dimly see it. Oh, thou foundling fire, thou hermit immemorial, thou too hast thy incommunicable riddle, thy unparticipated grief. Here again with haughty agony, I read my sire. Leap! leap up, and lick the sky! I leap with thee; I burn with thee; would fain be welded with thee; defyingly I worship thee!» Ανασκαλίζω χόβολη (Περίεργη Εργασία), φαντασιοκοπώ κι ούτω τον δείχτει το εμόν παίγνιον: « Je m’abandonne à vous/ Amoureux souvenir/ Venez m’entretenir/ Loin de l’aymable objet qui seul pouvoit me plaire:/ Hélas ! vous me serez aussi cruel que doux/ Mais malgré tous les maux que vous allez me faire/ Amoureux souvenir/ Je m’abandonne à vous.»
[v]Καταβύθιση μεσαίου βάθους στα τεχνικά χαρακτηριστικά της Ferrari Berlinetta Boxer (1973-1984) φέρνει μπρός την απουσία αμαξώματος τύπου berlinetta, κινητήρα boxer. Κάτωθι παρατίθεται μαρτυρία του αρχισχεδιαστή Fioravanti, μεταφρασμένη, θαρρώ, από τα ιταλικά στα αγγλικά χάριν συνέντευξης σε περιοδικό αυτοκίνησης εξαντλημένο πια, ψιχία της οποίας αναδημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο, ξεριζώθηκαν και μεταφυτεύτηκαν σε docx μεταξύ άλλων, σχετικών και μη. Υπερσύνδεσμος παρακείμενος στο παράθεμα ακολουθήθηκε μέχρις ιστοσελίδα αυτοκίνησης που τώρα κρέμεται και σκουριάζει: « We (σ.σ. Fioravanti, Bellei, Scaglietti) all had the same thought when the 365 GT4 arrived as a one-to-one scale model, the very first prototype; ‘Wow… it’s very good. It’s very beautiful. Very… shapely…’ Of course, we were all thinking of Brigitte Bardot. I don’t recall which film—it was certainly an old film, black and white, there were many ‘Maninas’—and she was very young and not so covered. We had all seen it recently.» Στο βιβλίο The Rationale of Reward του 1825, ο Jeremy Bentham αναφέρει: « Prejudice apart, the game of push-pin is of equal value with the arts and sciences of music and poetry ». Ήδη από το 1962, ο Veiga, sambista εγνωσμένης δεξιοσύνης, είχε ερρύθμως αρθρώσει τη διερώτηση του μελουργού Miguel Gustavo: «BB, BB, BB por que é que todo mundo olha tanto pra você?» Η Berlinetta Boxer αγοράστηκε μετ’ επιτάσεως από αμερικανούς διάκους της αυτοκίνησης, καίτοι ασυμμόρφωτη με τους κανονισμούς της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος και του Υπουργείου Μεταφορών των Η.Π.Α. ώστε να οδηγηθεί νομίμως. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία αμάξια πίστας, που, resarta επιδίωξαν να μετοικήσουν στον κοινό δρόμο: « He’s a character I’ve always liked. I think it was William Blackstone. Or so Abraham … Anyway, one day he arrived in what is now, I believe – no matter – some– where in Massachusetts. And lived there quietly among the Indians. After a while the Puritans settled on the other side of the river. They invited him over; they said it was healthier on that side, you see. Ah, these people, these fellows with ideas,’ he told the cat, ‘old William didn’t like them – no he didn’t – so he went back to live among the Indians, so he did. But the Puritans found him out, Quincey, trust them. Then he disappeared altogether – God knows where … Now, little cat’, the Consul tapped his chest indicatively, and the cat, its face swelling, body arched, important, stepped back, ‘the Indians are in here’ »
[vi]«Il est impossible d’étudier les Œuvres des grands mathématiciens, et même celles des petits, sans remarquer et sans distinguer deux tendances opposées, ou plutôt deux sortes d’esprits entièrement différents. Les uns sont avant tout préoccupés de la logique ; à lire leurs ouvrages, on est tenté de croire qu’ils n’ont avancé que pas à pas, avec la méthode d’un Vauban qui pousse ses travaux d’approche contre une place forte, sans rien abandonner au hasard. Les autres se laissent guider par l’intuition et font du premier coup des conquêtes rapides, mais quelquefois précaires, ainsi que de hardis cavaliers d’avant-garde. (…) Permettez-moi encore de comparer deux hommes, qui sont l’honneur de la Science française, qui nous ont été récemment enlevés, mais qui tous deux étaient depuis longtemps entrés dans l’immortalité. Je veux parler de M. Bertrand et de M. Hermite. Ils ont été élèves de la même école et en même temps ; ils ont subi la même éducation, les mêmes influences ; et pourtant quelle divergence ; ce n’est pas seulement dans leurs écrits qu’on la voit éclater ; c’est dans leur enseignement, dans leur façon de parler, dans leur aspect même. Dans la mémoire de tous leurs élèves, ces deux physionomies se sont gravées en traits ineffaçables ; pour tous ceux qui ont eu le bonheur de suivre leurs leçons, ce souvenir est encore tout récent ; il nous est aisé de l’évoquer. Tout en parlant, M. Bertrand est toujours en action ; tantôt il semble aux prises avec quelque ennemi extérieur, tantôt il dessine d’un