Παναγιώτης Λύγουρης

Η σκυταλοδρομία μιας ατέρμονης αφήγησης

Μαίρη Μικέ, Ζωντανοί ίσκιοι (Διηγήσεις), Gutenberg, Αθήνα 2020.

Από την πρώτη μου επαφή με το πλούσιο ερευνητικό δίπλα στο, μόλις πρόσφατα αναρριχώμενο γύρω του, πεζογραφικό έργο της Μαίρης Μικέ[1]Της συλλογής που παρουσιάζεται εδώ προηγείται η παρθενική πεζογραφική κατάθεση της συγγραφέως, οι Κόκκινες ουλές (Μικρές ιστορίες), (Ίκαρος, 2015)., σκέφτομαι πως κάθε φορά που κάποιος/α καλείται –καλή ώρα– να αναμετρηθεί μαζί του, έρχεται αντιμέτωπος, χωρίς προφανώς να επιχειρώ την αναλογία, με το πρόβλημα που έθετε κατά τον Τοντόροφ το έργο του «κριτικού-λογοτέχνη» Μπλανσό: την αδυναμία ερμηνείας του σε μια γλώσσα άλλη από τη δική του[2]Tzvetan Todorov, Κριτική της κριτικής. Ένα μυθιστόρημα μαθητείας, μτφρ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Πόλις, Αθήνα 32006, σ. 95.. Ξορκίζοντας τον κίνδυνο μιας παρόμοιου τύπου φωνητικής αιχμαλωσίας, επέλεξα να ενθέσω προγραμματικά εδώ θραύσματα του λόγου της συγγραφέως, ως άλλους φανοστάτες, στο μέτρο που κι η ίδια συνδιαλέγεται στο νέο της βιβλίο με θεατές κι αθέατες γωνιές της νεότερης ελληνικής, κυρίως, λογοτεχνίας. Ας δούμε λοιπόν πώς στοιχειοθετείται αυτός ο διάλογος στους Ζωντανούς ίσκιους, τον χαρακτήρα και τη δημιουργική τροπή του, επιχειρώντας από μια σύντομη στάθμευση στις έντεκα διηγήσεις της συλλογής.

Σαν να κρατά σταθερό χέρι σε ριζόχαρτο που εφάπτεται των πρωτογενών της πηγών, η Μικέ χαράσσει την ίδια στιγμή νέες παράλληλες ή/και ανατρεπτικές εκδοχές στο χαρτί, σβήνει μουτζούρες, γεμίζει κενά, ξαναζωντανεύει κι επανασυστήνει στο σήμερα κείμενα και συγγραφείς. Έτσι, στην εναρκτήρια διήγηση της συλλογής, η τραυματική«μαρτυρία» της Γκέρτας, από την Ομορφάσχημη του Νίκου Καχτίτση, διατηρεί τη διπλή της διαμεσολάβηση (χάρη στο στήσιμο ενός βιβλίου μέσα στο βιβλίο), το αποστειρωμένο κλίμα, το τεχνητό μόνο φως που λούζει τον διαταραγμένο ψυχισμό πλάι στην απορρυθμισμένη ερωτική επιθυμία της ηρωίδας. Παράλληλα, τα ρευστά όρια μεταξύ πραγματικού και μυθοποιημένου θολώνουν πέρα κι από τον ήδη προωθημένο μοντερνισμό του Καχτίτση (με την υποτιθέμενη ύπαρξη μιας «πραγματικής» Γκέρτας[3]Μεγεθυμένο μεταμυθοπλαστικό τέχνασμα που είχε πρωτοσκαρφιστεί ο ίδιος ο Καχτίτσης – πρβλ. την ψευδώνυμη δημόσια επιστολή του «Τι απέγινεν η Γερτρούδη Στερν;» αντικριστά με την αλληλογραφία του, όπως αναδημοσιεύονται στο Επίμετρο της τελευταίας έκδοσης της Ομορφάσχημης (Κίχλη, 2019). Η Μικέ αξιοποιεί με παρόμοιους τρόπους σε όλο το βιβλίο τα ανά περίπτωση βιβλιογραφικά διαθέσιμα.[1] Υπό τον συγκεκριμένο τίτλο συστεγάζονται σε ενιαίο τόμο (Πόλις, 2008) οι δύο πρώτες συλλογές σύντομων … Συνέχεια...), στην προσπάθεια να κοινωνηθεί το ακοινώνητο της εμπειρίας του Ολοκαυτώματος, να ανοιχτεί στα (μάλλον) πιο ευήκοα ώτα της εποχής μας.

