Ευάρεστος Πιμπλής

Η στιγμή της σχισμής

Γινόμαστε άραγε ενήλικες στα δεκαοκτώ; Νομικά, ναι, αναμφισβήτητα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι ένιωσα ενήλικας όταν έφτασα σε αυτή την ηλικία το 2017. Και όμως, τότε βρέθηκα ξαφνικά μόνος ανάμεσα στους τέσσερις λευκούς τοίχους ενός στούντιο δεκαέξι τετραγωνικών μέτρων, μακριά από τους γονείς μου, μακριά από τους φίλους μου, μακριά απ’ ό,τι γνώριζα.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν, μου φαίνεται, μια περίοδος μεταξύ δύο ζωών, γεμάτη μάθηση, γνώση, νέα συναισθήματα, απογοητεύσεις, κατανόηση των περιορισμών της ζωής, ενώ ταυτόχρονα ζούσα με μοναδική ελευθερία.

Πιστεύω, ωστόσο, πως συνειδητοποίησα πραγματικά ότι έχω γίνει ενήλικας τη βραδιά που έκλεινα τα είκοσι τέσσερα χρόνια μου, και που συνέπεσε με το τέλος των σπουδών μου. Μπροστά μου, κάτω από τον καυτό Παρισινό ουρανό των τριανταεννέα βαθμών στις δέκα το βράδυ, περίπου τριάντα ιδρωμένα πρόσωπα με κοιτούσαν. Το καθένα τους αντιπροσώπευε μια διαφορετική στιγμή των χρόνων που οδήγησαν στο τέλος αυτού του πρώτου μέρους της ζωής μου. Παρατηρώντας τα πρόσωπα αυτά, κατάλαβα πόσο είχα αλλάξει, πόσο είχαμε όλοι αλλάξει και πόσο είχε αλλάξει ο κόσμος. Διότι αυτά τα χρόνια ανάμεσα στα δεκαοκτώ και τα εικοσιτέσσερά μου είχαν φέρει πολλές ανατροπές: την επιστροφή του πολέμου, ένα αντιδραστικό ρεύμα στην Ευρώπη, τον Τραμπ, την πανδημία, την κλιματική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και σημαντικές κοινωνικές προόδους.

Μια μέρα διάβασα στην εφημερίδα Le Monde ότι το ένα τέταρτο των νέων κάτω των τριάντα στη Γαλλία δηλώνουν σήμερα ότι υποφέρουν από κατάθλιψη, συχνά εξαιτίας της δυσαρμονίας ανάμεσα σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα και στην κοινότοπη καθημερινότητά τους.

Έτσι, ενώ αρχικά σκεφτόμουν να μιλήσω για συγγραφείς, τραγουδιστές, ταινίες, φιλίες και γνώσεις που συνόδευσαν την ενηλικίωσή μου, προτίμησα να περιγράψω αυτή τη δυσαρμονία που χαρακτηρίζει ίσως την ενηλικίωση, αυτή που νιώθει κανείς όταν ψάχνει τη θέση του και δεν τη βρίσκει.

Σας παραδίδω λοιπόν ένα λογοτεχνικό κείμενο που θα μπορούσε να είναι οι πρώτες σελίδες ενός μυθιστορήματος που θα μείνει, νομίζω, ημιτελές. Αλλά δεν πειράζει. Μου αρέσει η ιδέα να παραδώσω ένα κείμενο χωρίς τέλος, που αφήνει στον αναγνώστη την ελευθερία να φανταστεί διαφορετικές συνέχειες, ίσως και διαφορετικά τέλη, και να αναρωτηθεί τι καθορίζει στον σημερινό κόσμο την ενηλικίωση.

Καλή ανάγνωση!

Η στιγμή της σχισμής

Το περασμένο Σάββατο, μπήκα σ’ ένα τρένο με κατεύθυνση τη Νορμανδία. Στον σταθμό με υποδέχτηκε ο Τομ και διασχίσαμε με το αυτοκίνητό του καταπράσινες εξοχές, λες και είχαν ξεπηδήσει από πίνακα του Χόκνεϊ. Ήταν η τελευταία μέρα του Αυγούστου. Από εκείνες που μας προστάζουν να φορέσουμε απρόθυμα τα παλτά μας, καθώς η λεβαντί απόχρωση του ουρανού στο δειλινό δίνει το σήμα του τέλους της καλοκαιρινής ελαφρότητας.

Στο χάραμα της Κυριακής, υποδεχτήκαμε τον Σεπτέμβρη όπως υποδέχεται κανείς το φρέσκο δέρμα που καλύπτει μια γιατρεμένη πληγή. Χωρίς πρόσκληση. Χωρίς συνειδητοποίηση. Αναμένοντας τον αναπόφευκτο ερχομό του για να του παραδοθούμε. Η νωχελικότητα ήταν ο οδηγός μας από τα πρώτα λεπτά που ακολούθησαν τα μεσάνυχτα. Αναζητούσαμε μια απόλυτη λήθη, μια αμνησία των σωμάτων που ανασταίνουν αθέλητες μνήμες.

