Θανάσης Χατζόπουλος, Η στάση του πελαργού, εκδ. Στερέωμα, Αθήνα 2022.
Αντί προλόγου
«Μια απαιτητική συνάντηση / με Λίγες λέξεις / και Σχήματα λόγου / αλλιώς το Άρρητο συνδεδεμένο με τις λέξεις / με τη Γλωσσική απόσταξη/ κι αυτό που λέμε Μέρος του λόγου / Α-νόητες λέξεις, νοητοί άνθρωποι /. Και ναι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι, H γλώσσα και τα όριά της / δηλώνουν το Γλωσσικό αίσθημα του καθενός. (Ή αλλιώς: «Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου» (1), κατά τον Βιτγκενστάιν). Για να φτάσουμε, τέλος, στο αποκρουστικό και ψυχοπαθές εκείνο διάγγελμα των δικτατόρων, για την υπεράσπιση, δήθεν, της γλώσσας, άκουσον άκουσον:
«Περισσότερον από όλους καταστρέφουν την γλώσσαν οι ποιηταί».Και δια τούτο: «αποφασίζομεν και διατάσσομεν…» κ.λπ, κ.λπ.».

Και αντί σχολίου: Οι ποιητές καταστρέφουν τη γλώσσα; Να σοβαρευτούμε. Οι ποιητές είναι οι μόνοι που υπερασπίζονται τη γλώσσα, με όποιον τρόπο κι αν εκφράζονται κάθε φορά. Οι ποιητές αναζωογονούν, εμπλουτίζουν τη γλώσσα, προεκτείνουν και βαθαίνουν το νόημα των λέξεων. Και, προπαντός, τη σιωπή των λέξεων, την ελευθερία τους. Την ελευθερία σε όλες τις εκφάνσεις της. Οι ποιητές, «ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου, οι πάντα απαρηγόρητοι» και πάντα κυνηγημένοι «απ’ τις ίδιες τους τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις.» (2)
Ξεκίνησα έτσι, με αυτά τα γριφώδη και ίσως δυσνόητα προλεγόμενα, με έναν παιγνιώδη τρόπο, στήνοντας ένα είδος «κέντρωνα» με μερικούς από τους τίτλους του θαυμαστού βιβλίου για το οποίο θέλω να σας μιλήσω. Η στάση του πελαργού του ποιητή Θανάση Χατζόπουλου είναι ένα βιβλίο πυκνογραμμένων δοκιμίων, κάτι σαν «επιγράμματα δοκιμίου». Μια συλλογή από μικρά-μεγάλα επιτεύγματα λόγου και στοχασμού.
Γράφω έτσι, με φορτισμένο και ίσως ανοικονόμητο λόγο, γιατί όσα εκθέτωείναι σκέψεις ενός απλού αναγνώστη. Γράφω δηλαδή με τον τρόπο και την ελευθεριότητα του αναγνώστη, αυτού που ευεργετήθηκε πολλαπλά από τον πλούτο, την πρωτοτυπία και την «πολυχρωμία» των ιδεών που εγκιβωτίσθηκαν στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Και γράφω κι εγώ, κατά κάποιον τρόπο, σε «Στάση Πελαργού». Από καρδιάς όμως, αφού δεν είμαι –δεν μπορώ να είμαι– ούτε φιλόλογος, ούτε κριτικός λογοτεχνίας.
Οι ποιητές, η ποίηση, η ποιητική: Πάνω σε αυτό το τρίπτυχο κυρίως εστιάζουν τα περισσότερα κείμενα του βιβλίου και πάνω σε αυτά θα επικεντρώσω κι εγώ τη σύντομη περιήγησή μου.
Υπάρχουν βιβλία που, αφού τα μελετήσει κανείς, μπορεί να συνοψίσει κάπως το περιεχόμενό τους, να δώσει δηλαδή ένα περίγραμμα, μια γενική «εικόνα» τους και συνακόλουθα να αποτυπώσει κάποιες από τις προθέσεις ή τα επιτεύγματα του συγγραφέα τους. Όμως, το βιβλίο για το οποίο γίνεται λόγος εδώ ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο, είναι ένα διαφορετικό στη δομή και στο περιεχόμενό του βιβλίο. Δεν συνοψίζεται, δεν μπαίνει σε περιγράμματα, αλλά περιγράφεται μόνο. Σωστότερα: μπορεί να περιγραφεί. Αν δεχθούμε και τη φιλοσοφική απόφανση: «Όταν διαβάζουμε, κάποιος άλλος σκέφτεται για λογαριασμό μας.»… (3)
Ισχυρίζομαι ότι Η στάση του πελαργού είναι ένα βιβλίο που, –όσο παράδοξο κι αν ακούγεται–, περιέχει εν δυνάμει πολλά άλλα βιβλία. Θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω με έναν πολύ παλιό όρο που αναφερόταν σε βιβλίο διδακτικό (ένα είδος εγκυκλοπαίδειας), λεγόταν «πασαΰλη» (ή το πασαΰλη. Πάσα Ύλη, δηλαδή), ένα ογκώδες «πολύ-βιβλίο» που ήταν το μοναδικό, τότε, βοήθημα/οδηγός για τους δασκάλους. Οι διαφορές ασφαλώς μεταξύ τους – ανάμεσα δηλ. στο βιβλίο για το οποίο γράφω και σ’ εκείνο που ανακάλεσα από τα μαθητικά μου χρόνια– είναι και πολλές και αυτονόητες.