geste de la main les figures qu’il étudie. Évidemment, il voit et il cherche à peindre, c’est pour cela qu’il appelle le geste à son secours. Pour M. Hermite, c’est tout le contraire ; ses yeux semblent fuir le contact du monde ; ce n’est pas au dehors, c’est au dedans qu’il cherche la vision de la vérité. La fugue ne constitue donc pas une maladie, elle n’en est qu’un des symptômes. Un malade. Il voyage, il s’échappe, il fuit, toujours poursuivi, toujours malheureux, insulté dans toutes les langues comme ce professeur de collège qui passe en Angleterre, où il se trouve bien; mais il a le malheur d’apprendre l’anglais, et aussitôt plus de repos, les voix l’insultent en anglais; il va à Lisbonne et n’apprend pas le portugais, mais il est de nouveau poursuivi par les voix, et il parcourt les contrées les plus lointaines cherchant en vain le repos. L’interrogation sur l’échec commence avec un acte de dépouillement. Les formes concrètes de l’expérience de l’échec, quelque éloignées qu’elles paraissent de la découverte de cette différence entre notre causalité réelle et une causalité transparente à soi, ne prennent cependant tout leur sens que par cette expérience fondamentale. Qu’elles se présentent comme la conscience de possibilités d’action, d’expansion ou d’amour, que le moi a résignées, ou comme l’expérience d’une inégalité du moi à lui-même au sein de l’action dont il attendait qu’elle l’égalât enfin à soi, ou comme une limite rencontrée dans l’épanouissement de la communication, ou comme le sentiment de l’impureté qui se mêle aux décisions les meilleures, ou d’une insensible trahison à l’égard des croyances que nous professons, ce qui se retrouve en toutes, c’est, par le double rapport de la causalité du moi à une attention pure qui l’éclaire et à la nature qu’elle porte en soi, la prévalence soudaine de cette dernière. Par là il apparaît qu’il y a, dans la prise de conscience de l’échec, comme une conversion du moi au principe de son être. Ce cas nous parut tellement intéressant; nous interrogeons le malade: -Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ’μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ’μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπίρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη. -Ici on parle français. -J’étais en train d’admirer la statue de Pierre-le-Grand, au milieu d’une grande place, quand des agents de police coiffés de casques à pointe éprouvèrent le besoin d’entrer en conversation avec moi. Fort embarrassé, car j’ignore la langue russe, je leur fis comprendre tout mon ennui de ne pouvoir leur répondre convenablement et d’employer une mimique que je cherchai pourtant à rendre très expressive. Peut-être comprirentils tout de travers, peut-être aussi furent-ils scandalisés de mon procédé, toujours est-il qu’ils me saisirent malgré mes protestations et m’amenèrent devant un Monsieur qui, ne connaissant pas le français, fit venir un interprète. J’étais devant un commissaire de police. – Vos papiers! Où sont vos papiers?… me dit-il. – Je n’en ai pas. – Quels sont vos moyens d’existence? – Nombreux, Monsieur le Commissaire, je voyage beaucoup; quand j’ai de l’argent, je m’en sers; quand je n’en ai pas j’en demande; quand on ne m’en donne pas, je meurs de faim. – Pourquoi vous trouvez-vous à Moscou? – Je serais bien embarrassé de vous le dire. Voici comment cela arrivé. J’ai de grands maux de tête, je m’ennuie, je sens le besoin de marcher, et je pars, je vais toujours tout droit et quand je reviens à moi, je suis loin; la preuve, c’est que parti de Valenciennes il y a quelques mois je suis ici maintenant. – Plus de doute, s’écria le Monsieur, nous en tenons un, et sa figure s’épanouit de joie. – Allons ne cherchez pas à feindre me dit l’interprète, on vous connaît. Vous me connaissez ! quelle chance! alors vous tâcherez de me procurer un peu de travail? – Mais, parbleu! plus je le regarde, plus sa ressemblance est frappante. Enfin nous le tenons. Qu’on l’emmène. Et l’on me saisit, on me pousse, on m’entraîne, je proteste. Enfin que me veut-on? – En prison le nihiliste ! crie le Monsieur. Et oui! j’étais nihiliste sans le savoir. Mon signalement répondait à celui d’un homme qu’on recherchait. Et voilà comment le gouvernement russe me fournit pendant trois mois et demi le gîte et le couvert en compagnie de plusieurs étudiants et de femmes. Ils savaient bien que je n’étais pas nihiliste ceux-là!»
[vii]― Σκαρδαμύσσον φως! ποιοί επωφελήθησαν του προσφερομένου αγκυροβολίου;
― Μιχάλης Κατσαρός, Κώστας Ταχτσής, Νάνος Βαλαωρίτης, Μαντώ Αραβαντινού, Δημήτρης Χριστοδούλου, Βαγγέλης Γκούφας, Γιώτα Βέη, Γιώργος Κούνδουρος, ήσαν μερικά μόνο από τα πρόσωπα που παρήλαυναν.
― Ο «Καλλίτερος Κούνδουρος»;
― Ακριβώς!

