Η πίστη στον Διάβολο κατά τον Μεσαίωνα είχε τα στοιχεία της πίστης σε μια προσωποποιημένη κακοποιό δύναμη που μπορούσε να κατέχει ανθρώπους ή και ολόκληρες ομάδες ανθρώπων (Εβραίους, λεπρούς, άλλες κατηγορίες ή και μεμονωμένα άτομα), με τους οποίους μπορούσε να συμπράξει και να τους οδηγήσει στο να κάνουν το κακό, να διαπράττουν εγκλήματα ή να επεξεργάζονται ένα σχέδιο κυριαρχίας που θα απέβλεπε στην καταστροφή του χριστιανικού κόσμου.
Στην εποχή μας, εποχή εκκοσμίκευσης και απομάγευσης του κόσμου, ο Διάβολος έχει χάσει τη μορφή του αυτή και δεν τρομάζει πλέον τους περισσότερους μέσα στις κοσμικές μας κοινωνίες. Αν όμως ο Διάβολος δεν είναι σήμερα εκείνο που μας τρομάζει και μας φοβίζει, δεν σημαίνει ότι συμβαίνει το ίδιο και με αυτό που έχει αποκληθεί «διαβολική αιτιότητα». Κάθε εποχή έχει και τη δική της πραγματεία δαιμονολογίας.
Η «διαβολική αιτιότητα» είναι μία έννοια την οποία επεξεργάστηκε ο Léon Poliakov κατά την πολυχρόνιο ιστορική του έρευνα για τον αντισημιτισμό. Όμως για τον Poliakov, η διαβολική αιτιότητα καταλήγει να υποδεικνύει και να κατονομάζει μία ψυχική τάση και έναν τύπο συμπεριφοράς που εντοπίζονται, πέραν του αντι-εβραϊσμού, μέσα και σε άλλες μορφές μίσους, οι οποίες είναι πάντοτε συνδεδεμένες με φαντασιακές παραστάσεις ενός όντος ή μιας ομάδας ανθρώπων που θεωρούνται ως η ενσάρκωση του καταστροφικού κακού και που πρέπει να εξολοθρευτούν προκειμένου να σωθεί ένας λαός, μία θρησκεία ή ακόμη και ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Η πραγμάτευση της διαβολικής αιτιότηταςαπό τον Poliakov έχει γίνει κυρίως σε δύο έργα του. Στο Essai sur l’ origine des persécutions (Δοκίμιο για την καταγωγή των διώξεων, 1980) και στο Du joug mongole à la victoire de Lénine (Aπό τον μογγολικό ζυγό στη νίκη του Λένιν, 1985[1]).
Στις έρευνές του αυτές ο Poliakov θα συναντηθεί με τον Lévy-Bruhl[2]. Ο Bruhl είχε ήδη διατυπώσει την αρχή της δαιμονικής αιτιότητας, απαντώμενης εντός του πλαισίου της μαγικής σκέψης, τον εντοπισμό όμως της οποίας περιόριζε στη νοοτροπία των αρχαϊκών και πρωτόγονων κοινωνιών, αντιδιαστέλλοντάς την με εκείνη των σύγχρονων και πολιτισμένων. Ο Poliakov αρνείται την απολυτότητα της διάκρισης αυτής του Lévy-Bruhl επισημαίνοντας ότι μπορεί μεν η διαβολική αιτιότητα να είναι πιο εύκολα εντοπίσιμη στις αρχαϊκές κοινωνίες, δεν παύει όμως παρά ταύτα να αποτελεί και ένα χαρακτηριστικό προϊόν κοινωνιών στη διαδικασία της εκκοσμίκευσης. Είναι λάθος, ισχυρίζεται, να κάνουμε τη διάκριση και να αντιτάσσουμε το προ-λογικό της μαγικής σκέψης στο λογικό της ορθολογικής. Και οι δύο μορφές σκέψης μπορούν να συνυπάρχουν κατά έναν τέτοιο τρόπο ώστε να μας κάνουν να διαπιστώνουμε ότι καμία εποχή και κανένα επίπεδο πολιτισμού δεν μπορεί να διεκδικήσει την ανοσία απέναντι στη διαβολική αιτιότητα. Στους δύο τόμους του έργου του o Poliakov θα επιχειρήσει να ανιχνεύσει την εμφάνιση της δαιμονικής σκέψης σε νέες ιστορικές μορφές, προχωρώντας σε αναλύσεις πάνω στη δαιμονοποίηση των Ιησουιτών, των αριστοκρατών, των μασόνων, των γιακωβίνων, των «φιλοσόφων», των Εβραίων ή των αστών. Η δαιμονολογία μπορεί να υπήρξε πολύ εξαπλωμένη στον αρχαϊκό κόσμο ως ένας πρωτόγονος τύπος προλήψεων, πλην οι προλήψεις αυτές, όπως και άλλες, ιδίως οι θρησκευτικές, δεν εξέλιπαν έκτοτε, αλλά εισήλθαν και αυτές στη διεργασία της εκκοσμίκευσης. Οι σκέψεις αυτές του συγγραφέα της Διαβολικής Αιτιότητας μας παραπέμπουν στονKarl Popper που εύστοχα παρατηρεί:
«μπορεί να μην πιστεύουμε πλέον στις μηχανορραφίες των ομηρικών θεοτήτων, πλην σήμερα τη θέση των θεών του Ολύμπου έχουν καταλάβει οι Σοφοί της Σιών, τα μονοπώλια, οι καπιταλιστές ή οι ιμπεριαλιστές»[3].
Συγκεφαλαιώνοντας και επιτέμνοντας τις θέσεις του Poliakov θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εάν η προσωποποιημένη κατά τον Μεσαίωνα μορφή του διαβόλου, περιστοιχισμένου από διάφορους δαίμονες και άρχοντες της κολάσεως, δεν είναι σήμερα τόσο επίκαιρη όσο παλαιά, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη διαβολική αιτιότητα∙ αυτή έχει την ικανότητα να βρίσκει και να μορφοποιεί νέες αναπαραστάσεις του απόλυτου κακού και να τις προβάλλει επάνω σε άτομα ή σε οντότητες.