Ωστόσο Η στάση του πελαργού εξακολουθώ να υποστηρίζω πως είναι κάτι σαν «πασαΰλη» της δικής μας εποχής. Οδηγός ίσως και βοήθημα για κάθε απαιτητικό αναγνώστη. Πρόκειται για μια συγκομιδή κειμένων όταν κάποιος τα διαβάσει θα νιώσει την ανάγκη να επανέλθει και πάλι σ’ αυτά, γεγονός που υπογραμμίζει τόσο την αξία τους όσο και το ιδιαίτερο περιεχόμενό τους.
Η στάση του πελαργού είναι ένα «εγχειρίδιο» με κείμενα ευρύτατης θεματικής ποικιλίας, δομημένα με έναν πυκνό, πολύσημο λόγο που γοητεύει. Γοητεύει και, ταυτόχρονα, φωτίζει τη σκέψη, γεννώντας γόνιμους προβληματισμούς.
Με πνεύμα οξύ και με τρόπο σχεδόν παραμυθητικό ο συγγραφέας μάς αποκαλύπτει μια άλλη, θαρρείς, πραγματικότητα. Έναν άλλο «αόρατο» κόσμο, που είναι αυτός: «Ο Κόσμος ο Μικρός, ο Μέγας». Το πολύτιμο αυτό βιβλίο, κατ’ εμέ, συνιστά έναν μικρό «πνευματικό άτλαντα» πάνω σε ζητήματα ποιητικής, στοχασμού και αναστοχασμού, αλλά και σε άλλα λιγότερο περίπλοκα θέματα, που προσεγγίζουν λεπτές πτυχές και καταστάσεις της καθημερινότητάς μας.
Μέσα στις 212 και στα συνολικά 60 πυκνογραμμένα δοκίμια του θα συναντήσουμε μεταξύ άλλων: Τον Ηρόστρατο, την Έμιλι Ντίκινσον, τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον Γιώργο Σεφέρη, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, και τον Φερνάντο Πεσσόα, πρόσωπα που φωτίζονται πλαγίως, με τον τρόπο του Θ. Χ. Κατά το Γ. Σ. του Γιώργου Σεφέρη.
Θα βρούμε ακόμα κείμενα που αφορούν τις ίδιες τις λέξεις, τα σχήματα λόγου, άρα την ίδια τη γλώσσα και τα όριά της, –όπως αναφέραμε και στην αρχή– και, ασφαλώς, κείμενα για την ποίηση και τους ποιητές.
Να κάποια ψήγματα της γραφής Χατζόπουλου σταχυολογημένα από τις «Παραγράφους της τύχης» του συγκεκριμένου δοκιμίου:
«Το ωραίο είναι έκφραση της εποχής του (όπως και το άσχημο). Σήμερα μπορεί να θαυμάζουμε την κλασική ελληνική τέχνη, αλλά μια σημερινή αναπαραγωγή της θα ήταν απλώς στο επίπεδο της αντιγραφής ή του κιτς.»
«Το ωραίο είναι βαθιά ριζωμένο στην εποχή του. Με αυτή την έννοια το ωραίο μπορεί να συγκινεί ακριβώς επειδή έχει αφενός μνημειωθεί και αφετέρου διατρέξει τον χρόνο ως σύγχρονο υπό μορφή ψήγματος, θραύσματος του παρελθόντος.»
« Στην τέχνη εκείνο που χαρακτηρίζει τον καλλιτέχνη είναι η επινόηση πραγμάτων και καταστάσεων, η επινόηση δηλαδή του κόσμου…».
«Η ποίηση είναι το αντίπαλο δέος της αγοράς, του εμπορίου, της ψυχικής ισοπέδωσης και της απουσίας πνευματικής ζωής. Η ποίηση: ένας πόλος απέναντι σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στην κοινωνία…» .
