Αγγελική Ζιάκα

Ισλάμ, Ευρώπη και Δημοκρατία

Mε τη σύντομη αυτή κατάθεση προσπαθούμε να θέσουμε στους αναγνώστες του περιοδικού Φρέαρ –μικρή όαση λόγου σε άνυδρη γη–, κάποιες διαπιστώσεις και ερωτήματα που βρίσκονται μπροστά μας, όταν προσεγγίζουμε, πέρα από φαινομενικές κατανοήσεις και παραδοχές, τον τίτλο Ισλάμ, Ευρώπη και Δημοκρατία.

Η πρώτη προσέγγιση του τίτλου «Ισλάμ, Ευρώπη και Δημοκρατία» φέρει μια κοινή παραδοχή. Ότι δηλαδή το Ισλάμ ως ένα σύστημα θρησκευτικό και με στοιχεία θεοκρατικά, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή, αναλόγως με τις χώρες κυριαρχίας και εφαρμογής του, και λόγω μιας «ουσιοκρατικής» θρησκευτικο-πολιτικής διαδρομής του στον χρόνο και το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, δεν είναι φορέας των ευρωπαϊκών αξιών και προταγμάτων της Δύσης, όπως και κυρίως η Δημοκρατία και συνακόλουθα το πνεύμα του Διαφωτισμού. Αξίες που θεωρούνται σμιλευμένες από το ευρωπαϊκό πνεύμα, τόσο χάριν του Χριστιανισμού όσο και της εκκοσμίκευσης, απόρροιες του αγώνα της Γαλλικής Επανάστασης απέναντι στη θρησκευτική αυθεντία και την τυραννία της μοναρχίας. Ποικίλες ιστορικές, πνευματικές, φιλοσοφικές και πολιτικές διαδρομές έχουν παραγάγει μια μοναδική για την ανθρωπότητα πολιτιστική κληρονομιά για το άτομο και την κοινωνία και προασπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, διαφυλάσσοντας το άτομο από τους όρους και τις επιταγές μιας προ-νεωτερικής θεολογικά και πολιτικά καθοδηγούμενης κοινοτικής ζωής. Η δημοκρατία εγγυάται τη λειτουργία ενός κράτους με εκλεγμένους εκπροσώπους και την ισονομία όλων των πολιτών, χωρίς διακρίσεις φύλου, χρώματος, θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων. Γλώσσες, θρησκείες και κουλτούρες εντός του θεσμοθετημένου κοσμικού δικαίου κάθε δημοκρατικής χώρας είναι σεβαστές και ισότιμες. To Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, μάλιστα, φέρεται να υποστηρίζει και πέραν των γεωγραφικών του ορίων τις δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς ωστόσο να αποτρέπει με αποφασιστικότητα τη βία και την επικερδή διακίνηση οπλικών συστημάτων.

Σε αυτό το σημείο αρχίζει η γένεση ποικίλων ερωτημάτων. Τα ερωτήματα αυτά συνδέονται με τις εθνικές και θρησκευτικές ιστορίες των ευρωπαϊκών κρατών, τις ποικίλες οικονομικές τους καταστάσεις, αλλά και το πολιτικό τους παρελθόν ή παρόν, τόσο λόγω πρότερων δικτατοριών, όπως στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όσο και την ύπαρξη αυτοκρατορικών, αποικιοκρατικών και μετα-αποικιοκρατικών πολιτικών, τη γέννηση και τη βία του Ναζισμού, την αναζωπύρωση του σύγχρονου φασισμού, αλλά και την ύπαρξη των μετα-κομμουνιστικών κρατικών οντοτήτων, όπως στα κατακερματισμένα Βαλκάνια, τα μετονομασμένα σε Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη. Κι αυτά είναι μόνον μια απλή απαρίθμηση της πολυπλοκότητας, αλλά και διαφορετικότητας που ενυπάρχει στην Ευρώπη και στις εφαρμογές της Δημοκρατίας.

Αν αντιστρόφως περιηγηθεί κανείς τα σύγχρονα πλειοψηφικώς μουσουλμανικά κράτη θα δει, παράλληλα με τα ολιγαρχικά καθεστώτα, τη λογοκρισία και τις πάγιες θρησκευτικές δομές, ακόμη και στην εφαρμογή του νόμου, του ισλαμικού νόμου, την οικονομική και φυλετική διαφορετικότητα, την άνιση διείσδυση του καπιταλισμού, και την ποικιλία που υπάρχει στις χώρες της Μέσης και Εγγύς Ανατολής. Θα διαπιστώσει επίσης τις αποκλίσεις και διαφορές των μεγάλων μουσουλμανικών πληθυσμών της Ασίας από αυτούς των αρχικών κοιτίδων του Ισλάμ της Αραβίας και των μουσουλμανικών κοινοτήτων στα γειτονικά μας Βαλκάνια. Ξύνοντας κάτω από την ετικέτα του «ενός» Ισλάμ, ή του διπόλου σουννίτες και σιίτες, θα ξεπροβάλουν πολλές επιμέρους θρησκευτικές, ιστορικές, εθνικές, φυλετικές, πολιτισμικές, οικονομικές, γλωσσικές και αφηγηματικές πραγματικότητες.

Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τους μουσουλμάνους της Ευρώπης, οι οποίοι πέραν των διαφορετικών καταγωγών τους και της ιστορικής τους παρουσίας στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, συνέβαλαν και αυτοί με τον δικό τους τρόπο στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ευρωπαϊκής κληρονομιάς ήδη από την εποχή του Αβερρόη και την εμφάνιση των μουσουλμάνων στη μεσαιωνική Σικελία, αλλά και με την αποικιοκρατία, όταν για αιώνες, με τρόπο παράδοξο και κυριαρχικό, οι λαοί της Αραβίας, της Αφρικής, της γης των Ινδιών και άλλων περιοχών του κόσμου, έγιναν, χωρίς να ερωτηθούν, μέτοχοι της κουλτούρας και της ποικίλης παρουσίας των Ευρωπαίων στις γαίες τους και μετατράπηκαν σε διαμεσολαβητές, αλλά και σε υποκείμενα πολυειδών δικτύων και ανταλλαγών, συμπεριλαμβανομένου και του δουλεμπορίου.

Εδώ εντοπίζεται ακριβώς το δεύτερο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς. Είναι το ερώτημα μιας αμιγούς ή μη θρησκευτικής κατανόησης της Ευρώπης ως αποκλειστικά χριστιανικής ή και κοσμικής, και αντιστρόφως των μουσουλμανικών κρατών ως καθαρά ισλαμικών, και μάλιστα ως φορέων ενός «αυθεντικού» και «οικουμενικού» Ισλάμ. Μια μικρή περιήγηση στην ελληνιστική «οικουμένη», τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία αλλά και τη μεσαιωνική δυτική Ευρώπη και τη βυζαντινή Ανατολή, μαρτυρεί την ύπαρξη ποικίλων θρησκειών και συγκρητισμών, αλλά και εβραϊκών πληθυσμών και μετέπειτα χριστιανικών καθώς και μουσουλμανικών στην Ευρώπη. Ομοίως στην περιοχή των Βαλκανίων, η οποία για πολλούς αιώνες τελούσε υπό την κυριαρχία του οθωμανικού Ισλάμ, διαβιούν μουσουλμανικοί πληθυσμοί με ποικίλες καταγωγές και με πρακτικές που διανθίζουν την «ορθοδοξία» του Ισλάμ με επιμέρους τοπικά χαρακτηριστικά. Στη Μέση Ανατολή επίσης, συνέχισαν και συνεχίζουν, αν και αποδυναμωμένοι σήμερα, να υπάρχουν ποικίλοι χριστιανικοί πληθυσμοί και ελάχιστοι πλέον εβραϊκοί, αφού οι περισσότεροι από τους Εβραίους της Αραβίας και του Ιράν, μετοίκησαν στο σύγχρονο κράτος του Ισραήλ. Σε χώρες μάλιστα του Κόλπου υπάρχουν πλέον και πολλοί ινδοϊστικοί κυρίως, αλλά και βουδιστικοί μεταναστευτικοί πληθυσμοί, που ζουν παράλληλα με τους αυτόχθονες, και δημιουργούν τις δικές τους επιχειρήσεις, σχολεία και χώρους λατρείας, και συνιστούν μια νέα αναδυόμενη κοινωνική πραγματικότητα. Παρατηρούμε δηλαδή, με μια δεύτερη ανάγνωση της ιστορίας, βγάζοντας το πανωφόρι της ομοιογενώς ενδεδυμένης Ευρώπης, αλλά και του ισλαμικού κόσμου, ότι ο κόσμος της γηραιάς Ηπείρου είναι ποικίλως συνδεδεμένος με αυτόν της Εγγύς και Μέσης Ανατολής αλλά και της Βορείου Αφρικής εδώ και αιώνες, και αντιστρόφως.

Συνειδητοποιούμε επίσης ότι το εγχείρημα της Ενωμένης Ευρώπης, αν και πέτυχε ως έναν βαθμό, δεν ήρε τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών της. Οι κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους πρόνοιας παραδίδονται σιγά σιγά στον βωμό του νεοφιλελευθερισμού, χωρίς να προσφέρουν στους πολίτες τους κοινωνική ασφάλεια, ενώ πολλές επίσης ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, βρίσκονται συνεχώς σε μια διελκυστίνδα θέσεων και αντιφάσεων. Ομοίως δεν υπάρχει ένα κοινώς αποδεκτό ιστορικό και πολιτικό αφήγημα για την Ευρώπη. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, στο μέτρο που αυτό θα αποσοβούσε τις τοπικές εθνικές και θρησκευτικές ιστορίες και ιδιαιτερότητες. Η Ευρώπη δεν κατόρθωσε να αποκρούσει μετα-αποικιοκρατικές πολιτικές, βία και πολέμους, και μάλιστα τόσο στο νοτιο-ανατολικό υπογάστριό της, όσο και πέραν των γεωγραφικών της ορίων και κυρίως σε Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική. Μπόρεσε όμως να διευκολύνει, μέσα στο όριά της, τη μετακίνηση των πολιτών της και να δημιουργήσει μια ανοιχτή αγορά εργασίας, μια απρόσκοπτη κινητικότητα χωρίς κλειστά σύνορα, μια διευκόλυνση, η οποία φαίνεται πως δοκιμάζεται σήμερα με πολιτικές οικονομικής λιτότητας και με μια όλο και περισσότερο διογκούμενη γραφειοκρατία. Σήμερα δοκιμάζεται επίσης στον βωμό του φαινομένου της τρομοκρατίας, και ειδικά της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, η οποία έχει να επιδείξει και έναν αριθμό νέων μουσουλμάνων ευρωπαίων μαχητών, στρατευμένων στα δίκτυά της. Νέων οι οποίοι γεννήθηκαν και γαλουχήθηκαν στα κράτη της Ευρώπης.

Το Ισλάμ της Ευρώπης απηχεί εν πολλοίς τις διαφορετικές αποικιοκρατικές ιστορίες των κρατών του, αλλά και τις σύγχρονες μετα-αποικικρατικές ευθύνες της Ευρώπης απέναντι στην καταστροφή πολιτιστικών κοιτίδων της ανθρωπότητας, όπως αυτές της Μεσοποταμίας, του Ιράκ και της Συρίας, αλλά και άλλων χωρών. Οι μουσουλμάνοι της Ευρώπης, χωρίς να ομοιάζουν σε τίποτα μεταξύ τους, παρά μόνο στη θρησκευτική καταγωγή με τις επιμέρους νοηματοδοτήσεις της, τίθενται σε μεγάλο βαθμό στο περιθώριο της ευρωπαϊκής ιστορίας και είτε γίνεται προσπάθεια αφομοίωσής τους είτε αποπομπής τους είτε συμμόρφωσής τους. Ομοίως, μπρος στον αγώνα της απόκτησης ταυτότητας και οικονομικής διεξόδου, πολλοί από τους μουσουλμάνους της Ευρώπης αναπτύσσουν νέων ειδών σχέσεις με ισχυρά μουσουλμανικά κράτη και δίκτυα. Ευρωπαϊκές πολιτικές, ημιτελείς εν μέρει, δεν μπόρεσαν να βρουν πρόσφορους τρόπους κοινωνικής και οικονομικής ισότιμης ένταξης των μουσουλμάνων της Ευρώπης. Αμήχανη υπήρξε η στάση των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κρατών απέναντι σε θέματα θρησκείας και εκπαίδευσης, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις αφέθηκαν στο έλεος των θρησκευτικών κοινοτήτων, και σε μια θεωρητικής φύσης προσέγγιση και διασφάλιση των ταυτοτήτων.

Μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 το θέμα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας πολιόρκησε τόσο την αμερικανική πολιτική σκηνή όσο και την ευρωπαϊκή, η οποία με τη σειρά της έγινε μάρτυρας εγκληματικών επιθέσεων επί των εδαφών της. Τότε αρχίζει να αυξάνει, παράλληλα με τα μέτρα επιτήρησης, και μια επισταμένη πολιτική και δημοσιογραφική ενασχόληση με το Ισλάμ και τις ισλαμικές σπουδές σε διάφορα κέντρα και πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η κριτική για τις ισλαμικές σπουδές κυμαίνεται εν πρώτοις μεταξύ δύο ακραίων και εφαπτόμενων κατανοήσεων: η πρώτη, στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως υποστηρίζει, θεωρεί την ενασχόληση με τo Ισλάμ αποκλειστικά αντικείμενο των ίδιων των υποκειμένων, των μουσουλμάνων, και ως τέτοια μη δυνατή στην επιστημονική βάσανο και ανάλυση από μη μουσουλμάνους ερευνητές, ενώ η δεύτερη, θεωρεί πως θα υπηρετήσει ορθώς την επιστήμη και την ασφάλεια αν αναδείξει το «αυθεντικό» Ισλάμ, την ορθή θρησκεία πέραν της πολεμικής και των αντιπαραθέσεων. Και οι δύο αυτές θεωρήσεις προϋποθέτουν ότι οι θρησκείες είναι αφενός μεν «ουσιοκρατικές» και αφετέρου «αυθεντικές» ως προς τις διδασκαλίες τους, αλλά και στάσιμες στον χρόνο και τη σχέση τους με την κοινωνία. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη οδός, με πολλά παρακλάδια και ατραπούς, αυτή της εκ νέου γνωριμίας των μακραίωνων σχέσεων της Ευρώπης και των φορέων της με τον κόσμο της Ανατολής και της εκατέρωθεν κριτικής, πολιτικής και θρησκευτικής, αντιπαλότητας. Τότε ίσως, όταν η Ευρώπη αρθεί στο ύψος των αξιών της και οι μουσουλμάνοι πολίτες της αρχίσουν να γίνονται μέτοχοι της διαμόρφωσης της ιστορίας των χωρών τους, και τεθούν συνυπεύθυνοι για την πορεία της κοινωνίας της οποίας είναι μέλη, τότε ίσως να βρεθούν και άλλου είδους απαντήσεις, πέραν των διαχωριστικών γραμμών, των μονολιθικών κατανοήσεων και ανταγωνισμών και του φόβου της ετερότητας. Αυτό βέβαια παραμένει κατεξοχήν ζητούμενο και για τα πλειοψηφικώς μουσουλμανικά κράτη.

Κύλιση στην κορυφή