Από κοντά σε αυτή την «άσκηση» (ο υπότιτλος της Ομορφάσχημης) κι οι «Ασκήσεις μνήμης» του Τάσου Χατζητάτση[4]Υπό τον συγκεκριμένο τίτλο συστεγάζονται σε ενιαίο τόμο (Πόλις, 2008) οι δύο πρώτες συλλογές σύντομων αφηγημάτων του, Έντεκα σικελικοί εσπερινοί (1997) και Στη σφενδόνη (2000). και στο βάθος της ίδιας της Μικέ, καθώς οι δυο τους –ή ακριβέστερα οι κατασκευασμένοι εαυτοί τους– συμπληρώνουν μαζί με τους Μάρκο Μέσκο και Κλείτο Κύρου το πρωταγωνιστικό καστ της επόμενης ιστορίας. Η λογοτεχνική συντροφιά σμίγει σε τόπους που μοιάζει να ρυθμίζουν τη βλάστησή τους στον βιβλιόκοσμο των μελών της, συναντά τους δικούς της νεκρούς, εκείνους που βρήκαν μια νέα ζωή στις λέξεις της, πριν οι τρεις φίλοι διαβούν στην απέναντι όχθη, ίσκιοι πια κι αυτοί, καλυμμένοι ωστόσο από «ένα ολόφωτο σώμα της μνήμης και της γραφής» (σ. 57, έμφαση δική μου). Είναι οι δύο άξονες που, όπως θα δούμε εκτενώς παρακάτω, επανέρχονται και ουσιαστικά υποστυλώνουν τις έντεκα διηγήσεις της συλλογής.

Γιατί όμως γίνεται λόγος για διηγήσεις και όχι για διηγήματα; Το ειδολογικό ερώτημα, ήδη επίμονο νομίζω από όσα ειπώθηκαν, προβάλλει ευκρινέστερα σε δύο από τις πιο μεστές στιγμές του βιβλίου: την ανεπίδοτη επιστολή της Μικέ στη μάνα του Γεώργιου Βιζυηνού («Σφαλιστά βλέφαρα») και τη σκηνοθεσία τής σύντομης συνύπαρξης του Γιάννη Ρίτσου με τη Μαρία Πολυδούρη στο σανατόριο «Σωτηρία» («Ο χορευτής και η χρυσαλλίδα»). Εκκινώντας από μια λανθάνουσα μαρτυρία που φανερώνει το δραματικό πέρασμα από τον ιδιωτικό στον δημόσιο χώρο για τη Μιχαλιέσσα, η αποστολέας φωτίζει ακέραιη τη «μάνα» (πέρα από τον προσδιορισμό «του Βιζυηνού»), υψώνει την τραγικότητά της και προχωρά ώς τη χρωστούμενη λογοτεχνική λύτρωση. Ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας την ερευνητική πορεία, τον ανατρεπτικό συνδυασμό σωζόμενων τεκμηρίων, όσο η μυθοπλασία αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά εστιάζοντας σε συναντήσεις με κομβική θέση στον χρόνο. Τέτοια ήταν και η διασταύρωση Ρίτσου-Πολυδούρη στα 1930, στο σταυροδρόμι δύο γενιών, που πλάθεται επίσης πάνω σε αρχειακή βάση και ζωντανεύει μπροστά μας χάρη στο μαγικό ραβδί της λογοτεχνίας. Το βιβλίο μετεωρίζεται μεταξύ δοκιμιακής και καθαρά λογοτεχνικής γραφής, με τη μία να μπολιάζει την άλλη σε ένα αξεδιάλυτο μείγμα, ένα «εναρμόνιον κράμα» που υποδεικνύει ταυτόχρονα το ρευστό, την προβληματική αυτού που λέμε «μυθιστορηματική ζωή». Οι ειδολογικές του κατά συνέπεια συντεταγμένες θα πρέπει να αναζητηθούν σε έναν μάλλον μεταμοντέρνο χάρτη, την ώρα που ο πυρήνας του διατηρεί τη μοντερνιστική επίκληση της συνέχειας.