Στη διαδικασία αυτή της αναζήτησης της διαβολικής αιτιότητας, η πολιτική αντιπαράθεση και διαμάχη δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός. Τουναντίον, ίσως αποτελεί ένα πρόσφορο και προνομιούχο πεδίο για την ανάπτυξή της. Σήμερα, εποχή κατά την οποία τα ιδεολογικο-πολιτικά αφηγήματα έχουν καταρρεύσει και οι προτάσεις για συλλογική δράση με στόχο την αλλαγή δομών και συστημάτων δεν βρίσκουν πλέον απήχηση και ευήκοα ώτα, αυτό που έχει μείνει είναι όχι μόνο ο πολιτικός αντίπαλος να μετατρέπεται σε εχθρό, αλλά, ακόμη περισσότερο, να θεωρείται το εγγενές και εκ της ουσίας του Απόλυτο Κακό και να δαιμονοποιείται. Η δαιμονοποίηση αυτή συνεπιφέρει αναπόφευκτα και την επιστροφή της αρχαίας λογικής του αποδιοπομπαίου τράγου, στη βιβλική εκδοχή της οποίας ο χίμαρος (τράγος), φορτωμένος στην κεφαλή του με όλες τις ανομίες του λαού του Ισραήλ, εξαποστέλλεται για την εξαγόρευσή τους σε γη έρημο και άβατο[4].
Reductio ad Hitlerum. Μία σύγχρονη μορφή του Απόλυτου Κακού
Μία νέα φιγούρα του διαβόλου, μία νέα μορφή του απόλυτου κακού, έχουν γίνει, από τα τέλη του 20ού αιώνα μέχρι τις μέρες μας, οι ναζί και ο αρχηγός τους. Η αναγωγή στον Χίτλερ (Reductio ad Hitlerum) έχει υποκαταστήσει την εις άτοπον απαγωγή (Reductio ad Absurdum). Tη διαπίστωση αυτή την κάνει για πρώτη φορά το 1953 ο Leo Straus, ο οποίος είναι και ο επινοητής του όρου «αναγωγή στον Χίτλερ»[5]. Ο όρος «Reductio ad Hitlerum» έχει την έννοια ότι σε μία ανάπτυξη απόψεων και σε έναν διάλογο, η αναγωγή των θέσεων του άλλου ή αυτού του ίδιου του άλλου στον ναζισμό ή τον Χίτλερ έρχεται να περατώσει τη συζήτηση, εφόσον λειτουργεί όπως η εις άτοπον απαγωγή. Σύμφωνα δηλαδή με τον Straus, το αξίωμα αυτό κατατείνει στο ότι ένα συμπέρασμα σε έναν διάλογο βασίζεται στην καταγωγική αφετηρία και προέλευση κάποιου πράγματος ή κάποιου προσώπου και όχι στην τρέχουσα σημασία του.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1990, ο Νεοϋορκέζος δικηγόρος Mike Godwin, o οποίος έκανε τότε τα πρώτα του βήματα στο διαδίκτυο (Usenet), παρατήρησε ότι σε κάθε site, σε κάθε blog, σε κάθε forum, τις περισσότερες φορές η συζήτηση κατέληγε στην αναγωγή στον ναζισμό ή στον Χίτλερ και κατ’ αναπόφευκτο συνεπακόλουθο σταματούσε στο σημείο εκείνο. Το σημείο αυτό, που ονομάστηκε σημείο Godwin, είναι ο τόπος εκείνος που θέτει το όριο μιας συζήτησης, πέραν του οποίουδεν μπορούμε πλέον να μιλάμε. Το σημείο Godwin προσλαμβάνει διττή σημασία: τόσο αυτήν του εσχάτου επιχειρήματος, όσο και εκείνη του καθοριστικού σημείου, πέραν του οποίου η συζήτηση καταρρέει. Είναι το σημείο στο οποίο, είτε για να απαντήσουμε σε επιχειρήματα είτε για να σταματήσουμε τον διάλογο, σφραγίζουμε το στόμα του συνομιλητή μας, καταφεύγουμε στην ad nominem αναγωγή και κατρακυλάμε στο συγκινησιακό ή το υπέρλογο. Ο ίδιος ο Godwin, το αξίωμα αυτό που έμεινε έκτοτε γνωστό ως νόμος του Godwin, το διατύπωσε ως εξής:
«Όσο περισσότερο διαρκεί μία διαδικτυακή συζήτηση, τόσο η πιθανότητα να ανακύψει ένας παραλληλισμός με τους ναζί ή τον Αδόλφο Χίτλερ τείνει προς τη μονάδα»[6].
