Δημήτρης Μουρούλης, Η Τέλεια Αντιλόπη. Αναζητώντας τον Θεό μετά τον θάνατό του, Αρμός, Αθήνα 2023.

Το βιβλίο του Δημήτρη Μουρούλη σαν με έναν υπαρξιστικό και φαινομενολογικό τρόπο σκέψης βάζει σε παρένθεση κάθε θετική γνώση και πληροφορία περί Θεού και με αυτήν την έννοια αποτολμά μια θεολογία μετά τον θάνατο του Θεού της ιδεολογίας και της βέβαιης πεποίθησης. Μιλάει για «ένθεους αθέους», δηλαδή για ανθρώπους που δεν επιθυμούν την πίστη ως στήριγμα δίκην ζωτικού ψεύδους, αλλά παραμένουν «ενθουσιασμένοι» με το νόημα της ζωής, έχοντας τον Θεό μέσα τους κατά την ετυμολογική σημασία της λέξης «ενθουσιάζομαι». Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, πρόκειται για μια ανοικτή θεολογία όχι μόνο μετά τον θάνατο του Θεού κατά Νίτσε, αλλά και μετά τον θάνατο του ανθρώπου, που διεκδικούν οι μεταδομιστές. Είναι μια θεολογία μη ανθρωπομονιστική, όπου ένα αηδονάκι που κελαηδάει κατά τον άγιο Πορφύριο του Ωρωπού θεωρείται ότι μπορεί να προσφέρει δοξολογία στον Θεό. Η σχέση αυτή με το φυσικό περιβάλλον απαιτεί μια βαθύτερη οξύνοια, ποιητικότητα και ευαισθησία. Το ερώτημα περί του Θεού είναι ταυτοχρόνως ένα ερώτημα περί του εαυτού. Πρόκειται επίσης για μια προσπάθεια να θεολογήσει κανείς μετά τις επιστημονικές κατακτήσεις της κβαντομηχανικής, της θεωρίας της απροσδιοριστίας και της θεωρίας του χάους. Η κβαντομηχανική αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν διαστάσεις της πραγματικότητας στις οποίες η επιστήμη δεν έχει πρόσβαση. Αυτή η απροσδιοριστία αφήνει ανοικτή την πιθανότητα της ελευθερίας της βούλησης. Το γεγονός ότι δεν έχουμε εντοπίσει κάποια αιτία πίσω από αυτό που μας φαίνεται τυχαιότητα δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να υπάρχει μια αιτία. Η οντολογική τυχαιότητα στα κβαντικά φαινόμενα είναι επίσης μια μεταφυσική υπόθεση που δεν αποτελεί τεκμαρτή βεβαιότητα.
Στη θεολογική γνωσιολογία του ο Δημήτρης Μουρούλης διερωτάται για το νόημα που μπορεί να έχει η μεταφυσική διαίσθηση ή το υπαρξιακό αισθητήριο με αναφορές κυρίως στον Μάιστερ Έκχαρτ. Σήμερα, αν η ιδεολογική βεβαιότητα της θρησκευτικής πίστης είναι παρωχημένη και γι’ αυτό ενδεχομένως υποκριτική, υπάρχει και η αντίστροφη νεύρωση του φόβου να είμαστε η πληρότητα αυτού που είμαστε ή όπως θα έλεγε ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής να ακολουθήσουμε το φυσικό μας θέλημα ως «έφεσιν πλήρους οντότητος». Η αγιότητα κατ’ αυτήν την αντίληψη μπορεί να είναι ανακάλυψη της φύσης μας, η οποία σε αυτήν βρίσκει ανάπαυση και ειρήνη. Ο Μουρούλης ανιχνεύει αυτήν την έφεση στην προσευχή, η οποία μπορεί να είναι και μια εμπειρία απουσίας του Θεού επικεντρώνοντας στη λεγόμενη «καταληπτική προσευχή», η οποία αρχίζει από την παράδοση με εμπιστοσύνη σε δυνάμεις μεγαλύτερες από εμάς, που μπορεί και να είναι άγνωστες. Βεβαίως και η πλάνη μπορεί να είναι πειστική, οπότε η εσωτερική βεβαιότητα είναι μια αρκετά δύσκολη υπόθεση, εντοπίζεται όμως σε περιπτώσεις όπως η προσευχή, κατά την οποία ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από την παρουσία μιας ετερότητας. Η έκφραση της υπαρξιακής βεβαιότητας είναι πάντως μία υπόθεση γλώσσας, η οποία καλείται σε ολοένα και μεγαλύτερη ερμηνευτική πληρότητα από τους μύθους μέχρι τη θεωρία. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει διαψευσιμότητα σε αυτή τη γλωσσική διάρθρωση και ως προς αυτό ο Μουρούλης κάνει λόγο περισσότερο για ερμηνευτική επάρκεια ή ανεπάρκεια υπαρξιακών συμβάντων όπως η αγάπη. Η ερμηνεία γίνεται αντιληπτή όχι ως πλοήγηση, αλλά περισσότερο ως μία κολύμβηση στο πέλαγος ενός νοήματος που σιωπά ή ομιλεί.

