Γιάννης Κιουρτσάκης

Ἱστορίες ἐνηλικίωσης: ὅταν ἡ μελέτη θανάτου γίνεται δημιουργία

Φῶς πού πατεῖ χαρούμενο τόν Ἅδη καί τό Χάρο
Διονύσιος Σολωμός

Ὅσο θυμᾶμαι τόν ἑαυτό μου, ἤμουν ἕνα παράξενο παιδί: πότε μελαγχολικό κι ἀμίλητο, πότε φλύαρο, γεμάτο περιέργεια γιά τόν κόσμο καί λαχτάρα γιά ζωή. Διάβαζα τούς βίους τῶν μεγάλων ἀνδρῶν κι ὀνειρευόμουν νά γίνω ἕνας σάν κι αὐτούς πού θά ἔφερνε τήν εἰρήνη στόν κόσμο (μέ εἶχε τρομάξει τό «μανιτάρι» τῆς Χιροσίμα), ἐγώ πού δέν ἤμουν ἄξιος νά δέσω τά κορδόνια τῶν παπουτσιῶν μου.

Στά δεκατέσσερά μου χρόνια ἔχασα αἰφνίδια τόν ἡλικιωμένο πατέρα μου, ἕναν τρυφερό ἄνθρωπο πού εἶχα ἀγαπήσει περισσότερο ἀπ’ ὅλους. Θά θυμᾶμαι πάντα τίς ἱστορίες πού μοῦ διηγιόταν γιά τά δικά του παιδικά χρόνια στά τουρκοκρατούμενα Χανιά – ἕναν χαμένο κόσμο πού ξαναγυρίζει ἀδιάκοπα στή μνήμη καί στή φαντασία μου.

Βυθίστηκα στήν ἄβυσσο τοῦ θανάτου καί στήν ἀγωνία γιά τό νόημα τῆς ζωῆς. Τά χειμωνιάτικα βράδια περιπλανιόμουν μονάχος στίς φτωχογειτονιές τῆς Ἀθήνας, κάποτε μαζί μέ τόν μοναδικό μου τότε φίλο, τον Βασίλη Σπεράντζα πού θά γινόταν ζωγράφος στό Παρίσι: σ’ αὐτόν θά ὄφειλα ἀργότερα τήν ἀπόφαση νά σπουδάσω ἐκεῖ καί τή γνωριμία μου μέ τή σύντροφο τῆς ζωῆς μου. Ἄν καί συμπαθής στούς συμμαθητές μου, πού κι ἐγώ τούς συμπαθοῦσα, ἔνιωθα ξένος στόν κόσμο τους: ἐκεῖνοι ἀγαποῦσαν τό ποδόσφαιρο, σύχναζαν στά σφαιριστήρια καί χόρευαν ρόκ-ἐν-ρόλ μέ τά κορίτσια· ἐγώ ἄκουγα Μπάχ, Μότσαρτ καί Μπετόβεν καί διάβαζα Ρομαίν Ρολλάν, Ρίλκε, Ντοστογιέφσκι καί Τολστόι… Γιατί ἄραγε ἔμεινα σέ ὅλη μου τήν ἐφηβεία στραμμένος ἀποκλειστικά στήν ξένη λογοτεχνία καί μουσική; Ἴσως ἐπειδή βαριόμουν τόν τρόπο πού διδασκόμασταν στό σχολεῖο τά νεοελληνικά γράμματα κι ἀκόμα περισσότερο τ’ ἀρχαῖα –κι ἄς ἤμουν ἐπιμελής μαθητής. Μά σήμερα πού ξανασκέφτομαι τήν ἕλξη μου γιά τόν ξένο κόσμο, τήν ἀποδίδω προπαντός στόν δυτικο-κεντρικό προσανατολισμό τοῦ μεσοαστικοῦ ἀθηναϊκοῦ μας σπιτικοῦ. Εἶναι ἄραγε τυχαῖο πώς ὅλοι σ’ αὐτό τό σπίτι ἀκούγαμε ξένη μουσική; Ὁ πατέρας, ἰταλικές ὄπερες· ἡ μητέρα, ἐλαφρά γαλλικά τραγούδια· ὁ μεγάλος ἀδερφός (μαθητής τοῦ ἀμερικανικοῦ Κολλεγίου) negro spirituals καί «καουμπόικα» (ὥσπου νά φύγει γιά σπουδές στό Βέλγιο, ὁπότε στράφηκε ἀπροσδόκητα στά βυζαντινά τροπάρια, στά ριζίτικα καί στά ρεμπέτικα). Παράξενη πού εἶναι ἡ Ἑλλάδα!