Όμως τι είναι εκείνο που τόσα χρόνια μετά προσδίδει στον ναζισμό, αλλά και στον φασισμό, μία τέτοια βαρύτητα, ώστε μόνο η αναφορά τους να χαράσσει μία αξεπέραστη και αμετακίνητη γραμμή νομιμοποίησης στον δημόσιο λόγο; Γιατί αποδεικνυόμαστε τόσο ανίκανοι να αναζητήσουμε και να βρούμε το καλό και το κακό στην πολιτική με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, παρά μόνο επιχειρώντας αναφορά σε γερασμένα γεγονότα που συνέβησαν πριν τόσες δεκαετίες;
Μία απάντηση στα ερωτήματα αυτά προσπαθεί να δώσει ο Βέλγος φιλόσοφος François de Smet, εκκινώντας από το αξίωμα που τόσο εύστοχα διατύπωσε ο δικηγόρος της Νέας Υόρκης. Tις σκέψεις του τις βρίσκουμε στο βιβλίο του υπό τον τίτλο Αναγωγή στον Χίτλερ. Μία θεωρία του σημείου Godwin[7]. Το γεγονός, γράφει ο F. De Smet, ότι η αναφορά στον ναζισμό και τον φασισμό είναι, 70 χρόνια μετά, χρωματισμένη με τόσο ακατάβλητη συγκίνηση, μας οδηγεί να δεχθούμε ότι ζούμε πάντοτε υπό την επήρεια της κουλτούρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μήπως, διερωτάται, η δαιμονοποίηση της συγκεκριμένης περιόδου και του συγκεκριμένου καθεστώτος κρύβει συγχρόνως και μία κάποια ασκούμενη επάνω μας σαγήνη; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα νόμισμα που από μπροστά εικονίζει τον δαίμονα, στην πίσω πλευρά του παριστά τη σαγήνη[8]. Το σημείο αυτό το φωτίζει περισσότερο ο συγγραφέας σε μία συνέντευξή του στην Επιθεώρηση Le Nouveul Observateur[9]. Με τον ναζισμό, απαντά σε ερώτηση στη συνέντευξη αυτήν, βρεθήκαμε σε μία κατάσταση αποσιωπημένη και ανομολόγητη∙ σε μία κατάσταση στην οποία η θέληση της ισχύος επιβλήθηκε επάνω στον κομφορμισμό των αδυνάτων. Ο ναζί είναι ο οικουμενικά «κακός» που σαγηνεύει όσο και τρομάζει, καθ’ όσον ενσαρκώνει την εικόνα της συνοχής και της ομοιογένειας, τις οποίες το ανθρώπινο ον θαυμάζει, έστω με ντροπή και με απώθηση. Τι επιτυχία, γράφει στο βιβλίο του ο de Smet, και τι νίκη για το καθεστώς των ναζί, να αποτελεί αυτό ακόμη και σήμερα το Α και το Ω του καλού και του κακού στην πολιτική; Ο Χίτλερ είναι παντού και στοιχειώνει τις συλλογικές μας αναπαραστάσεις με μια εμμονή που δεν μας αφήνει να ηρεμήσουμε. Λες και δεν έχει πεθάνει. Η φιγούρα του είναι παντού και έχει γίνει ο ίδιος ο Διάβολος στην εμβέλεια του καθενός μας.
Προχωρώντας περαιτέρω στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τις διαπιστώσεις αυτές, ο Βέλγος συγγραφέας επισημαίνει ότι τα συμπτώματα που περιγράφει είναι συμπτώματα μιας βαθειάς απώθησης∙ της απώθησης του να καθορίσουμε σε τι συνίσταται σήμερα το κακό∙ του να καθορίσουμε και να υποδείξουμε μέσα σ’ έναν κόσμο περίπλοκο, κατακερματισμένο σε επιμέρους ταυτότητες, με τις ιδεολογίες και τα μεγάλα αφηγήματα να έχουν καταρρεύσει, ποιος είναι σήμερα ο αντίπαλος. Η συνεχής αναφορά στα χρόνια του πολέμου, σημειώνει χαρακτηριστικά, μαρτυρεί μία νοσταλγία για έναν μανιχαϊστικό κόσμο ο οποίος μπορεί να χαράσσει, χωρίς δισταγμό και αμφισημίες, τα όρια του καλού και του κακού, προσφέροντας έτσι μία αλάνθαστη πυξίδα, η οποία όμως δεν δείχνει πού είναι το καλό, αλλά καταγγέλλει, και πάντοτε χωρίς ταλαντεύσεις, το πού βρίσκεται το κακό[10]. Όσο η αταξία, λέει ο De Smet, στη σημερινή παγκόσμια τάξη πραγμάτων παραμένει και ιδίως, όσο φαίνεται αξεδιάλυτη, όσο η εποχή μας δεν διαθέτει ηθική πυξίδα που να της επιτρέπει να δείξει το κακό βάσει ηθικών αξιών και θέσεων, τόσο πιο πολύ αναζητούμε το μεγάλο κακό, το απόλυτο κακό, για να δώσουμε ένα νόημα στην ύπαρξή μας. Οι δυτικές μας δημοκρατίες έχουν περιέλθει σε μεγάλη αδυναμία. Δεν μπορούν να κάνουν χωρίς τη μορφή του απόλυτου κακού. Αυτή η ενσάρκωση του απόλυτου κακού από τους ναζί είναι σε τελευταία ανάλυση η «τελευταία μεταφυσική μας βεβαιότητα», στον δε αρχηγό τους έχουμε φορέσει τη στολή του Αντιχρίστου.
H Reductio ad Fascismum και ο νέος αντι-φασισμός
Όπως είπαμε και παραπάνω, επιβάλλεται οπωσδήποτε να βρεθεί ο διάβολος στην πολιτική. Η αναζήτησή γίνεται όλο και πιο επιτακτική και αναγκαία στην εποχή μας, εποχή στην οποία τείνει όλο και περισσότερο να εκλείψει η αντιπαράθεση που βασιζόταν σε ιδεολογικές συγκρούσεις και προτάσεις. Επιπλέον, ο διάβολος αυτός θα πρέπει να είναι κατάλληλος και επιδεκτικός για τη νέα ενσάρκωση της διαβολικής αιτιότητας. Η πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης προσέφερε το υλικό. Και αυτό υπήρξε ο φασισμός∙ και η αντίδραση σ’ αυτόν, ο αντι-φασισμός.