Συνήθως, τα βράδια μας τα τρέφουν νανουριστικές συνθηκολογήσεις. Σπάνιες είναι οι νύχτες όπου βρίσκουμε την ευφροσύνη μας στην αφύπνιση. Εκείνη την Κυριακή, ωστόσο, μόνο η μουσική ρύθμιζε τη ροή της νύχτας. Μονάχα τ’ αστέρια πρόβαλλαν πάνω στο παρόν μια λάμψη παρελθόντος. Η ελευθερία τρύπωνε ανάμεσα στα δέντρα. Σαν αεράκι. Σαν πεσμένο φύλλο που γλιστρά πάνω στα μάγουλά μας για να αφήσει ένα απαλό φιλί. Ήμασταν μόνοι, ολότελα μόνοι, μέσα στο σκοτάδι μιας χώρας δίχως αφέντη.

Θυμηθείτε την ασυνέπεια της νεανικής νύχτας. Την ελαφρότητα των άστρων. Την άδεια της απόσπασης από τον κόσμο, όσο διαρκεί ένας χορός, που άλλοτε μας έδινε ο ζέφυρος. Θυμηθείτε το χάδι του έρωτα, το χαμόγελο της φιλίας, την προσευχή της μουσικής. Με κλειστά μάτια. Να αναπηδούμε στο γρασίδι. Να πέφτουμε και να σηκωνόμαστε ξανά, χωρίς να σκεφτόμαστε τους μώλωπες της αυγής που σύντομα θα επικρατούσε πάνω στο σκοτάδι.

Όλη νύχτα ξεχάσαμε να φάμε, τόσο πολύ γέμιζε τα στομάχια μας αυτός ο άνεμος ελευθερίας. Εμείς που κάθε βράδυ καταβροχθίζουμε ό,τι βρούμε μπροστά μας για να γεμίσουμε τα λεπτά αλλά βαριά περιγράμματα των σωμάτων μας. Μας φαίνονται τόσο άδεια στο τέλος της ημέρας. Μείναμε νηστικοί ενώ είχαμε ετοιμάσει μια πανδαισία. Είχαμε ανάψει μια πυρά, στο βάθος του κήπου, παίζοντας τους εμπρηστές ανάμεσα στις φλόγες. Μόνο το ξύλο ψηνόταν πάνω στα κάρβουνα. Τα κρέατα και τα λαχανικά κείτονταν δίπλα στη φωτιά ως το πρωί, προς τέρψη των αόρατων πληθυσμών που κρύβονταν στο σκοτεινό γρασίδι.

Οι λαιμοί μας έγιναν ποτάμια. Τα οινοπνεύματα σχημάτισαν μέσα τους βίαια ρεύματα. Σαν αυτά των εποχών των πλημμυρών. Που μεταμορφώνουν το τοπίο. Μέχρι να επιστρέψει η νηνεμία. Κάποτε, ο λαιμός μου ήταν μια κοίτη έτοιμη να δεχτεί κάθε κατακλυσμό. Εδώ και καιρό, όμως, η κοίτη μου έχει φράξει και οι χείμαρροι του αλκοόλ μου προκαλούν αηδία. Δεν αντέχω πια παρά μόνο τις ψιχάλες, εκείνες που η λεπτότητά τους αφήνει μονάχα ένα ευχάριστο ίχνος ανοιξιάτικης βροχούλας που μας δροσίζει δίχως συνέπειες. Μα εκείνο το βράδυ, οι χείμαρροι έσπασαν όλα μου τα φράγματα. Η μέθη με ερωτεύτηκε. Την ερωτεύτηκα κι εγώ. Ήμουν η ίδια η μέθη. Τόσο μεθυσμένος. Και τότε, το πεσμένο ολόγιομο φεγγάρι έκανε τα χείλη μου να βουίζουν, και οι χήνες τινάχτηκαν στη λιμνούλα του κήπου, που την ταράζει ο πανικός ενός πεσμένου ολόγιομου φεγγαριού.

Το μεσημέρι της Κυριακής, στο σταθμό του Λιζιέ, αφήσαμε το τρένο να φύγει προς το Παρίσι. Ο πυρετός της νύχτας που είχε προηγηθεί μας υπαγόρευσε το ανυπότακτο αντίρευμα. Το επαρχιακό τρένο στο οποίο επιβιβαστήκαμε μάς οδήγησε, κάτω από τον γκρίζο ουρανό της θερινής Νορμανδίας, ως τον συνοριακό σταθμό μεταξύ της Ντοβίλ και της Τρουβίλ. Εκεί όπου συνωστίζονται οι ξανθές μεγαλοαστές με τα τσιουάουά τους, που τις συναντά κανείς μόνο εκεί ή στο Λε Τουκέ. Εκείνες που στο εστιατόριο μιλούν αποκλειστικά για λεφτά. Που μόλις κληρονόμησαν ένα διαμέρισμα στο Σεν-Ζερμέν-Ντε-Πρε, με πολυθρόνες Ζαν-Μισέλ Φρανκ στην επίπλωση, που η μακαρίτισσα η θεία τους η Μπερναντέτ τις είχε αγοράσει σε κάποια γκαλερί της οδού Ντε Σεν. Η αφθονία τους καταβρόχθιζε παχιά μύδια και υπερβολικά αλατισμένες τραγανές τηγανητές πατάτες.