Ἄκουγα κλασική μουσική, διάβαζα σπουδαῖα βιβλία, προπάντων ὅμως ἔγραφα, ἔγραφα ἀκατάπαυστα: ποιητικά σχεδιάσματα, θεατρικά μονόπρακτα, σχέδια διηγημάτων, στοχασμούς, κείμενα δύσκολο νά ταξινομηθοῦν. Ἔπειτα τά ἔκλεινα σέ φακέλους· κι αὐτούς πάλι σ’ ἕνα συρτάρι, χωρίς νά πετάω, ἀλλά καί χωρίς νά ξαναδιαβάζω τίποτε. Ἀκόμα κάτι ἀξιοπερίεργο πού μέ κάνει τώρα ν’ ἀπορῶ: ὄχι μόνο δέν κατέστρεφα τά γραπτά μου, ἀλλά καί δέν τόλμησα νά στείλω κανένα «ποίημά» μου σε κάποιο περιοδικό. Ἄραγε γιατί; Ἴσως ἐπειδή προαισθανόμουν συγκεχυμένα ὅτι, ὅπως τό κατάλαβα ἀργότερα, μοῦ ἔλειπε τό ἔμφυτο ταλέντο πού θά μοῦ ἐπέτρεπε ν’ ἀναγνωριστῶ ἀπό τό λογοτεχνικό σινάφι· καί ἀνέβαλλα συνεχῶς μιά δοκιμασία πού τήν ἔτρεμα. Ὅπως κατανοῶ ἐπιτέλους γιατί δέν πέταξα μήτε ἕνα ἀπό ἐκεῖνα τά πρωτόλεια: μιά μέρα, θά ἔνιωθα τήν ἀνάγκη νά ξαναβρῶ τά χνάρια τῆς ἐφηβείας μου γιά νά μάθω λίγο καλύτερα ποιός ἤμουν καί ποιός ἔγινα –ποιός εἶμαι, κατά βάθος, πάντα.

Τό σίγουρο εἶναι πώς πνιγόμουν στήν ἐπαρχιακή Ἀθήνα –ἄν καί τελείως ἀπολιτικός, ψυχανεμιζόμουν τόν μετεμφυλιακό ζόφο, πού πλάκωνε τή χώρα. Κι ἔφυγα, στά δεκαοχτώ μου χρόνια, γιά τό Παρίσι: στή μάνα μου ἔλεγα γιά νά σπουδάσω νομικά· μέσα μου, γιά ν’ ἀνοιχτῶ στούς ὁρίζοντες τοῦ μεγάλου κόσμου. Κι ἐκεῖ χρειάστηκε νά περάσω ἀπό μιά «διαβατήρια τελετή» πού μέ δοκίμασε πολλαπλά. Ἀπό τή μιά, γνώρισα ἐκ τῶν ἔνδον τήν τεράστια πνευματική παράδοση αὐτῆς τῆς χώρας: τή μακραίωνη ἱστορία τῆς οἰκοδόμησης τοῦ γαλλικοῦ ἐθνικοῦ κράτους· τόν Διαφωτισμό· τήν κληρονομιά τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1789 καί τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων· μιά ἱστορία ἀχώριστη ἀπό τή μοναδική λογοτεχνία της: ἀπό τόν Μονταίνιο καί τόν Ραμπελαί ὥς τόν Ρακίνα, τόν Μολιέρο, τόν Οὐγκώ, τόν Ρεμπώ, τόν Μπωντλαίρ καί τόν Προύστ –θαρροῦσα πώς ἄκουγα τίς ξεχωριστές φωνές τους καθώς τριγύριζα στούς δρόμους καί στά συνοικιακά μπιστρό. Καί ἀπό τήν ἄλλη, ἔζησα γιά πρώτη φορά στό ἴδιο μου τό σῶμα τήν ξενοφοβία, τόν ρατσισμό, τήν καταφρόνια τοῦ Γάλλου ἀστοῦ γιά τόν ἀλλόφυλο, τόν ἔγχρωμο, τόν μετανάστη, τόν ἀναγκεμένο. Καί πιό βαθιά ἀπ’ ὅλα: τό ἀβυσσαλέο ὑπαρξιακό δράμα πού εἶναι ἡ μοναξιά τοῦ ἀνθρώπου μέσα στή χαώδη μεγαλούπολη.

Τότε ἀκριβῶς (βρισκόμουν μόλις πρίν ἀπό λίγους μῆνες στή Γαλλία) συνέβη τό πιό τραγικό γεγονός πού μοῦ ἔτυχε νά ζήσω: ἡ αὐτοκτονία τοῦ Χάρη, τοῦ μοναδικοῦ ἀδερφοῦ μου στίς Βρυξέλλες, πού εἶχε βρεθεῖ χωρίς δουλειά καί προορισμό, πρόωρα πικραμένος ἀπό τήν Ἑλλάδα ὅπως καί ἀπό τό Βέλγιο, ὅπου εἶχε κάνει λαμπρές σπουδές πού δέν τοῦ ταίριαζαν κι ἔμοιαζε νά εἶχε χάσει τόν δρόμο του. Αὐτό τό ἀναπάντεχο χτύπημα ἀπό τόν ἄνθρωπο πού εἶχε γίνει γιά μένα ἕνας νεανικός πατέρας (λίγες μόνο μέρες νωρίτερα μοῦ ἔγραφε γράμματα πού πλημμύριζαν τρυφερότητα) θά μένει πάντα γιά μένα ἕνα αἴνιγμα καί μιά ἀνοιχτή πληγή. Ἀκόμα σήμερα ἀναρωτιέμαι ἄν ἕνα συμβάν ὅπως αὐτό δέν ἔχει νά πεῖ σέ ὅλους μας κάτι γενικότερο γιά τή μοίρα τοῦ Νεοέλληνα πού περιπλανιέται κάθε τόσο ἀνάμεσα στήν πατρίδα του καί στά ξένα χωρίς νά ριζώνει πουθενά.

Σίγουρα, πάντως, δέν θά εἶχα ἀντέξει νά μείνω στή Γαλλία ἄν δέν εἶχα συναντήσει ἐκεῖ τήν κοπέλα πού θά γινόταν ἡ σύντροφος τῆς ζωῆς μου. Ἐκείνη μ’ ἔβγαλε ἀπό τήν ἄβυσσο καί μέ βοήθησε νά βρῶ στόν τόπο της μιά δεύτερη πατρίδα. Ὅπως, δυό χρόνια ἀργότερα, κατάφερε νά μοιραστεῖ μ’ ἐμένα τήν ἀγάπη γιά τόν ἑλληνικό λαϊκό πολιτισμό πού ἀνακαλύψαμε μαζί ταξιδεύοντας στίς Κυκλάδες. Τότε ἀποφασίσαμε νά ζήσουμε μαζί στήν Ἑλλάδα, τήν ὁποία φιλοδοξοῦσα νά ὑπηρετήσω μέ ὅσα πολύτιμα εἶχα μάθει στή Γαλλία.

Ἄλλωστε, στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἡ Ἑλλάδα ζοῦσε μιά πολιτιστική ἄνοιξη, προπάντων χάρη στή δυναμική σπουδαστική νεολαία της. Ἐκείνη πρῶτα ἀμφισβητοῦσε τήν ἀναχρονιστική παιδεία της καί τήν αὐταρχική της διακυβέρνηση σχεδόν δυό δεκαετίες μετά τό τέλος τοῦ Ἐμφυλίου· καί ποθοῦσε νά φέρει μιάν ἀναγέννηση σέ κάθε χῶρο τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Τότε βγῆκα κι ἐγώ ἀπό τό καβούκι μου κι ἔγινα φίλος μέ ἀρκετά ἀγόρια καί κορίτσια τῆς γενιᾶς μου, ἐνταγμένα στήν Ἀριστερά ἤ τήν Κεντροαριστερά. Πρός τά ἐκεῖ ἔκλιναν καί οἱ δικές μου προτιμήσεις – ἀδιάφορο ἄν δέν ἐντάχθηκα οὔτε τότε οὔτε ἀργότερα σέ καμιά κομματική παράταξη. Συζητούσαμε γιά τήν πολιτική, τόν πολιτισμό, τή λογοτεχνία, τή φιλοσοφία, τό θέατρο, τόν κινηματογράφο, γιά τά πάντα. Κι ἤμασταν αἰσιόδοξοι γιατί ἡ Ἑλλάδα ἔβγαινε ἀπό τόν λήθαργο, ὅταν μάλιστα στήν παγκόσμια σκηνή ὁ Ψυχρός πόλεμος ἔμοιαζε νά ὑποχωρεῖ.