Ο αντιφασισμός εμφανίζεται κατά τη δεκαετία του 1920 ως ένα οργανωμένο κίνημα εναντίωσης στα φασιστικά καθεστώτα που εγκαθίστανται στην Ευρώπη. Πολύ γρήγορα, όπως γνωρίζουμε, εργαλειοποιείται από τον ρωσικό κομμουνισμό, προκειμένου να δημιουργηθούν πολιτικές συμμαχίες που θα συνέτειναν με τον τρόπο αυτόν στο να παραμερισθεί και εν τέλει να παρασιωπηθεί το ζήτημα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Ο αντιφασισμός αυτός υποστηρίχτηκε από το σταλινικό καθεστώς μέχρι τον ενταφιασμό του τον Αύγουστο του 1939, όταν ο Στάλιν και ο Χίτλερ, με το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο, το γνωστό ως σύμφωνο Ribbentrop-Molotov, συνάπτουν συνθήκη για τον διαμοιρασμό της Πολωνίας και δεσμεύονται αμοιβαίως για ουδετερότητα σε περίπτωση που ένα από τα δύο μέρη θα συγκρουσθεί με τις δυτικές δυνάμεις. Ο ενταφιασμός αυτός δεν θα κρατήσει για πολύ και ο αντιφασισμός εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο και επαναδραστηριοποιείται τον Ιούλιο του 1941, όταν το σύμφωνο παραβιάζεται από τη ναζιστική Γερμανία με την εξαπόλυση της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα.
Όμως το παράδοξο είναι ότι η αντιφασιστική αυτή πολεμική, αυτή η αμετάπτωτη αναγωγή στον φασισμό, θα διαρκέσει και μετά τη λήξη του πολέμου, την ήττα και την εξαφάνιση του ναζισμού και του φασισμού. Παρατηρούμε ότι εξακολουθεί να επιμένει ένας αντιφασισμός, χωρίς φασισμό τη φορά αυτή, ο οποίος σιγά σιγά εξαπλώνεται στο σύνολο της δυτικής αριστερής ιντελιγκέντσιας, αλλά και πέραν αυτής. Βλέπουμε νέες εκφάνσεις της αριστεράς να εγκλείουν κάθε τι που τους είναι ξένο μέσα στο στρατόπεδο του φασιστικού Κακού. Παραλλήλως, οι αριστερές αυτές, αυτο-νομιμοποιούμενες πλέον με μία αυτόβουλη και αυτάρεσκη τοποθέτησή τους στην πλευρά της «ηθικής» και θέλοντας να καλύψουν τις αδυναμίες τους, τις αντιφάσεις και την ιδεολογική τους ένδεια, κατατάσσουν κάθε μορφή αντιπολίτευσης από τη δεξιά στο στρατόπεδο του δαιμονικού βασιλείου. Έτσι, και χαρακτηριστικά, στη Γαλλία, φτάνουμε στο να καταγγέλλεται ο γκωλισμός από το κομμουνιστικό κόμμα το 1958 ως φασισμός, από δε τον François Mitterand ως «διαρκές πραξικόπημα»[11].
Εκείνο που όλο και πιο καθαρά διακρίνουμε σήμερα είναι ότι η νέα αντι-φασιστική στρατηγική δεν συνίσταται σε έναν αγώνα εναντίον πραγματικών και αληθινών φασιστικών κινημάτων, αλλά εξαντλείται στο να δυσφημήσει και περιθωριοποιήσει πρόσωπα, ομάδες ή εν γένει πολιτικούς σχηματισμούς, που για διάφορες αιτίες δεν συμπαθούν αυτοί που την χαράσσουν. Για τον λόγο αυτόν θα πρέπει να αναρωτηθούμε πάνω στις ποικίλες πολιτικές και πολιτισμικές κατασκευές και χρήσεις ενός διαμορφούμενου νέου φαντασιακού, ενός νεο-αντι-φασιστικού φαντασιακού, το οποίο εμφανίζεται μετά την κατάλυση των φασιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Όπως σημειώνει ο Pierre-André Taguieff[12], εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας μία αμείωτη γοητεία του αντιφασισμού. Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες μας, γράφει, η αριστερά, αλλά και η μετριοπαθής δεξιά, με κοινό σύμπτωμα μία προσποιητή αγανάκτηση, καταγγέλλουν σχεδόν με το ίδιο τροπάριο, ιδίως μετά από κάποιο δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα, ότι ο φασισμός επιστρέφει ή ότι η άκρα δεξιά πλησιάζει τις θύρες της εξουσίας. Ενώπιον αυτού του φαινομένου, το οποίο συχνά παρουσιάζει μία κωμικο-τραγική εικόνα, πώς να μη θυμηθούμε, λέει ο Γάλλος ιστορικός των ιδεών, το σχόλιο του Μαρξ, ο οποίος, συμπληρώνοντας τη ρήση του Χέγκελ για το ότι τα μεγάλα γεγονότα και οι μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας επαναλαμβάνονται δύο φορές, σημείωνε: «Ξέχασε κάτι να προσθέσει ο Χέγκελ: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα»[13].
Για να καταλάβουμε, υπογραμμίζει ο P.A. Taguieff, την επίμονη γοητεία του στρατευμένου αντιφασισμού, πρέπει τον αντιφασισμό αυτόν να τον δούμε ως ένα ανταλλακτικό που λειτουργεί με έναν τρόπο αυτόνομο∙ ως ένα μεγάλο ιδεολογικό αφήγημα που αποτελεί μέρος της σταλινικής κληρονομιάς, την οποία κουβαλούν σήμερα οι διάφορες αριστερές. Ο 20ός αιώνας, γράφει, υπήρξε ο αιώνας της διάψευσης των προσδοκιών της προόδου. Η διάψευση αυτή ήρθε με τη χρεωκοπία των ιδεολογιών εκείνων που είχαν ως σχέδιο τη βελτίωση του ανθρώπου και των κοινωνιών. Όμως οι ιδεολογίες αυτές υπήρξαν στην πραγματικότητα ένας νέος τύπος θρησκειών∙ θρησκειών που έχει καθιερωθεί να τις ονομάζουμε «εκκοσμικευμένες θρησκείες». Ο P.A. Taguieff θα παραπέμψει στον Raymond Aron, ο οποίος, σε ένα άρθρο του το 1944[14] πραγματευόταν το θέμα των «εκκοσμικευμένων θρησκειών», τις οποίες και όριζε ως τα δόγματα εκείνα που μέσα στις ψυχές των συγχρόνων μας παίρνουν τη θέση μιας πίστης εξαφανισμένης και τοποθετούν εδώ-κάτω, υπό τη μορφή μιας κοινωνικής τάξεως που πρέπει να δημιουργηθεί, τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Υπενθυμίζει ότι ο Αron καταγγέλλει στα έργα του ένα «δόγμα συλλογικής σωτηρίας», θεμελιωμένο επάνω στην ιεροποίηση της ιστορίας και την απολυτοποίηση μιας αρχής του «Καλού», το οποίο αντιπαρατίθεται κατά έναν μανιχαϊστικό τρόπο στο σατανικό αντίθετό του, το οποίο και ενσαρκώνει τον απόλυτο εχθρό[15]. Στην προοπτική αυτή, οι ιδεολογικές δοξασίες μέσα στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες μας συνιστούν ένα υποκατάστατο της θρησκευτικής πίστης και, όπως λέει και πάλι ο Raymond Aron[16], εμπεριέχουν την καταφυγή στην άκρα βία για να πραγματώσουν τους σκοπούς τους.
Παρά ταύτα, η χρεωκοπία των εκκοσμικευμένων αυτών θρησκευτικών δοξασιών δεν αναγνωρίσθηκε και δεν ομολογήθηκε ποτέ από μεγάλο τμήμα των διανοουμένων αλλά και των πολιτικών που τις είχαν πιστέψει. Οι θρησκείες ασκούν πάντοτε μία σαγήνη και μία ακαταμάχητη έλξη στις ψυχές των ανθρώπων. Ακόμη και όταν έχουν οικτρά διαψευσθεί.
Έτσι, και μέσα στο πλαίσιο αυτό, βλέπουμε ακόμη και μετά την εξαφάνιση του φασισμού, τους αντιφασίστες να ισχυρίζονται ότι συνεχίζουν να αγωνίζονται κατά προσώπων και ομάδων που τους χαρακτηρίζουν πλέον ως «νεο-φασίστες». Όσο όμως οι «νεο-φασίστες» αυτοί τείνουν όλο και περισσότερο να γίνονται δυσδιάκριτοι, οι διάφοροι «antifa», αναδυόμενοι από τα σπλάχνα μιας μη ρεπουμπλικανικής και μη δημοκρατικής επαναστατικής αριστεράς, διευρύνουν συνεχώς τους στόχους της πολεμικής τους. Έτσι στη Γαλλία, πέρα από το Εθνικό Μέτωπο, φασιστικοποιούνται το Κράτος και η αστυνομία ή κατασκευάζονται νέοι στόχοι στη βάση μιας εν γένει δαιμονοποίησης της δεξιάς, είτε αυτή είναι συντηρητική, είτε παραδοσιοκρατική, είτε εθνικιστική, είτε ακόμη και φιλελεύθερη. Στις Η.Π.Α. οι antifa κινητοποιούνται βίαια κατά του Τραμπ ευθύς με την εκλογή του, πριν καν δώσει δείγμα της οποιασδήποτε πολιτικής του ή στοχοποιούν την αστυνομία ως θεσμό, ιδιαίτερα μετά το τραγικό γεγονός του φόνου του Αφρο-Αμερικανού George Floyd. Θα λέγαμε ότι ο κύκλος των στόχων του νέου αντιφασισμού διευρύνεται και τείνει να περιλάβει όλα τα σύμβολα της κρατικής εξουσίας.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προβούμε σε μία επισήμανση που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όπως αναφέρει ο Marcel Gauchet[17], στην επαναστατική, αντιφασιστική, άκρα αριστερά πρέπει να διακρίνουμε δύο παραλλαγές. Η μία, που θα την ονομάζαμε κλασική, είναι αυτή των καταλοίπων του λενινισμού, ιδίως των τροτσκιστών, που έχουν διατηρηθεί μέσα στη φορμόλη και που διαφυλάσσουν το «άγιο δόγμα». Όμως η παραλλαγή αυτή είναι σήμερα μειοψηφική σε σχέση με μία νέα, η οποία εμφανίζεται να είναι περισσότερο αναρχοειδής, παρούσα κυρίως στα πανεπιστημιακά campus και στον χώρο της κουλτούρας. Η νέα μετάλλαξη αυτή, σημειώνει ο Μ. Gauchet, φαίνεται να προέρχεται μάλλον από την επιμονή ενός βρεφικού αισθήματος παντοδυναμίας, ενθαρρυνόμενου περισσότερο από τη σύγχρονη εκπαίδευση παρά από τη μελέτη των κλασικών κειμένων της μαρξιστικής-λενινιστικής παράδοσης. Θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για μια παιδιάστικη άκρα-αριστερά. Στους κόλπους μιας τέτοιας παραλλαγής είναι αυτονόητη η χρήση κάθε μέσου για να σιωπήσουν οι φωνές που θεωρούνται εσφαλμένες και μη επιθυμητές.
Τη δεύτερη αυτή παραλλαγή της νέας αριστεράς δεν θα δυσκολευτούμε να εντοπίσουμε στα σημερινά antifa κινήματα. Όπως παρατηρεί πάλι ο P-A.Taguieff[18], το αξίωμα που πρεσβεύουν οι σύγχρονοι antifa συνίσταται στο ότι κάθε άτομο ή ομάδα που δεν ανήκει στην «πλευρά του Καλού», δηλαδή, με άλλα λόγια, στη δική τους αριστερά, είναι ένας φασίστας αποδεδειγμένος ή εν δυνάμει, ένας προ-φασίστας ή, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, βρίσκεται σε μία πορεία «εκφασισμού» και πρέπει η φωνή του να σιωπήσει.
