Κάθονται στις θέσεις τους και ρωτάω: «Τι γίνεται, παιδιά;». «Μια χαρά, εσείς;» μου απαντάνε. Φοράμε φυσικά όλοι μας μάσκα, οι περισσότεροι χειρουργική. Κάποιοι επέλεξαν στο Μπακαλορεά το μάθημα «Αγγλόφωνη Λογοτεχνία και Πολιτισμός». Σε άλλους διδάσκω γλώσσα –αν δεν έχουμε και φέτος τα περσινά, θα δώσουν εξετάσεις στη μέση και στο τέλος της χρονιάς. Τελειώνουν όπου να ’ναι το λύκειο, ορισμένοι ετοιμάζονται για τις λεγόμενες Grandes Écoles –τα πιο ανταγωνιστικά γαλλικά πανεπιστήμια. Τι χρονιά μας περιμένει, θα σκέφτονται, τι ζωή μας περιμένει. Οι μάσκες, από αντικείμενο καθημερινής χρήσης –στο Παρίσι δεν ξεμυτίζεις ακάλυπτος–, έχουν αποκτήσει και νέα σημασία, μεταφορική. Υπερβαίνοντας τα όρια του υγειονομικού, σου υπενθυμίζουν πως δεν είναι μόνο η πανδημία. Είναι και η ανεργία, το περιβάλλον και η κλιματική αλλαγή, η Ευρώπη, ο κόσμος ολόκληρος. Κι ας επιλέγουν κάποιοι να τις αποσιωπούν, δυσκολότερα αποσιωπούνται πλέον οι απειλές. Μπορεί να μη συνδέονται όλα με όλα (παρά μόνο στις θεωρίες συνομωσίας), αλλά υπάρχουν κάποιοι αδιαφιλονίκητοι κρίκοι στην αλυσίδα που μας περισφίγγει. Όπως, Κορωνοϊός και περιβάλλον. Διαταράσσοντας οικοσυστήματα, απελευθερώσαμε έναν επικίνδυνο ιό και κάναμε νέο του ξενιστή το δικό μας είδος.
Τα σχολεία άνοιξαν φέτος στη Γαλλία κανονικά, παρά τη ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων. Δύο βδομάδες μετά την έναρξη των μαθημάτων, στο λύκειό μου υπήρχαν ήδη κρούσματα, όμως εδώ δεν «κλείνουν» ολόκληρες τάξεις. Απομονώνονται προς το παρόν μόνο όσοι συγχρωτίστηκαν με «θετικό» χωρίς να φοράνε μάσκα, ενώ η περίοδος της καραντίνας περιορίστηκε σε μία βδομάδα. Μέτρα που θέλουν να επιβραδύνουν το lockdown, ρισκάρουν όμως να το επισπεύσουν; Μπροστά στα αντίσκηνα όπου το τεστ γίνεται δωρεάν (ακόμη και χωρίς «χαρτί γιατρού»), οι ατέλειωτες ουρές κυριολεκτικά «στρίβουν» στη γωνία. Στους κοντινούς μου δρόμους υπάρχουν ήδη δύο τέτοια αντίσκηνα, και αναμένονται να ξεφυτρώσουν κι άλλα. Στη Γαλλία γίνονται πάνω από ένα εκατομμύριο τεστ κάθε βδομάδα (διαβάσατε σωστά), αλλά δεν έχει αποφευχθεί το «μποτιλιάρισμα»: όταν τα αποτελέσματα καθυστερούν, δεν μπορούν να απομονωθούν έγκαιρα όσοι πρέπει. Ήδη ορισμένοι διερωτώνται τι κόστος θα έχει για το σύστημα υγείας ένας τέτοιος μη «στοχευμένος» έλεγχος, τα δωρεάν τεστ για όλους, ακόμη και χωρίς συμπτώματα ή ύποπτη επαφή.