Παρατείναμε την ανεμελιά σ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Να τριγυρνάμε στην παραλία της Τρουβίλ. Να πηδάμε ανάλαφρα ανάμεσα στις λιμνούλες που είχε ξεχάσει η άμπωτη. Να παρατηρούμε τους μικρούς μπουρζουάδες να παίζουν στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, συνοδευόμενους από τους μπαμπάδες τους, όσο η μαμά παλεύει με το επίπεδο πέντε των σταυρολέξων στον κήπο του αρχοντικού της, έχοντας μια συλλογή επιστολών του Προυστ ακουμπισμένη στο τραπέζι μόνο για το θεαθήναι, και έναν καφέ με καστανή ζάχαρη που της τον σερβίρει κάποια γυναίκα από κάποιο μέρος πέρα από τις θάλασσες, από εκεί απ’ όπου, για να φύγει κανείς, καμιά φορά πνίγεται.

Οι διασώστες σφύριζαν. Τα πλοία ετοίμαζαν τα πανιά τους. Οι γλάροι την αναχώρησή τους. Η μέρα περνούσε. Τόσο νέα και τόσο παλιά. Καταβεβλημένη από την άγρυπνη νύχτα. Τη σκοτεινή. Παρά την καθαρότητα του ουρανού. Παρά τις ακτίνες του ήλιου. Παρά την πρώτη Μεταμόρφωση του Γκλας, της οποίας τις νότες διακινούσαν ακούραστα τα δάχτυλα του Τομ. Μια μελαγχολία σκέπαζε τις τελευταίες στιγμές της ημέρας. Παρά το παγωτό αλμυρή καραμέλα. Παρά τις πτήσεις των γελαστών γλάρων. Παρά το απέραντο του ορίζοντα. Παρά την αιωνιότητα του τοπίου.

Στις οκτώ επιβιβαστήκαμε στο τρένο για το Παρίσι. Νομίζω ότι ποτέ δεν θα συνηθίσω τις θάλασσες του βορρά. Που έρχονται και φεύγουν. Όπως όλοι μας.

Σήμερα, Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου, είναι η επέτειος της εισόδου μου στην αγορά εργασίας. Συμπληρώνονται δύο χρόνια από τότε που δουλεύω σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο της οδού Ντε Νορμαντίμ στο Παρίσι.

Τη νύχτα που μας πέρασε δεν κοιμήθηκα, φοβούμενος την αυγή. Η αγρύπνια μού φάνηκε πιο υποφερτή από τον ύπνο και την άφιξη μιας νέας ημέρας που, ωστόσο, δεν θα έφερνε τίποτα καινούργιο.

Ντύνομαι λιτά. Ένα τζιν, ένα λευκό μπλουζάκι, ένα κόκκινο και φαρδύ πουλόβερ. Τίποτα που να μπορεί να προδώσει τη συμβολική σημασία αυτής της ημέρας. Παρατηρώ τον εαυτό μου επί πολλή ώρα στον καθρέφτη του μπάνιου. Η νεότητα του προσώπου μου με εκπλήσσει. Αναζητώ μάταια τις ρυτίδες που νόμιζα πως υπήρχαν κάτω από τα μάτια μου. Είχα ξεχάσει την ομορφιά αυτού του προσώπου που δεν την αξίζει, αυτού του κεφαλιού που δεν ξέρει τι να την κάνει.

Είναι μόλις επτά η ώρα, αλλά ο ήλιος ήδη ανατέλλει. Πολύ νωρίς για να πάω στη δουλειά. Βγαίνω να περιπλανηθώ στους έρημους δρόμους. Μια σκούπα απομακρύνει τα λείψανα της ζωής που χθες κυριαρχούσε στα πεζοδρόμια. Στη γωνία του δρόμου σχεδιάζω τη σκούπα αυτή στο μυαλό μου, φαντάζομαι μία μία κάθε τρίχα της, άλλα όταν φτάνω στην κορυφή της λαβής της, δεν φαντάζομαι τίποτα πια, δεν έχω καμιά εικόνα του χεριού που την κινούσε και ακόμη λιγότερο του προσώπου που συνδεόταν με αυτό το χέρι. Γυρίζω πίσω, αλλά όλα έχουν χαθεί. Το πρόσωπο, το χέρι, η σκούπα, τα λείψανα. Μόνο το κενό του πρωινού μένει. Στις πόλεις μας, όλα τ’ άλλα δεν είναι παρά όνειρα.

Κατά μήκος του καναλιού, παρακολουθώ το θέαμα που προσφέρει η καθημερινή αναγέννηση του κόσμου. Αυτή η αναγέννηση που σήμερα δεν είναι για μένα παρά η συνέχεια του χθες. Τολμώ να την παρατηρήσω μόνο στο καθρέφτισμα των υδάτων. Με κατατρέχει η ντροπή του να είμαι απλώς ο εαυτός μου. Δεν ξέρω πώς να βαδίσω στον κόσμο αν όχι περπατώντας στο χείλος αυτού του παραμορφωτικού καθρέφτη. Αλλά σύντομα, η άσφαλτος αντικαθιστά τα νερά. Το βλέμμα ενός κουταβιού με καθηλώνει. Αυτός ο σκύλος τρέφεται από το περπάτημα στο χείλος της παραμόρφωσης. Η ζωή δεν του ζητά τίποτα περισσότερο από το να πορεύεται άπορος.