Αυτή η συνέχεια αποτυπώνεται ανάγλυφα στα «Αβυσσαλέα αστραποβόλα βάθη», στις, από στόμα σε στόμα λαξεμένες στον αιώνιο χρόνο, διηγήσεις του ταβερνιάρη Νώντα –ή μήπως του Δημοσθένη Βουτυρά; ίσως του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα;–, σε θρύλους/λαϊκά παραμύθια που, καθώς σωματοποιούνται από τον δεινό αφηγητή, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Αλλά κι αλλού («Ο ιστός της Πασιφάης»), οι μυθολογικές μορφές της Πασιφάης και της Αράχνης μεταφέρονται, μέσω της βιωματικά θρυμματισμένης γραφής των Μίλτου Σαχτούρη και Τατιάνας Γρίτση-Μιλλιέξ, στα εφιαλτικά χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου και της Χούντας, γυρεύοντας επίμονα μια αχτίδα φως στον ζόφο. Παρόμοια, τέλος, στο «Χαμόγελο της ακρωτηριασμένης Νύμφης», ο ίσκιος της φασματικής θεϊκής μορφής επιβιώνει από τον Όμηρο και τον Τρωικό πόλεμο μέχρι τον Άρη Αλεξάνδρου και τον Εμφύλιο, εισβάλλει ακόμη στην αλληγορική δυστοπία του Αντρέα Φραγκιά, αλλάζοντας ζωές και σημασίες σε μια διαρκή υπενθύμιση της ανάγκης διαφύλαξης της συλλογικής μνήμης. Οι στίχοι του Γιώργου Σεφέρη, το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια / που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω αντικριστά στο Κι όμως τ’ αγάλματα / λυγίζουν κάποτε […] γίνουνται αλαφριά μ’ ένα ανθρώπινο βάρος. / Δεν το ξεχνάς [5]Από τη Γ΄ ενότητα του Μυθιστορήματος (1935) και τη β΄ («Ο ηδονικός Ελπήνωρ») της Κίχλης (1947)αντίστοιχα – βλ. Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, επιμ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Ίκαρος, Αθήνα 2014. Πρβλ. και στους Ζωντανούς ίσκιους, σ. 101-102., κρατούν έτσι το ισοκράτημα όλης της συλλογής, σε μια ποιητική που, εκτός των έντονων διακειμενικών αντίλαλων, θεμελιώνεται γλωσσικά στη χρήση του επιθέτου, στις σμιλεμένες παρομοιώσεις και τα μεταφορικά ισοδύναμα, στις στιλιζαρισμένες εικόνες, ώς και στις κεντημένες ενδυματολογικές λεπτομέρειες:

Στο σφραγισμένο ολόλευκο πρόσωπό της […] συναιρούνταν οι ειρηνικές επιδόσεις της ζωγραφικής με τις άλογες ανεξέλεγκτες αιματομανείς χειμαρρώδεις σκέψεις του σε καιρό πολέμου […]. (σ. 93)

Αισθανόταν μια διαρκή εσωτερική ταλάντωση και μια έξαψη που θαρρείς και τη βουτούσε σ’ ένα εξαγνιστικό υγρό ανάλογο με το αμνιακό της μήτρας, σαν να αποδιοργανώνονταν όλες της οι αισθήσεις σε μια βασανιστική τελετουργία, σαν να πολλαπλασιάζονταν τα νήματα της δημιουργίας και σαν να χαράσσονταν με κόπο νέοι δρόμοι για να τους περπατήσει. (σ. 229-230)

Χαμογελούσε πλατιά και το ασπρόμαυρο φουστάνι με τη μαύρη πλεκτή ζακέτα σαν να υπενθύμιζε την πυρίκαυστη ζώνη ανάμεσα στο πένθος και τη χαρά. (σ. 136)[6]Οι υπογραμμίσεις δικές μου. Τα παραδείγματα είναι μόνο ενδεικτικά και σύντομα λόγω χώρου. Για τις μεταφορές, τις αλληγορίες και τις εικόνες που δεν καλύπτονται εδώ, βλ. επιπλέον σ. 72-78, 113-115, 170-173, 213-214, 223-226 κ.α.· συγκεκριμένα για το «ενδυματολογικό», βλ. σ. 37-38, 51-52, 132-133.