Ἀλίμονο, ὅλα μας τά ὁράματα ναυάγησαν τά ξημερώματα τῆς 21ης Ἀπριλίου τοῦ 1967, ὅταν μιά δράκα ἐπίορκων ἀξιωματικῶν μάντρωσε σ’ ἕνα στρατόπεδο ὅλη τήν Ἑλλάδα. Τώρα μοῦ ἦταν ἀδύνατο νά ὑπηρετήσω μιά χώρα πού εἶχε παραδοθεῖ ἀμαχητί στό ἔλεος τῶν δημίων της, μέ τήν εὐθύνη ὅλης τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας. Οὔτε μποροῦσα νά διανοηθῶ τήν ἔνταξη σέ κάποιαν ἀντιστασιακή ὀργάνωση, ὅπως κάμποσοι φίλοι μου. Ὄχι μόνο γιατί ἔνιωθα ἐντελῶς ξένος σέ κάθε δράση αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀλλά προπάντων γιατί ἔβλεπα μέ θλίψη πώς ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ λαοῦ εἶχε ὑποκύψει παθητικά στήν τυραννία.

Κι ἔφυγα σάν κυνηγημένος στό Παρίσι. Ὅμως, στό Παρίσι δέν ἤμουν πιά ἁπλῶς ξενιτεμένος· ἤμουν ἐξόριστος. Γιατί, ἀπό τήν ὥρα πού εἶχα νιώσει ἐξόριστος στήν Ἑλλάδα, εἶχα γίνει ἐξόριστος παντοῦ στόν κόσμο. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι μόλις ἔφτασα στή Γαλλία ἀναζωπυρώθηκε μέσα μου ἡ ἀνεπούλωτη πληγή τῆς αὐτοχειρίας τοῦ ἀδερφοῦ μου, πού εἶχε χαθεῖ ὀχτώ χρόνια νωρίτερα, κι αὐτός στά ξένα: Ξάφνου ἡ μοίρα του γινόταν στά μάτια μου τό σύμβολο τῆς χαμένης μου πατρίδας – τί λέω; τῆς νεκρῆς πιά πατρίδας ὅλων μας, ἐμᾶς τῶν ὀρφανεμένων Ἑλλήνων, ὅπως τόλμησα νά τό γράψω σ’ ἕνα ποίημα. Ἀνησύχησα· ἄραγε ἤμουν ἕτοιμος νά ἐπαναλάβω τή μοίρα τοῦ Χάρη;

Ἀγωνίστηκα ὅσο μποροῦσα ἐνάντια σ’ αὐτή τή θανατερή ἰδέα. Ὄχι, δέν εἶχα ἔρθει ἐδῶ γιά νά χάσω τή ζωή μου στά εἴκοσι ἕξι χρόνια μου, ὅπως ὁ ἀδερφός μου. Ὄφειλα ν’ ἀντισταθῶ στόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό. Νά γράψω μιά διδακτορική διατριβή… Ν’ ἀναζητήσω μιά δουλειά βοηθοῦ στό Πανεπιστήμιο… Μά κάτι μ’ ἐμπόδιζε συνεχῶς. Εἶχα χάσει ἀκόμα καί τή στοιχειώδη ἐμπιστοσύνη στό Δίκαιο. Μέσα σέ λίγους μῆνες, ὅλα εἶχαν γίνει γιά μένα μάταια.

Ἀκόμα καί ἡ φοιτητική ἐξέγερση τοῦ Μάη τοῦ ’68, πού ἀρχικά μέ συνεπῆρε μέ τή νεανική ὁρμή της ν’ ἀλλάξει τήν ἀρτηριοσκληρωτική ἀστική κοινωνία τῆς Γαλλίας καί, πιό βαθιά, τήν ἴδια τή ζωή, ὅπως τό εἶχε ἀποζητήσει ὁ Ρεμπώ, μοῦ ἄφηνε κάθε τόσο μιά πικρή ἐπίγευση. Ἄκουγα στή Σορβόνη τούς «ἐπαναστάτες» νά καταγγέλλουν τήν «ἀστική» δημοκρατία γιά τά «τυπικά» της δικαιώματα, κι ὁ νοῦς μου πήγαινε στούς Ἕλληνες φίλους πού σάπιζαν στά μπουντρούμια τῆς Ἀσφάλειας, γι’ αὐτά ἀκριβῶς τά «τυπικά» δικαιώματα. Κι ὅταν ἡ ἐξέγερση τοῦ Μάη ξεψύχησε, δίνοντας τή θέση της στόν θρίαμβο τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας, ἀπελπίστηκα. Τί εἰρωνεία! Αὐτή ἡ φαγάνα, τήν ὁποία εἶχε τόσο σιχαθεῖ ἡ ἐπαναστατημένη νεολαία καί πού ἔμελλε νά καταπιεῖ τά πάντα, θέριευε τώρα ἐξαιτίας τῶν γενναίων μισθολογικῶν αὐξήσεων πού εἶχε χορηγήσει ἡ κυβέρνηση στούς ἐργάτες γιά νά τούς ἐξευμενίσει! Θυμήθηκα τόν «μύθο» τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» στούς Ἀδελφούς Καραμάζοβ τοῦ Ντοστογιέφσκι, ὁ ὁποῖος φαντάζεται τόν «ἥρωά» του νά ἐξαγοράζει τήν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων προσφέροντάς τους ψωμί! Ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή δέν ἔχω πάψει νά διαπιστώνω πόσο εὔκολα οἱ κοινωνίες μας θυσιάζουν τό νόημα τῆς ζωῆς, ἀποκοιμίζοντας τούς πολίτες μ’ εὐτελῆ καταναλωτικά ἀγαθά.