Σπρώχνω την πόρτα του πρώτου ανοιχτού καφέ που βρίσκω και κάθομαι στο πιο μακρινό τραπέζι από το παράθυρο. Ο ιδιοκτήτης υψώνει τη φωνή του πίσω από τον πάγκο. Σύντομα, μου φέρνει τον διπλό εσπρέσο που θα με βοηθήσει να παρατείνω την ξαγρύπνια. Είμαι ο πρώτος του πελάτης. Η μέρα του ξεκινά. Σε μια ώρα, θα έχω κι εγώ ανοίξει το βιβλιοπωλείο και η κυρία Ταριφουέ θα έχει έρθει να αναζητήσει το ανάγνωσμα του Σαββατοκύριακου, όπως κάθε Παρασκευή πρωί. Οι πελάτες λαχταρούν τις συμβουλές μου. Το αφεντικό μου λαχταρά τα λεφτά που φέρνουν οι συμβουλές μου. Τα καφενεία και τα μπαρ δεν έχουν την αποκλειστικότητα των μόνιμων θαμώνων. Κάποιοι πελάτες έρχονται στο βιβλιοπωλείο κάθε μέρα ή σχεδόν κάθε μέρα, όπως ο κύριος Πολ που αγοράζει τουλάχιστον πέντε βιβλία την εβδομάδα, νομίζοντας πως αγοράζει εμένα.

Ξαφνικά, ενώ απολάμβανα τον καφέ μου σκεπτόμενος ποιο μυθιστόρημα να προτείνω στη κυρία Ταριφουέ, μια δεύτερη πελάτισσα μπαίνει στο μαγαζί, κρατώντας μια εφημερίδα. Κάθεται στο τραπέζι δίπλα στο τζάμι. Χωρίς να πει λέξη, ο ιδιοκτήτης της φέρνει ένα στρέτο και ανοίγει το παράθυρο που χωρίζει το τραπέζι της και το πεζοδρόμιο. Οι δυο τους κοιτιούνται χωρίς να μιλήσουν, σαν τα μάτια τους να εκφράζουν από μόνα τους όσα θα μπορούσε να πει ο καθένας. Η γυναίκα βάζει μικρά μωβ γυαλιά στη μύτη της και πιάνει την εφημερίδα που είχε αφήσει στο τραπέζι. Είναι επτά και μισή. Πρέπει να είναι γύρω στα εβδομήντα. Κάτι στον τρόμο με τον οποίο καταβροχθίζει τις σελίδες με γοητεύει. Η κίνησή της είναι επιμελής όταν γυρίζει σελίδα. Σαλιώνει ελαφρά το δάχτυλό της και περνά στο επόμενο θέμα, φέρνοντας πιο κοντά το χαρτί στα μικρά γυαλιά της που γλιστρούν στη μύτη της, μαγνητισμένα από τον κόσμο που ανακαλύπτουν διαβάζοντας κάθε γραμμή. Πίνει το στρέτο της μονορούφι, ατάραχη. Στις επτά και σαράντα πέντε, ο ιδιοκτήτης τής φέρνει δεύτερο. Αυτή τη φορά, δεν κοιτιούνται.

Η κυρία Ταριφουέ θα φτάσει γύρω στις οκτώ και εννέα, το αργότερο στις οκτώ και δέκα. Το ταμείο πρέπει να είναι έτοιμο και το βιβλίο της ακουμπισμένο στη κορυφή της στοίβας των νέων κυκλοφοριών, εκεί που ξέρει ότι μπορεί να το προμηθευτεί. Στη συνέχεια θα περάσει δέκα λεπτά μαζί μου, σχολιάζοντας την Αρρώστια του θανάτου που της είχα προτείνει την περασμένη Δευτέρα το πρωί, και που την είχα εμπνευστεί από το νορμανδικό μου ταξίδι. Μεταξύ οκτώ και δεκαεννέα και οκτώ και είκοσι, θα βγει από το βιβλιοπωλείο και θα βουτήξει στη ζωή της πόλης, κατευθυνόμενη προς το γραφείο αρχιτεκτονικής στο οποίο εργάζεται. Τοποθετώ ένα κέρμα στον πάγκο και βιάζομαι να φύγω, χωρίς να απομακρύνω το βλέμμα μου από την ιδιότροπη εβδομηντάρα που γυρίζει ακόμα τις σελίδες. Παρά το σκοτάδι που καταπίνει το βάθος της αίθουσας, ξέρω ότι έχει προσέξει την παρουσία μου.

Θυμάμαι ξεκάθαρα τη στιγμη της σχισμής. Θυμάμαι τη μορφή μιας γυναίκας. Λεγόταν Λάχεσις. Αυτοπροσκλήθηκε στα εικοστά τέταρτα γενέθλιά μου. Χωρίς να μπει στον κόπο να χτυπήσει το κουδούνι. Χωρίς να μου προσφέρει κανένα δώρο. Χωρίς καν να φέρει στα χείλη μου λίγο αλκοόλ για να ξεχαστώ. Χόρευε, αόρατη, ανάμεσα στους φίλους που είχαν έρθει να επουλώσουν την πληγή που είχε προκαλέσει η σχισμή, ενωμένοι σαν μια χρονολογική ζωφόρος αναμνήσεων.