Η λειτουργία της μνήμης όχι ως βαρίδι αλλά ως κόρη οφθαλμού, ειδικά σε καιρούς σκοτεινούς όταν κυριαρχεί ένα αίσθημα γενικευμένης εξορίας, υπογραμμίζεται στους Ζωντανούς ίσκιους και χρωματίζεται σταδιακά σε τόνους συμφιλίωσης, λύτρωσης, κατάφασης στη ζωή. Στη διήγηση «Ολόγυρα στο πηγάδι», τα βουβά πρόσωπα λογοτεχνίας και Ιστορίας[7]Δανείζομαι τη φράση από τη Τζίνα Πολίτη, «Το βουβό πρόσωπο της ιστορίας», στο βιβλίο της Συνομιλώντας με τα κείμενα, Άγρα, Αθήνα 1996, σ. 229-245: 235., οι στιγματισμένες γυναίκες-μάνες των πατριαρχικών μικροκοινοτήτων από τα διηγήματα του Κωσταντίνου Θεοτόκη και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αποκτούν για πρώτη φορά δικαίωμα φωνής· και αυτή η σπασμένη φωνή είναι μεν εξομολογητική αλλά και συνάμα ανατρεπτική, αποκαλυπτική της υποκρισίας ενός ολόκληρου κώδικα αξιών που τις υπέδειξε ως ένοχες. Η άφεση θα έρθει έστω και μετά θάνατον, έστω και στον χωροχρόνο των ονείρων, όπου οι ίσκιοι των αδικοχαμένων παιδιών θα ζωντανέψουν ξανά για να κλείσουν σφιχτά τον κύκλο της ανοιχτής μητρικής αγκαλιάς. Μια ανάλογη μετατόπιση συντελείται ήδη από τον τίτλο και στην «Υδροχαρή νήσο» –αντί της «ανύδρου» του Δημήτρη Χατζή–, όπου ο αυτοεξόριστος στην ιδεολογική του φαντασιοπληξία Οδυσσέας (αντί του ανώνυμου ήρωα του Χατζή) θα βρει στην αγκαλιά τής, έως τότε ετερόφωτης, Μάρθας-Πηνελόπης τη δύναμη όχι μόνο να παραδεχθεί αλλά και να υπερβεί την ήττα, να ακολουθήσει τον δρόμο της «συμφιλίωσης με τα ανθρώπινα, της κατάφασης στη ζωή […] αφού πρώτα χρειάστηκε να διαβεί την οδό της άρνησης» (σ. 191). Η Μικέ, συνομιλώντας εδώ με τις επίσης ειδολογικά ακατάτακτες Σπουδές του γιαννιώτη συγγραφέα, πατάει γερά στα χνάρια του για να βαθύνει το δικό της στίγμα[8]Η συγγραφέας αναποδογυρίζει ουσιαστικά τη «Νήσον άνυδρον» με όχημα το «Μικρό σχόλιο για την Ιφιγένεια εν Αυλίδι» από την ίδια συλλογή – βλ. Δ. Χατζής, Σπουδές (Διηγήματα ξανατυπωμένα και άλλα), Ροδακιό, Αθήνα 22000 (α΄ έκδ., Κείμενα, 1976)..