Ανεξάρτητα από τις παραλλαγές και τις διαφοροποιήσεις των νέων αριστερών, βλέπουμε να επανερχόμαστε στην κομμουνιστική προπαγάνδα των αρχών της δεκαετίας του 1920, η οποία, έχοντας απέναντί της τον μουσολινικό φασισμό, κατήγγελλε ως «φασίστες» όλους όσοι δεν ήταν κομμουνιστές. Όμως αυτό το αναχρονιστικό αμάλγαμα, για να επιζήσει και για να παραμείνει αξιόπιστο, χρειάζεται ένα διαρκές ρετουσάρισμα, μία ανανέωση και έναν εμπλουτισμό του ιδεολογικού του περιεχομένου, προκειμένου να εμφανίζεται πιο σύγχρονο, πιο θελκτικό και πιο σαγηνευτικό, ώστε να μπορεί να περνάει και στη μηντιακή προβολή. Έτσι, σε μια εποχή, στην οποία το κοινωνιακό (societal) επιβάλλεται όλο και περισσότερο, εκτοπίζοντας το κοινωνικό και το πολιτικό, μαζί με τον εισαγόμενο από τις Η.Π.Α. «νεο-αντιρατσισμό», που έχει γίνει η ναυαρχίδα του νέου αντιφασιστικού φαντασιακού, συγκολλώνται, για να τον εμπλουτίσουν, και ένα σωρό άλλες, παλαιότερες ή καινούργιες ιδεολογικές μόδες, όπως ο αντικαπιταλισμός, ο αντισεξισμός, η αντιομοφοβία, η αντιτρανσφοβία κ.λπ. Λογικό επόμενο στην πορεία αυτή των πραγμάτων, η πολεμική κατηγορία του «φασισμού» να διευρύνεται χωρίς όρια, καθιστώντας τον αντιφασιστικό αγώνα μία μάχη εναντίον όλων των «κυριαρχιών» και όλων των «καταπιέσεων».
Πριν κλείσουμε τις σκέψεις επάνω στο θέμα του αντιφασισμού, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στον αντιφασισμό της δεξιάς. Εάν ο αντιφασισμός προσφέρει σήμερα στην άκρα αριστερά ένα όπλο ιδεολογικής πολεμικής και έναν λόγο υπάρξεώς της, δεν είναι άνευ αξίας και για τη δεξιά, τη λεγόμενη μετριοπαθή ή κυβερνητική. Εάν η άκρα αριστερά αναζητεί τη νομιμοποίησή της διά του στιγματισμού των αντιπάλων της (δαιμονοποίηση των δεξιών), οι λεγόμενες μετριοπαθείς δεξιές, εκείνες που θέλουν να γίνονται σεβαστές και να αναγνωρίζονται ως κυβερνητικές, καταφεύγουν στον αντιφασισμό ως σε ένα χρήσιμο εργαλείο διακρίσεώς τους από τις καταγγελλόμενες ακροδεξιές. Έτσι, ο αντιφασισμός παρουσιάζεται να έχει μία διττή επιτελεστικότητα. Νομιμοποίηση μέσω του στιγματισμού για τους μεν, νομιμοποίηση μέσω της διαφοροποίησης για τους δε.
Δεξιοποίηση των κοινωνιών και άκρα δεξιά
Ο όρος «δεξιοποίηση» χρησιμοποιείται σήμερα για να χαρακτηρίσει την αναγέννηση στις δυτικές κοινωνίες ενός συντηρητισμού θεμελιωμένου επάνω στη βάση του πρωτείου του εθνικού συμφέροντος, της αποτελεσματικότητας του Κράτους και της επιδίωξης της εμπέδωσης της τάξης. Όμως, ο όρος αυτός και το περιεχόμενο που του δίνεται έχει άραγε σχέση με τον ιστορικό ορισμό της «άκρας δεξιάς»;
Στην προσπάθεια αναζήτησης κριτηρίων για την οριοθέτηση της «άκρας δεξιάς» βρισκόμαστε ενώπιον γνωρισμάτων που συνήθως έχουμε κατά νουν, πλην αυτά δεν της ανήκουν αποκλειστικά, αλλά τα μοιράζεται και με άλλους πολιτικούς χώρους, όπως με εκείνον της επαναστατικής και αριστερίστικης αριστεράς. Ο αυταρχισμός, η βία, η δογματική αδιαλλαξία, η υπόδειξη ενός απόλυτου εχθρού ως απαραίτητης προϋπόθεσης υπάρξεως και λόγου για δράση (π.χ. η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων), ένα είδος ιερού αγώνα κατά του εχθρού αυτού, αγώνα που μπορεί να φτάσει μέχρι και τις τρομοκρατικές ενέργειες (επίθεση στη Νορβηγία από τον Anders Behring Breivik, τo 2011) είναι κάποια από τα γνωρίσματα αυτά. Η τάση αυτή των χαρακτηριζόμενων ως ακροδεξιών σχηματισμών, να βλέπουν δηλαδή εχθρούς παντού, ιδίως μη φανερούς και με κρυμμένες προθέσεις, αναπόφευκτα τους οδηγεί και στο άλλο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, τη συνωμοσιολογία.
Όμως, όπως μόλις αναφέραμε, τα γνωρίσματα αυτά δημιουργούν κάποια σύγχυση όταν θελήσουμε να τα εφαρμόσουμε για να ορίσουμε την «άκρα δεξιά», και τούτο διότι, όπως παρατηρήσαμε, είναι γνωρίσματα που απαντώνται και σε άλλους πολιτικούς χώρους, ιδίως δε στην επαναστατική μη φιλελεύθερη και μη ρεπουμπλικανική αριστερά.
Για τον Pierre-André Taguieff[19] τα μόνα κριτήρια τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την κατάταξη στην «άκρα δεξιά», όπως την έχουμε πλάσει σήμερα, είναι η καταφυγή στη βία, προκειμένου να καταληφθεί η εξουσία, η σαφής πρόθεση της εγκαθίδρυσης μιας δικτατορίας, καθώς και η ύπαρξη ενός προγράμματος που θα περιέχει μέτρα ξενοφοβικά, ρατσιστικά και αντισημιτικά, γενικότερα δε αδίκως άνισα και με δυσμενείς διακρίσεις. Τα χαρακτηριστικά αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν σωρευτικά, μπορούν, κατά τη γνώμη του, να προσδιορίσουν την αντι-δημοκρατική και αντι-φιλελεύθερη μορφή της «άκρας δεξιάς», έστω και αν, όπως σημειώνει, κακώς αποκαλείται έτσι. Και το «κακώς» έχει να κάνει πάντοτε με τη ρευστότητα των γνωρισμάτων και την έλλειψη της ομοιογένειας στις διάφορες άκρες δεξιές, καθ’ όσον αυτές δεν είναι ούτε σταθερές ούτε ανιστορικές.
Μια παράλληλη προσπάθεια για την οριοθέτηση της άκρας δεξιάς επιχειρεί και ο Marcel Gauchet[20]. Για τον Γάλλο ιστορικό και κοινωνιολόγο τα κλασικά κριτήρια πάνω στα οποία μπορούσαμε να στηριχτούμε για να ορίσουμε την άκρα δεξιά δεν ισχύουν πια. Μιλώντας για τη Γαλλία θα πει ότι η ιστορική άκρα δεξιά εκεί ήταν εκείνη της φιλοβασιλικής και καθολικής αντεπανάστασης. Επεκτεινόμενος πέρα από τον εθνικό ορίζοντα της χώρας του θα προχωρήσει στην εκτίμηση ότι η άκρα δεξιά είναι συνήθως φιλοσοφικά εχθρική απέναντι στη δημοκρατική νεωτερικότητα. Η δεξιά αυτή εμφανίζεται επικαιροποιημένη τον 20ό αιώνα με την ανάδυση των εθνικισμών και των ολοκληρωτισμών. Όλα αυτά όμως σήμερα είναι πλέον νεκρά και ενταφιασμένα ή βρίσκονται έστω σε μία υπολειμματική κατάσταση. Για τον M. Gauchet, όταν σήμερα μιλάμε για ακροδεξιά, σε ένα κυρίως θέμα αναφερόμαστε: στη θέση που αυτή παίρνει απέναντι στη μετανάστευση και τις συνέπειές της. Κατατάσσεται στην ακροδεξιά ο πολιτικός λόγος εκείνος που είναι εχθρικός σε μία ανέλεγκτη μετανάστευση και στα αποτελέσματα της πολυπολιτισμικότητας. Ο λόγος αυτός, συνεχίζει, θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί στο βάθος του ορίζοντα με την πρόσδεση σε παλαιότερες μορφές εθνικισμού ή κρατικής αυταρχικής εξουσίας, αλλά πλέον δεν έχει τίποτε να κάνει με μία εθνική ακεραιοφροσύνη. Η οργάνωση παραστρατιωτικών ομάδων και η προοπτική του πραξικοπήματος δεν τον συνοδεύουν στις μέρες μας. Η ετικέτα της «άκρας δεξιάς» λειτουργεί κατά το πλείστον σήμερα ως πολεμικός όρος και μέσον δυσφήμισης του αντιπάλου.
Επαναμαγεύσεις και δαιμονοποιήσεις στην πολιτική
Ας επαναθέσουμε τα ερωτήματα. Γιατί σήμερα εξακολουθεί να ασκεί τέτοια σαγήνη ο αντιφασισμός; Γιατί έχουμε αντιφασιστικά κινήματα χωρίς να έχουμε ορατή απειλή φασισμού; Γιατί ο αντιφασισμός αυτός συνεχίζει να αντλεί ακόμη από τις πηγές του σοβιετικού «αντιφασιστικού αγώνα»;
Aς θυμηθούμε και πάλι τον Raymond Aron όταν μιλούσε για τις εκκοσμικευμένες θρησκείες[21] και αναφερόταν στα δόγματα εκείνα που καταλαμβάνουν μέσα στις ψυχές των συγχρόνων μας τη θέση μιας εξαφανισμένης πίστης∙ στα δόγματα εκείνα μιας «συλλογικής σωτηρίας», θεμελιωμένης επάνω στην ιεροποίηση της ιστορίας και την απολυτοποίηση μιας αρχής του Καλού, η οποία αντιτάσσεται κατά έναν μανιχαϊστικό τρόπο στο σατανικό αντίθετό του, το οποίο ενσαρκώνεται από τον απόλυτο εχθρό. Με δεδομένες τις παραδοχές αυτές, πώς να μη γίνεται κατανοητή σήμερα η άρνηση από τα κινήματα antifa όχι μόνο του διαλόγου με τους προσδιοριζόμενους ως ακροδεξιούς εχθρούς του, αλλά και αυτής της ίδιας της συνέχισης της ύπαρξής τους; Με τον διάβολο δεν μιλάς. Μόνο τον εξορκίζεις. Οι σύγχρονοι εξορκιστές χρησιμοποιούν σήμερα τις ίδιες μεθόδους με τους προκατόχους τους, τους ιεροεξεταστές της αγίας καθολικής πίστεως ή τους υπερασπιστές της σταλινικής ορθοδοξίας. Η υπόδειξη ενός απόλυτου εχθρού, μισητού και αξιοκαταφρόνητου, εγγράφεται μέσα σε μία δαιμονολογία που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη μακρινή μεσαιωνική καταγωγή της. Είναι μια μάχη που δεν είναι πολιτική. Είναι α-πολιτική. Μια μάχη κατά του Σατανά. «Η διαβολική αιτιότητα» του L. Poliakov επιβεβαιώνεται και επιστρέφει και πάλι. Μπορεί οι αρχαϊκές κοινωνίες της προ-λογικής να αποτελούν παρελθόν, μπορεί η προσωποποιημένη φιγούρα του διαβόλου να μη μας τρομάζει πια, αλλά η «διαβολική αιτιότητα» βρίσκει εύφορο έδαφος στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες μας της νεωτερικότητας. Ας επαναλάβουμε τα λόγια του François de Smet[22]: «είναι άκρως απογοητευτικό το να είμαστε σήμερα ανίκανοι να αναζητήσουμε και να βρούμε το καλό στην πολιτική, αλλά να παγιδευόμαστε σε έναν μανιχαϊσμό και να καταφεύγουμε σε μία πυξίδα που τη θεωρούμε αλάνθαστη, η οποία όμως μας δείχνει μόνο το κακό, και μάλιστα το μεγάλο κακό, το απόλυτο, έτσι ώστε να μη βασανιζόμαστε από δισταγμούς και αμφισημίες, αλλά και προκειμένου να δώσουμε ένα νόημα στην ύπαρξή μας». Όμως, με τη βελόνα της πυξίδας στραμμένη στο απόλυτο και ριζικό κακό και με μία «ηθική» αλλά και παιδιάστικη νέα αριστερά, η οποία παρουσιάζει την παραδοξότητα, που είναι αδιαμφισβήτητα και μία παγίδα, να είναι ολοκληρωτικής νοοτροπίας, αλλά την ίδια στιγμή και δικαιωματιστική, ο κίνδυνος της επανόδου της ωμής βίας καιροφυλακτεί πάντοτε, ιδίως όταν η αριστερά αυτή είναι πασπαλισμένη με ένα δημοκρατικό βερνίκι. Για να παραφράσουμε ελαφρώς τη ρήση του θεατρικού συγγραφέα Max Frisch[23], o φόβος του θορύβου των αρβυλών δεν πρέπει να μας κάνει να αντιπαρερχόμαστε αμέριμνοι την ησυχία της παντόφλας.
Ο François de Smet διακινδυνεύει μια προφητεία. Η προφητεία αυτή είτε είναι καθαρά πεσιμιστική είτε τραγικά ρεαλιστική, όπως θα διερωτηθεί ο Pierre Assouline[24], χρήσιμο είναι να μη μας φεύγει απ’ το μυαλό:
«Ο νέος ολοκληρωτισμός δεν θα εμφανιστεί αύριο με ένα μικρό μουστάκι και με ένα τσουλούφι. Δεν θα ονομάζεται πλέον ναζισμός ή φασισμός. Θα έχει όμως με βεβαιότητα την εικόνα της ισχύος. Θα προβάλει την πρόταση να συμμαζέψει το χάος του κόσμου επάνω σε μια δυο απλές ιδέες. Θα κάνει σημαία του τη Συνέπεια. Θα κολακεύσει τους ισχυρούς και θα προσεταιρισθεί τους αδυνάτους. Και για μια φορά ακόμη, η σαγήνη του θα είναι ακαταμάχητη».[25]
[1] Léon Poliakov, La causalité diabolique, εκδ. Calman-lévy, Παρίσι 2007.
[2] Lucien Lévy-Bruhl, La mentalité primitive, Flammarion, Παρίσι 2010.
[3] Karl Popper, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, τόμος ΙΙ, κεφ. 14, μτφρ. Ειρήνη Παπαδάκη, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 2003.
[4] Λευιτικόν, ΙΣΤ’, 21-22.
[5] Λέο Στράους, Φυσικό δίκαιο και ιστορία, μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1988, σελ. 63.
[6] Οxford Dictionnary of the Internet, Daniel Ince, 2009.
[7] François de Smet, Reductio ad Hitlerum, Une théorie du Point Godwin, ed. P.U.F., Παρίσι 2014.
[8]Βλ. και Rudolf Otto, Das Heilige, 1917, ελλην. έκδοση, Το ιερόν. Για το ανορθολογικόν στην ιδέα της θεότητας και την σχέση του με το ορθολογικόν, μτφρ. Ελένη Λαδιά – Ιωάννα Παπαϊωάννου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019, κεφ. 7ο.
[9] L’Obs, 12.9.2014.
[10] L’Obs, ό.π.
[11] François Mitterand, Le Coup d’ État permanent, ed. Plon, Παρίσι 1964
[12] Pierre-André Taguieff, «L’éternelle renaissance de l’ espace néo-gauchiste: néo-antifascistes et néo-antiracistes», Révue Politique et Parlementaire, no 1103, Σεπτέμβριος 2022, σελ. 47 κ. επ.
[13] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1961.
[14] Raymond Aron, «L’ avenir des religion seculaires» (1944), Commentaires, nο 28-29, 1985.
[15] Raymond Aron, L’opium des intellectuels, Calman-Lévy, Παρίσι 1955.
[16] Raymond Aron, Démocratie et totalitarisme, Gallimard, Παρίσι 1965.
[17] Marcel Gauchet, «La droitisation de la France», Revue des deux Mondes, No 2/2022.
[18] Pierre-André Taguieff, ό.π.
[19] Pierre-André Taguieff, «L’extremisme insaisissable», Hummanisme 2016/4, no 313.
[20] Marcel Gauchet, «La droitisation de la France», ό.π.
[21] Raymond Aron, L’ avenir des religions séculieres, ό.π.
[22] François de Smet, Reductio ad Hitlerum, ό.π.
[23] «Χειρότερη από τον θόρυβο των αρβυλών είναι η ησυχία της παντόφλας», εις Max Frisch, Bieedermann und die Brandetiffer”, Ζυρίχη 1958.
[24] Pierre Assouline, «Reductio ad Hitlerum et… Godwinum?», La RÉPUBLIQUE des livres, Παρίσι, Νοέμβριος 2014.
[25] François de Smet, ό.π.