Στην πολυκατοικία όλα ήταν βουβά, όλα έμοιαζαν νεκρά, εκτός από τον χορό των φιλικών σωμάτων που κινούνταν ακολουθώντας τη μουσική, η οποία τραγουδούσε μέσα στη νύχτα τον βηματισμό του χρόνου.

Ακίνητος, ένιωθα να φουντώνει μέσα στη ψυχή μου ένας αφόρητος τρόμος. Εφιάλτες με πολιορκούσαν, τρομακτικές ιδέες τάραζαν το πνεύμα μου, και νόμιζα πως διέκρινα ότι τα δάχτυλα της Λάχεσης πάγωναν μέσα στα δικά μου. Ήταν αλήθεια; Όχι, δίχως αμφιβολία. Από πού, ωστόσο, μου είχε έρθει η αίσθηση εκείνης της σιωπηλής και παγωμένης επαφής; Σηκώθηκα, χαμένος από τον τρόμο, για να αντικρίσω το πρόσωπό της. Ήταν απαθές, άψυχο, αδιάφορο μπροστά σε κάθε δυστυχία. Σαν η Αιώνια Λήθη να το είχε αίφνης γαληνέψει.

Η Λάχεσις έφυγε και δεν άφησε στο διαμέρισμα παρά μόνο το στίγμα της σχισμής, δυνατό σαν τον θάνατο, σαν την αιωνιότητα, σαν ένα ανολοκλήρωτο βιβλίο.

Την επόμενη μέρα, γονατισμένος στο παρκέ, έκλαψα πάνω στα γόνατα του Τομ. Σκεφτόμουν τον έρωτα της προηγούμενης νύχτας. Τη φιλία που κάνει ελαστικότερο το χρόνο. Τη ζέστη του Ιούνη. Τον ιδρώτα που κυλούσε από τα μάτια μου και που ο ουρανίσκος μου γευόταν σαν ένα ποτήρι Lacryma Christi.

Μπέρδεψα ύπνο και σταύρωση. Πίστεψα πως πέθαινα τη νύχτα και ανασταινόμουν το ξημέρωμα. Όμως δεν ξαναβρήκα τη ζωή που είχα αφήσει πίσω. Από εδώ και πέρα, δεν θα τρεφόμουν πια με τον ίδιο άρτο, δεν θα ξεδιψούσα με τον ίδιο οίνο, δεν θα ήμουν πια η ίδια ατραπός, η ίδια αλήθεια, η ίδια ζωή. Η γνώση που ήταν πνευματική τροφή, θα έπρεπε πλέον κυριολεκτικά να με θρέφει.

Ήμουν δακρυσμένος. Ένιωθα ευάλωτος, βυθισμένος ανάμεσα στα γόνατα του Τομ, έτοιμος να πνιγώ στις τάφρους του ίδιου μας του κάστρου. Οι πνεύμονές μου θα μπορούσαν να εκραγούν από αυτή την ιωδιούχα γεύση της παράδοσης. Της ήττας. Στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης περιφρονούσα την αδυναμία και χλεύαζα την γκρίνια. Πίστευα στην αμεταβλητότητα της επιλογής. Η ευτυχία ήταν ένας καρπός που περίμενε να κοπεί. Φταίχτης όποιος θα τον άφηνε να σαπίσει.

Ο Τομ μου χάιδευε τα μαλλιά και, για κάθε τρίχα που άγγιζε, κυλούσε ένα δάκρυ. Τον αγαπούσα. Αγαπούσα την τρέλα στην οποία είχε μεταμορφωθεί η αγάπη μας. Αυτή την παιδική ελαφρότητα που όριζε την καθημερινότητά μας. Ίσως να χρειαζόταν να μας εξαγάγουν τους λίθους της τρέλας, τους θαμμένους μέσα στα κεφάλια μας, όπως στον πίνακα του Ιερώνυμου Μπος. Κάποιες φορές πιστεύω πως, μέσα στην αγκαλιά του Τομ, η Άτροπος θα μπορούσε να κόψει το νήμα μου. Στα χέρια του ξέρω πως ακόμα και τον θάνατο, που τον φοβάμαι τόσο, θα μπορούσα να τον αγαπήσω. Όλα θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν ή να πάψουν για πάντα να υπάρχουν.

Μου λείπουν τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης. Τα χρόνια των δυνατοτήτων. Του μέλλοντος που οι αυγές αναζητούν για χάρη μας στις γωνιές των δρόμων, που νομίζουν πως θα το βρουν στην επόμενη διασταύρωση, που το κυνηγούν ως το δειλινό μα που το ίδιο το κυνήγι καθιστά το δειλινό άπιαστο. Η σχισμή σημαίνει το τέλος του κυνηγιού, την έλευση του δειλινού, την εγγύτητα του μέλλοντος, μια περατότητα στην επέκταση των δυνατοτήτων.

Σπούδασα λογοτεχνία με τη βεβαιότητα πως θα γινόμουν μεγάλο όνομα της λογοτεχνίας, πως θα ζούσα από τη πένα μου, έτσι όπως ελάχιστοι το καταφέρνουν, πως θα με καλούσαν παντού γιατί ο λόγος μου θα μετρούσε περισσότερο από των άλλων, πως όλοι θα αγαπούσαν το όμορφο πρόσωπό μου και τον λαμπερό μου εγκέφαλο. Πίστευα πως ήμουν γεννημένος για να με θάψουν στο Πάνθεον. Σήμερα, το όνομά μου μου προκαλεί αποστροφή. Οι ατέλειωτες ώρες ανάγνωσης δεν μου χρησίμευσαν παρά μόνο για να μπορώ να συμβουλεύω τους αστούς τι να διαβάσουν έναντι ενός ισχνού μισθού.

Η επόμενη Παρασκευή έπρεπε να πέσει 13 Νοεμβρίου. Αν και καθόλου δεισιδαίμων, με καταλαμβάνει μια ανησυχία. Δεν περιμένω να χτυπήσει το ξυπνητήρι. Είναι πέντε και πενήντα τέσσερα και είμαι όρθιος στην κουζίνα μου. Ετοιμάζω καφέ.

Χθες το βράδυ, ο Τομ ήθελε να κάνουμε έρωτα, αλλά του είπα πως έπρεπε να διαβάσω. Τον ποθούσα, αλλά δεν καταλάβαινα πώς μπορούσε εκείνος να με ποθεί, εμένα, τον αποτυχημένο. Μπορεί να μου επαναλαμβάνει κάθε βράδυ πως είμαι όμορφος, πως είμαι έξυπνος και πως πρέπει να δείξω υπομονή, δεν καταλαβαίνει ότι η υπομονή είναι ο εχθρός μου. Πάντα πίστευα στο πλεονέκτημα της νιότης. Πάντα πίστευα πως θα μπορούσα να το εκμεταλλευτώ. Αλλά απέτυχα και πλέον η νιότη μού ξεφεύγει. Νιώθω άθλιος και δεν μπορώ να δώσω στον Τομ την αγάπη που αναζητά διατρέχοντας το σώμα μου. Χθες το βράδυ, μπροστά στην απάθειά μου, κατέληξε να γυρίσει σπίτι του, προσβεβλημένος. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν με χώριζε. Δεν ξέρω πώς με αντέχει.

Η αυγή με προσκαλεί να περπατήσω τυχαία στους δρόμους. 901, στρίβω δεξιά. 252, στρίβω αριστερά. 744, πάλι αριστερά. 125, δεξιά. Καμιά φορά παίζαμε αυτό το παιχνίδι με τον Τομ, εξερευνώντας τα σπλάχνα της πόλης. Σε κάθε γωνία, η πινακίδα κυκλοφορίας του τελευταίου παρκαρισμένου αυτοκινήτου όριζε τη στροφή. Άρτιο άθροισμα, δεξιά. Περιττό άθροισμα, αριστερά. Έτσι ανοίγονταν μπροστά μας γειτονιές όπου δεν θα πατούσαμε ποτέ το πόδι μας αλλιώς. Οφείλουμε την ανακάλυψη ορισμένων από τα πιο αγαπημένα μας μέρη ακριβώς σε αυτό το παιχνίδι.

Αχ, πόσο θα ήθελα να περπατώ τυχαία, ακολουθώντας πινακίδες αυτοκινήτων, στο πλευρό του Τομ, από την αυγή ως το λυκόφως. Αν δεν είχα να υποδεχθώ την κυρία Ταριφουέ στις οκτώ και εννέα, στις οκτώ και δέκα ίσως, θα του τηλεφωνούσα και θα τον ικέτευα να έρθει, να με συγχωρέσει για χθες.

Ο ουρανός είναι σκοτεινός. Οι σκύλοι περιφέρουν ήδη τις μουσούδες τους στην όχθη του καναλιού. Αποφεύγω το βλέμμα τους, καρφώνοντας το δικό μου στην αντανάκλαση των σύννεφων στα ήρεμα νερά των κοιμισμένων θυροφραγμάτων. 896, στρίβω αριστερά, όταν ξαφνικά βρίσκομαι τυχαία πρόσωπο με πρόσωπο με τον ιδιοκτήτη του καφέ όπου είχα αυτοεξοριστεί την περασμένη Παρασκευή. Στήνει τα εξωτερικά τραπέζια. Το βλέμμα του μου λέει να μπω. Κάθομαι στο βάθος, στο ίδιο τραπέζι με την προηγούμενη φορά. Χωρίς να με ρωτήσει, ο ιδιοκτήτης μου φέρνει έναν διπλό εσπρέσο. Κοιταζόμαστε. Δεν μιλά.

Τα λεπτά κυλούν στον ρυθμό του καφέ που κυλά στον λαιμό μου. Είναι επτά και είκοσι εννέα και ο ιδιοκτήτης μου φέρνει έναν δεύτερο καφέ, χωρίς να τον έχω παραγγείλει. Στις επτά και τριάντα, σχεδόν επτά και τριάντα ένα, η εβδομηντάχρονη μπαίνει, με τα μωβ γυαλιά κρυμμένα μέσα στις γκρίζες της μπούκλες, με μια εφημερίδα σφιγμένη πάνω στο στήθος της. Τα μάτια μου δεν την αφήνουν, οι επίμοχθες κινήσεις του σώματός της τα έχουν μαγνητίσει. Δεν με κοιτά, μα ξέρω πως διαισθάνεται την παρουσία μου στο ημίφως του βάθους της αίθουσας. Τίποτα σ’ αυτό το καφέ δεν τραβά το βλέμμα. Μια θλίψη αναδύεται από το ξεθωριασμένο κόκκινο του πάγκου. Τα τραπέζια και οι καρέκλες, ξεπλυμένα απ’ τον χρόνο, θρηνούν τη ληγμένη τους δόξα. Τα θαμπά και τραχιά μωσαϊκά νοσταλγούν τα παπούτσια που κάποτε τα γυάλιζαν. Ο σιωπηλός ιδιοκτήτης ακουμπά ένα στρέτο μπροστά στη γυναίκα, που έχει πια καθίσει. Τα βλέμματά τους χαιρετιούνται. Τον καταπίνει μονορούφι κι ύστερα ξεφυλλίζει νευρικά την εφημερίδα. Την τρώω με τα μάτια μου χωρίς ντροπή. Το ξέρει. Το ξέρει κι ο ιδιοκτήτης. Με κοιτά που την κοιτάζω, ενώ σκουπίζει υγρά ποτήρια και ξεσκονίζει τα μπουκάλια στο ράφι πίσω από το μπαρ. Το ότι είμαι ηδονοβλεψίας δεν τον εκπλήσσει. Μόνο η αδιαφορία θα μπορούσε να τον ενοχλήσει. Γιατί σ’ αυτό το μαγαζί όλα είναι θλιβερά μα τίποτα δεν επιτρέπει την αδιαφορία.

Επτά και σαράντα πέντε. Δεν πρέπει να αργήσω. Αλλιώς θα στήσω την κυρία Ταριφουέ. Κι όμως, δεν μπορώ να πάψω να παρατηρώ τη γυναίκα, που είναι βυθισμένη στις σελίδες της εφημερίδας της. Ο ιδιοκτήτης τής φέρνει έναν δεύτερο καφέ, τον οποίο καταπίνει σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, χωρίς να αποσπάσει το βλέμμα της από το χαρτί. Κάθε λέξη που καταπίνει γλυκαίνει τα ίχνη της καφεΐνης που πλέουν στον ουρανίσκο της. Το βάρος του χαρτιού μαγνητίζει το πρόσωπό της όπως η σελήνη μαγνητίζει τις θάλασσες. Τα γυαλιά της γλιστρούν από τη μύτη, έλκονται από τα γράμματα και τους φάρους που αυτά συνθέτουν. Το δάχτυλό της κωπηλατεί για να τα επαναφέρει, επίμονο σαν κουπί ενάντια σε εχθρικά ρεύματα. Οι διόπτρες γλιστρούν και ξαναγλιστρούν σε μια αδιάκοπη παλινδρόμηση, σμιλεύουν το πρόσωπό της όπως τα κύματα σμιλεύουν την ακτή.

Τα γυαλιά γλιστρούν και ο δείκτης της δεν τα επαναφέρει. Οι φακοί συντρίβονται στο πάτωμα και τα χίλια θραύσματά τους εκτοξεύονται στο κατάστημα, ενώ η εφημερίδα καταπλακώνεται πάνω στο τραπέζι και όλα τα συναισθήματα του σώματος της γυναίκας συγκεντρώνονται στο χαρτί. Σταγόνες το μουσκεύουν. Τα μελάνια κλαίνε, παραμορφώνοντας τα γεγονότα, σαν να θέλουν να φθείρουν την αλήθεια, ελπίζοντας ίσως ότι δεν είναι παρά ένα όνειρο, ότι δεν υπήρξε ποτέ πουθενά αλλού παρά μόνο σε αυτό το χαρτί. Η γυναίκα σηκώνεται νευρικά. Το μωσαϊκό ουρλιάζει, χτυπημένο από την επίπονη ολίσθηση της καρέκλας. Ο ιδιοκτήτης έχει εξαφανιστεί. Για πρώτη φορά, τα μάτια της γυναίκας διασταυρώνονται με τα δικά μου. Τις ίριδες των ματιών της, τις αντικαθιστούν καταρράκτες. Χωρίς να επανορθώσει την αναστάτωση που προκάλεσε και χωρίς καν να πληρώσει, σπρώχνει τη γυάλινη πόρτα και εξαφανίζεται μέσα στις ακτίνες του ήλιου που τυφλώνουν τη μέρα.

Μπερδεμένος, με τις σόλες των παπουτσιών μου γεμάτες θραύσματα των γυαλιών μέσα από τα οποία η γυναίκα αναζητούσε μια ανυπόφορη αλήθεια, πλησιάζω την εφημερίδα. Ένα σύντομο άρθρο στο πολιτιστικό ένθετο τραβά τη προσοχή μου.

Ο κινηματογραφιστής Αντουάν Γκιγιώμ αυτοκτόνησε.