Άφησα για το τέλος τις δύο ίσως πιο αντιπροσωπευτικές διηγήσεις του βιβλίου, «Στο χρώμα του φρέσκου αμύγδαλου» και «Τα σπίτια που έχω μου τα πήραν (;)»· αντιπροσωπευτικές με την έννοια πως ανακεφαλαιώνουν κι επικαθορίζουν συγχρόνως τα κυρίαρχα μοτίβα της συλλογής: την εξορία/το ξερίζωμα σε χρόνια ανάποδα, τη γραφή και την ανάγνωση ως αντίδοτο στη λήθη, την πολιορκούμενη μνήμη που, κατά την πολλαπλασιασμένη μεταφορά τής ρίζας στην καταληκτική ιστορία (από Τα δέντρα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη), κινείται αέναα προς τις πηγές για να στερεωθεί και να στερεώσει το βλέμμα στο αύριο. Δε θα σποϊλάρω κι εδώ· διαλέγω από την πολυεπίπεδη συνοδοιπορία Μέλπως Αξιώτη-Άννας Ζέγκερς («Στο χρώμα του φρέσκου αμύγδαλου») ένα μόνο χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Τα βιβλία δείχνουν δρόμους, αφήνουν κληρονομιές, επεκτείνουν τον βίο και κερδίζουν το στοίχημα με τον χρόνο. Μπορεί τα χρόνια της Μέλπως, αυτά που ανοίγονταν μπροστά της, να μην ήταν πια τριάντα και να μην ήταν ολοστρόγγυλα σαν το κυδώνι όπως τότε που τα μετρούσε όταν ξεκινούσε από το νησί της, μπορεί να τρώγονταν σιγά σιγά αφήνοντας μια γεύση στυφή και άλλα να σάπιζαν με σκουλήκια στο εσωτερικό τους, όμως συμφωνούσαν και οι δύο ότι όπου δεν υπήρχε ελπίδα ζωής υπήρχε μνήμη, μνήμη της ανάγνωσης και ότι οι χορταριασμένες ράχες των βιβλίων ανθούσαν ξανά και ξανά μόνον όταν τα έπαιρναν στα χέρια τους οι νέοι αναγνώστες και τα ξεφύλλιζαν. (σ. 139)

Κλείνω προλαβαίνοντας, ελπίζω, μία λογική απορία: ο αναγνώστης προϋποτίθεται ότι (πρέπει να) έχει όλες αυτές τις αναφορές; Μήπως το βιβλίο απευθύνεται τελικά μονάχα στον στενό κύκλο των παροικούντων τη φιλολογική Ιερουσαλήμ; Πιστεύω πως όχι, κι εξηγούμαι: πέραν του ότι τα κείμενα αυτά λειτουργούν καταρχάς ως πρώτη ύλη, ως πηλός που πλάθεται ξανά πριν του εμφυσήσει μια νέα ζωή η συγγραφέας (σύμφωνα και με τη βιβλικής προέλευσης μεταφορά που συναντάται στο βιβλίο, σ. 170-173, 223-225), δύναται ταυτόχρονα να αποτελέσουν και τη δική της πρόσκληση, όχι βέβαια σε μια ιδιωτική αλλά σε μια ανοιχτή λέσχη ανάγνωσης που επενδύει σε μια ζωτική σχέση με τη λογοτεχνία· μια σχέση που δεν εξαντλείται σε Κανόνες, περιλήψεις κι οπισθόφυλλα αλλά αποκτά, με κινητήριο μοχλό τη μνήμη, μια εννόηση βάθους. Εξού, θεωρώ, και η εξαιρετικά τιμητική επιθυμία της να μιλήσουμε σήμερα για το βιβλίο νυν και πρώην σπουδαστές/ριές της, ως απόδειξη ακριβώς αυτής της συνέχειας. Γραφή κι ανάγνωση, οι δυο πλευρές του νομίσματος, κρατούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους Ζωντανούς ίσκιους, σε μια ατέρμονη σκυταλοδρομία –για να εμμείνω όπως εξαρχής υποσχέθηκα στις λέξεις της Μικέ (σ. 24, 204)– με σκυτάλη τη μνήμη· «μια μνήμη ώριμη να συνθέσει τη “Νέκυιά” της».[9]Παν. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός», στο Ο ίδιος επιμ., Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, Εστία, Αθήνα 51996, σ. ιζ΄-ρλς΄: πε΄.

[Διαβάστηκε στη διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου στις 24 Φεβρουαρίου 2021. Μίλησαν επίσης ο Νίκος Κασσιώτης και η Αναστασία Σερβίνη. Την εκδήλωση συντόνισε η Κατερίνα Λεμούσια.]

Υποσημειώσεις[+]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή