Ένας Αμερικανός εκδότης έλεγε πως το μόνο χειρότερο από μία ηλίθια κακή κριτική είναι μία ηλίθια καλή κριτική! Κάποιες τέτοιες κριτικές από το δεύτερο είδος είχα κι εγώ και τις αντεπιστρέφω τώρα. Κάλλιο μία κακή κριτική από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο παρά μία «καλή» από κάποιον άσχετο του διαδικτύου. Γιατί μέσα από το διαδίκτυο συντελέστηκε η μεγάλη αλλαγή: το πέρασμα από τους ειδήμονες στους αδαείς.
Και επειδή ο αδαής έχει πάντα μία κρυφή υποψία της ασχετοσύνης του, βγάζει όλα τα έργα και τις παραστάσεις που έχει δει αριστουργήματα (τουλάχιστον), έτσι, για να έχει και το κεφάλι του ήσυχο. Ο ειδήμονας όμως δεν φοβάται να σπάσει αυγά. Ειδικά όταν είναι κλούβια.
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν ο τελευταίος από τους ειδήμονες. Η φράση που, συνήθως, ακολουθεί σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κάτι για το «δυσαναπλήρωτο κενό». Δυστυχώς, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό το κλισέ, διότι δεν πρόκειται απλώς για ένα κενό που άφησε, αλλά περί του κενού που, εν τέλει, επικράτησε. Και το μόνο που μας μένει είναι η μνήμη. Η οποία, μνήμη, θα εκδικηθεί. Μαζί και –κυρίως– όλους εμάς, που ποστάρουμε και αναπαράγουμε αυτήν την αβάσταχτη ελαφρότητα, αρκεί να αναφέρεται θετικά στη δουλειά μας, έστω και μπουρδολογώντας σε κακά ελληνικά ή με σοφολογιωτατισμούς.
Αξιώθηκα να έχω κάποιες θετικές κριτικές και μία αρνητική από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Πολύτιμες για εμένα, καίριες και, το πιο σημαντικό, έγκαιρες. Γιατί ο Κ.Γ. δεν ήταν από τους κριτικούς που έρχονται εκ των υστέρων όπως κάποιοι πολιτικοί, να συμπαραταχθούν για τις φωτογραφίες στο αεροδρόμιο. Έβαζε το χέρι στη φωτιά και έδινε την προσωπική του εγγύηση και μαρτυρία έγκαιρα. Έτσι ώστε ο κρινόμενος να ξέρει τι ακριβώς έχει κάνει και σε ποιους δρόμους πορεύεται και το κυριότερο να συνειδητοποιεί ότι έχει μπει σε μία πολύ μεγαλύτερη ιστορία, που δεν ορίζεται μόνο από το τρίπτυχο επιτυχία-αποτυχία-δημοσιότητα. Και αυτό το μεγαλύτερο μέγεθος δεν είναι κάτι περισπούδαστο ή περίτεχνο ή υψηλό διανοητικό επίτευγμα. Είναι τόσο μεγάλο και τόσο απλό συνάμα, όπως κάθε τι το λαϊκό. Και σε αυτό το λαϊκό στοιχείο είχε την πνευματική ανωτερότητα και, εξ αυτής, την ευρύτητα να περιλαμβάνει από τον Μπέκετ και τους αρχαίους Τραγικούς μέχρι και μία παράσταση στο Δελφινάριο.
Ήξερε να φωτίζει και να αναδεικνύει την ποιότητα του «λαϊκού» και τη λαϊκότητα του «ποιοτικού». Να φωτίζει τους τόπους συνάντησής τους. Άλλωστε και το θέατρο ένας τόπος συνάντησης δεν είναι; Με τους άλλους και τον εαυτό μας… Το κριτικό του έργο θα είναι μία υπενθύμιση αυτής της δυνατότητας του θεάτρου. Ας την κρατάμε ζωντανή, μαζί με τη θύμιση του Κώστα Γεωργουσόπουλου.
⸙⸙⸙
[Ο Βασίλης Κατσικονούρης είναι θεατρικός συγγραφέας.]