Στα είκοσί του χρόνια, ο Αντουάν Γκιγιώμ είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Φοίνικα καλύτερης ταινίας μικρού μήκους για τη μεταφορά του βιβλίου Τα Πάθη του νεαρούΒέρθερου του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε. Παρά την παραγωγή τριών ακόμα μικρού και μιας μεγάλου μήκους ταινιών, δεν κατάφερε ποτέ να έχει την ίδια υποδοχή από την κριτική όπως στο πρώτο του έργο όπου μετέφερε στη σύγχρονη εποχή το φαινόμενο των μαζικών αυτοκτονιών που είχε προκαλέσει το κείμενο του Γκαίτε τον 18ο αιώνα. Έβαλε ο ίδιος τέλος στη ζωή του στα είκοσι επτά του χρόνια, μιμούμενος τον ρομαντικό ήρωα στον οποίο όφειλε τη σύντομη φήμη του. Η σορός του βρέθηκε σε ένα ξενοδοχείο στη γερμανική πόλη Βέτσλαρ, με το κεφάλι τρυπημένο από σφαίρα. Είχαν περάσει δύο μήνες από τότε που η εξαφάνισή του είχε αναφερθεί στις αρχές.

Μόνος στο καφέ, πληκτρολογώ το όνομά του στο τηλέφωνό μου για να δω το πρόσωπό του. Μερικά άρθρα της προηγουμένης αναφέρουν την αυτοκτονία του νεαρού κινηματογραφιστή χωρίς να παραθέτουν περισσότερες λεπτομέρειες από το άρθρο στην εφημερίδα. Για μερικά λεπτά σκρολάρω, κοιτώντας τις φωτογραφίες του, με αυτό το μακάριο χαμόγελο στα χείλη, γοητευμένος από την ομορφιά του. Ωστόσο, παγώνω όταν ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι είναι νεκρός και ότι αυτό το όμορφο πρόσωπο έχει πια γίνει πολτός. Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς ένας τόσο όμορφος νέος μπόρεσε να πατήσει τη σκανδάλη ενός όπλου στραμμένου στον κρόταφό του. Αν τον είχα δίπλα μου, θα του έλεγα για την ομορφιά του, για την ευφυΐα που εκπέμπει το βλέμμα του, για την τρυφερότητά του. Παρατηρώ διαφορές μεταξύ των φωτογραφιών του από τις Κάννες και των πιο πρόσφατων. Στις πρώτες, φέρει την κατακτητική αποφασιστικότητα των νεανικών χρόνων όσων πιστεύουν πως τους περιμένει ένα δοξασμένο μέλλον. Στις δεύτερες, η ομορφιά του παραμένει απείραχτη, αλλά το απογοητευμένο πρόσωπό του φέρει τα στίγματα της αποτυχίας. Αν και νέος, κουβαλά τη θλίψη της σχισμής, τις ρυτίδες που φέρουν στο δέρμα τους όσοι δεν έχουν βρει τη θέση τους στον κόσμο. Στη σκιά τους, διακρίνω τον εαυτό μου.

Αναστατωμένος, προσπαθώ να ξεχάσω αυτόν τον νεαρό άνδρα αναζητώντας στις τσέπες μου κανένα κέρμα για να πληρώσω τους καφέδες. Καλώ τον ιδιοκτήτη αλλά το μαγαζί είναι έρημο. Παίρνω την εφημερίδα και φεύγω χωρίς να πληρώσω. Θα τους πληρώσω μια άλλη φορά, αλλά τώρα δεν γίνεται να αργήσω άλλο. Αυτή τη στιγμή, η κυρία Ταριφουέ πρέπει να κατευθύνεται προς το βιβλιοπωλείο όπου θα φτάσει στις οκτώ και εννέα, ίσως στις οκτώ και δέκα. Μπροστά στη δουλειά, ωστόσο, αντί για τη κυρία Ταριφουέ, με περιμένει η εβδομηντάχρονη. Κλαίει. «Αγαπούσε», μου λέει. «Αγαπούσε τα σώματα, αγαπούσε τα σώματα και τη θέρμη τους. Τα σώματα των γυναικών και των ανδρών». Οι φάλαγγές της στεγνώνουν τα μάτια της και μόνο το αλάτι μένει στις κοιλότητές τους. «Αλλά πάνω απ’ όλα αγαπούσε τα πνεύματα», λέει. «Ω ναι, αγαπούσε τα πνεύματα. Και εγώ αγάπησα το δικό του». Το πρόσωπό της μεταμορφώνεται σε ένα μικρό λιμάνι προστατευμένο από έναν μόλο σε σχήμα χαράς. «Θα τον είχες αγαπήσει», λέει. «Θα τον είχες αγαπήσει και θα σε είχε αγαπήσει κι αυτός». Ψελλίζω μπερδεμένος ένα ασαφές «ευχαριστώ», χωρίς να ξέρω ακριβώς για ποιο πράγμα την ευχαριστώ. «Πρέπει να καταλάβω», λέει. «Πρέπει να καταλάβω γιατί ένας τόσο έξυπνος και τόσο όμορφος νεαρός θέλησε να φύγει». Το λιμάνι των ματιών της ταράζεται από έναν άνεμο που σηκώνει κύματα δακρύων. Καταρράκτες κυλούν πάνω στην εφημερίδα καθώς εμφανίζεται στη γωνία του δρόμου η κυρία Ταριφουέ.

Κύλιση στην κορυφή