Παραδόξως, στην τάξη δεν φοβάμαι. Όσο είμαι με τα παιδιά, δεν σκέφτομαι την επερχόμενη έκρηξη. Έχω αρχίσει να εφαρμόζω με κάποια επιτυχία το Μέρα τη μέρα ζω. Δεν φτάνω να σκεφτώ πέρα απ’ το τέλος της βδομάδας –slides, φωτοτυπίες και η ποιότητα του ήχου στα βίντεο. Ξαφνιάζομαι που οι ηθοποιοί στις μαγνητοσκοπημένες θεατρικές παραστάσεις δεν φοράνε μάσκα. Μετά σαν να θυμάμαι πως είναι άνθρωποι μιας άλλης εποχής. Είναι η τάξη η «τρύπα» που σκάβω σαν στρουθοκάμηλος για να κρύψω το κεφάλι μου; Οι ζωολόγοι βεβαιώνουν πως πρόκειται για μύθο: η στρουθοκάμηλος δεν στρουθοκαμηλίζει. Αν χώνει συχνά το ράμφος της στην άμμο είναι για να «γυρίσει» τ’ αυγά της, που τα επωάζει θαμμένα εκεί. Να υποθέσω πως έχει ξυπνήσει μέσα μου, καθαρά λόγω των συγκυριών, μια άγνωστη δύναμη αντίστασης;
Δεν θέλω να είμαι άλλη μια διάψευση γι’ αυτά τα παιδιά. Φυσικά δεν τους λέω πως η καλλιέργεια κάνει διαφορά, πως θα τους βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές, πως στα χρόνια που θα ’ρθούν θα υπάρξουν κι άλλες τέτοιες. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, δεν τους εντυπωσιάζουν τα λόγια. Έστω κι αν κάποιοι από τους μαθητές μου παρακολουθούν ένα από τα ανταγωνιστικά δίγλωσσα προγράμματα που προσφέρουν ελάχιστα σχολεία στη Γαλλία, το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει κι εδώ. Το Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη –όλα τα εκπαιδευτήρια της χώρας φέρουν στην πρόσοψη την επιγραφή– ισχύει μόνο επιλεκτικά. Το δείχνουν ακόμη κι αυτές οι ίδιες οι επιγραφές, που διαφέρουν από πλευράς αισθητικής. Ελιτίστικο είναι κι εδώ το σύστημα, οι μαθητές του λυκείου της «καλής» συνοικίας έχουν συντριπτικά μεγαλύτερες πιθανότητες να περάσουν σε κάποια από τις Grandes Écoles (όπου σπούδασε σύσσωμη η ηγεσία της χώρας), κι όχι σε «δευτεροκλασάτο» πανεπιστήμιο ή και πουθενά.
Πριν εγκατασταθώ στη Γαλλία, δίδαξα σ’ ένα από τα παλιά καλά πανεπιστήμια της Βρετανίας. Κι έτσι γνωρίζω πού έχει φτάσει η παιδεία σε μια χώρα που τη συγκαταλέγει ανάμεσα στα πρώτα αγαθά που «εξάγει» σ’ ολόκληρο τον κόσμο (για πόσο ακόμη όμως;). Τα βρετανικά πανεπιστήμια είναι υπερπλήρη («εκπτώσεις» στα κριτήρια επιλογής των φοιτητών;), αλλά χωρίς αρκετό προσωπικό. Έχουν συρρικνωθεί οι «ώρες επαφής», ενώ μεγάλο μέρος της διδασκαλίας ανατίθεται σε συμβασιούχους που παρά τις περγαμηνές τους δεν αμείβονται δώδεκα μήνες τον χρόνο, ούτε γνωρίζουν αν θα επαναπροσληφθούν. Το πρώτο πτυχίο όχι απλώς δεν εγγυάται μια (καλύτερη) δουλειά, αλλά οι απόφοιτοι (με εξαίρεση αυτούς των πανεπιστημίων της Σκωτίας, που έχει διαφοροποιηθεί) θα χρειαστεί να εξοφλήσουν το δάνειο που έλαβαν για να πληρώσουν τα υψηλά πανεπιστημιακά δίδακτρα (περί τα 30.000 ευρώ), έτσι και βρουν μια (έστω και κακοπληρωμένη) δουλίτσα.