(Από τις σελίδες: 63-67)
Η επαγγελματική ιδιότητα του Θανάση Χατζόπουλου (παιδοψυχίατρος-ψυχαναλυτής), σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη ποιητική του φύση και τον επιδέξιο χειρισμό της γλώσσας, μας έδωσαν ένα σπουδαίο αποτέλεσμα. Ένα βιβλίο που αξίζει, που πρέπει να διαβαστεί από όλους όσοι αγαπούν τα καλά βιβλία, το διάβασμα, και τη μελέτη.
Όλα τα κείμενα του Πελαργού ολοκληρώνονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα μαγείας, και «εσκεμμένης φωτεινής ασάφειας». Στοιχεία που μετατρέπουν την ανάγνωσή τους σε αληθινή εμπειρία, επιβεβαιώνοντας την επισήμανση του ποιητή μας: « Στην τέχνη εκείνο που χαρακτηρίζει τον καλλιτέχνη είναι η επινόηση πραγμάτων και καταστάσεων, η επινόηση δηλαδή του κόσμου».
Όσο τώρα για το πότε, πού, και πώς γράφει ένας ποιητής, ο Θανάσης Χατζόπουλος απαντά: «Ποτέ». «Ποτέ και πάντα.». Και παντού θα πρόσθετα εγώ. Γράφει μπροστά στα βλέμματα των άλλων ή πέρα, μακριά από αυτά. Αλλά γράφει κάθε φορά σ’ εκείνη την περίεργη, επίπονη, χοροστασία, τη Στάση του Πελαργού. Λίγο πριν απ’ το πέταγμα, ή αμέσως μετά το δίπλωμα των φτερών στη φωλιά του.
Πάντοτε σε μια κατάσταση ελεγχόμενης αστάθειας και επικειμένης ιπτάμενης πορείας, σαν να πρόκειται για μια ιδιότυπη χορογραφία, ανάμεσα στο πριν και το μετά της γραφής. Ναι:
«Ο ποιητής γράφει πάντα όρθιος, σαν πελαργός», μας λέει. «Κάποτε ανασηκώνει το ένα πόδι. Κι άλλοτε, χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί, σε αυτή την περίεργη ορθοστατική χοροστασία αλλάζει πόδι, για να διευκολύνει την κυκλοφορία του αίματος και των λέξεων.
…Είναι αθέατος στη στάση του πελαργού… Είναι η όρθια στάση, αυτή η στάση ημιανάπαυσης και αναμονής συνάμα. Έτοιμος για την πτήση…. Ο ποιητής σε στάση πελαργού εκτεθειμένος στην κοινή θέα παραμένει αθέατος, γιατί παρά τα ειωθότα γράφει πάντα όρθιος, γράφει πάντα όταν οι άλλοι υπνοβατούν. Εκείνος εκμεταλλεύεται την δική του αγρυπνία για να εξορύξει, να βγάλει από το χώμα το μετάλλευμα και της δικής τους ζωής». (Από τις σελ. 122-124)
Και ολοκληρώνω τις σκέψεις μου γι’ αυτό το συγγραφικό επίτευγμα του Θανάση Χατζόπουλου, με αυτήν την προτροπή: Διαβάστε τη Στάση του πελαργού, αφεθείτε στα πνευματικά ταξίδια που σχεδίασε –για εκείνον και για μας– ο συγγραφέας. Είναι βέβαιο πως θα αγαπήσετε, πρώτα την ίδια την αναγνωστική εμπειρία και μετά, ή ταυτοχρόνως, το περιεχόμενο του βιβλίου. Γιατί χωρίς καμιά αμφιβολία πρόκειται για ένα καλό βιβλίο, έτσι όπως το ορίζει ο Schopenhauer: «Από τα κακά βιβλία, και λίγα να διαβάσεις περισσεύουναπό τα καλά και τα πολλά είναι λίγα» (4).
Και ακόμη: «Για να διαβάσουμε τα καλά βιβλία, ο όρος είναι να μη διαβάζουμε τα κακά, διότι η ζωή είναι σύντομη, ο χρόνος και οι δυνάμεις μας πεπερασμένα» (5).
Καλή ανάγνωση λοιπόν!
⸙⸙⸙
[Το κείμενο αυτό, σε διαφορετική ασφαλώς μορφή, διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στον Κήπο του Νομισματικού Μουσείου, στις 6 Ιουλίου 2022.]
Σημειώσεις:
- Ludwig Wittgenstein, Tractatus-Logico-Philosophicus, μτφρ. Θανάσης Κιτσόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978, 5.6.
- Γιάννης Ρίτσος, «Η άλλη πολιτεία», Χειρονομίες, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1972.
- ,4,5: Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίων, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα/Ο άτακτος λαγός, Αθήνα 2013.