Ο εκπαιδευτικός χώρος όσο και η παιδεία έχουν πληγεί παντού. Η απαξίωση που έχουμε νιώσει ως δάσκαλοι αντανακλά την απαξίωση που δείχνει όχι μόνο η ηγεσία αλλά και μια κοινωνία ολόκληρη, ιδίως για τους τομείς που δεν είναι στυγνά τεχνοκρατικοί, και πόσο μάλλον για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τη λογοτεχνία. Ο Κορωνοϊός θα γίνει αφορμή και πρόσχημα να υποβαθμιστούν τα πράγματα κι άλλο;
Υπάρχουν αυτοί που διατηρούν μια αισιοδοξία, έστω αναγνωρίζοντας πως θα όφειλε το «σύστημα» να έχει προετοιμαστεί καλύτερα για ένα ενδεχόμενο lockdown –ανεπιθύμητο, αλλά σε λίγο ίσως πάλι αναγκαίο. Ελάχιστη προετοιμασία είδαμε κι εδώ, υπήρξαν όμως και ευχάριστες εκπλήξεις: Στο Παρίσι και σε ολόκληρη τη μητροπολιτική περιοχή δόθηκαν φέτος για πρώτη φορά υπολογιστές στους μαθητές της πρώτης λυκείου, και τη δαπάνη την κάλυψαν οι δήμοι. Ποια ακριβώς «στιγμή» γίνεται προτιμότερη η εξ αποστάσεως διδασκαλία; Προσωπικά είμαι υπέρ του «δια ζώσης» και της αμεσολάβητης αλληλεπίδρασης. Υπό όρους όμως. Να μειωθεί ο αριθμός των μαθητών στην τάξη είναι προτεραιότητα που δεν θα έπρεπε να εξετάζεται μόνο στο πλαίσιο των μέτρων για τον έλεγχο της διασποράς. Διαρκώς μεγαλύτερες τάξεις σημαίνει απλούστατα πως γίνονται αισχρές «οικονομίες» σ’ έναν τομέα όπου οι επενδύσεις θα όφειλαν να είναι γενναιόδωρες. Οι συνέπειες μιας τέτοιας «τσιγκουνιάς» δεν θα αργήσουν να φανούν, και το κόστος τους δεν θα είναι μόνο οικονομικό.
«Η τέχνη του να χάνεις» είναι ο τίτλος της πρώτης ενότητας που σχεδίασα για το μάθημα λογοτεχνίας, ερμηνεύοντας ελεύθερα έναν στίχο της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ [1]. Η ενότητα διερευνά (μέσα από ποιήματα, θέατρο και πεζά) τις έννοιες της Συνάντησης και της Ρήξης, τελικά και της Απώλειας. Από παιδί δεν μου άρεσε να χάνω, κι όταν με κέρδιζε η μαμά μου στη ντάμα, πιο πολύ κι από το ότι είχα (και πάλι) χάσει, με θύμωνε η επωδός της: «Πρέπει να μάθεις να χάνεις.» Δεν το έμαθα πάντως ούτε όταν έχασα την ίδια, ενώ εκείνη ήταν ακόμη νέα κι εγώ (με όλα τα πτυχία μου) παρέμενα παιδί. Μου πήρε χρόνια για να μπορέσω να σταθώ στους στίχους του Γκιγιώμ Απολλιναίρ: «Χάσε, αλλά χάσε στ’ αλήθεια, για ν’ αφήσεις χώρο γι’ αυτό που θα βρεις» [2]. Η ιδέα πως η απώλεια μπορεί να γίνει αφορμή για ένα «άνοιγμα» δεν είναι ασυμβίβαστη με τη σκέψη πως ο χαμένος «τέχνας» κατεργάζεται. Δεν ήταν ίσως αυτή η πρόθεση της Μπίσοπ, αλλά έγινε η δική μου: να σταθώ εδώ που βρέθηκα, σ’ ένα λύκειο στο Παρίσι, κοντά σ’ αυτά τα παιδιά, για όσο τέλος πάντων θα είναι δυνατό. Κι ας είμαι κατά βάθος απ’ τους απαισιόδοξους που σηκώνουν το βάρος της απώλειας, και δεν πιστεύουν εύκολα πως γίνεται τα πράγματα ν’ αλλάξουν. Αντιμέτωποι με συνθήκες που δεν μπορούμε πλέον να αγνοήσουμε, ας γίνουμε οι χαμένοι κι όμως αισιόδοξοι που θα σταθούμε εδώ και θα κατεργαστούμε «τέχνας» και τέχνες.
⸙ ⸙ ⸙
Σημειώσεις
- The art of losing isn’t hard to master (Elizabeth Bishop, “One art”).
- Perdre / Mais perdre vraiment / pour laisser place à la trouvaille. (Guillaume Apollinaire, «Toujours ».)