Κι ὡστόσο στά μέσα τοῦ 1969, γύρισα στήν Ἑλλάδα μέ τσακισμένο ἠθικό καί δίχως ψευδαισθήσεις. Ἀλλά ἤμουν ἕτοιμος γιά τά χειρότερα. Καλύτερα, ἔλεγα μέσα μου, νά ζήσω σ’ αὐτή τή φυλή ἀνθρωποφάγων πού εἶχε καταντήσει ἡ χώρα μου, ὅπου ζοῦσαν καί βασανίζονταν οἱ φίλοι μου, παρά νά ματαιοπονῶ στή Γαλλία, ὅπου δέν ἔβλεπα πιά τί ἤμουν ἱκανός νά κάνω. Ἄς εἶναι καλά ἡ σύντροφός μου πού μέ στήριξε καί μέ ἀκολούθησε τήν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα.

Νά, ὅμως, πού καί ἡ Ἑλλάδα ἀσχήμαινε καί χειροτέρευε μέρα μέ τή μέρα. Ἡ ἐσωτερική μετανάστευση εἶχε, ἄλλη μιά φορά θεριέψει, γεμίζοντας τήν Ἀθήνα μέ φτηνιάρικες πολυκατοικίες πού στένευαν καί σκοτείνιαζαν τούς δρόμους της. Καί, παρά τή μουγγαμάρα πού πλάκωνε τή χώρα, τό πλῆθος τῶν μικροαστῶν σεργιάνιζε στά μαγαζιά καί στά σοῦπερ-μάρκετ χωρίς νά τοῦ καίγεται καρφί, ἄν κάποια οἰκοδομικά τετράγωνα παρακάτω ὀρθώνονταν κτίρια ὅπου δεινοπαθοῦσαν οἱ πιό ἄξιοι, ἴσως, συμπατριῶτες τους. Πόσο ἀπάνθρωπη, πόσο τιποτένια, πόσο ἀνύπαρχτη εἶχε καταντήσει αὐτή ἡ χώρα κατ’ εἰκόνα τῶν τυράννων της πού εἶχαν καταφέρει νά φιμώσουν καί νά ταπεινώσουν ἕναν ὁλόκληρο λαό. Καί ἀναμασοῦσα τίς ἴδιες σκέψεις πού μέ βασάνιζαν πρίν ἀπό δύο χρόνια: τί γύρευα ἐδῶ, ὅταν δέν ἤμουν ἱκανός οὔτε ν’ ἀντισταθῶ σ’ αὐτά τ’ ἀνδρείκελα, οὔτε νά συμβιβαστῶ μέ τόση ἀθλιότητα; Γιατί εἶχα γυρίσει;

Μετεωριζόμουν μῆνες καί μῆνες σ’ αὐτό τό ὑπαρξιακό κενό, ὥσπου κάποιες ἀπανωτές ἐκλάμψεις μοῦ φανέρωσαν ἀπροσδόκητα ποιό θά μποροῦσε νά εἶναι ἀπό ἐδῶ καί πέρα τό δικό μου μονοπάτι στή ζωή καί στήν τέχνη. Ταξιδεύοντας ἕνα φθινοπωρινό ἀπόγευμα στό Αἰγαῖο ἀντίκρισα ἕνα θεόρατο, ἀκατοίκητο, ὁλόγυμνο βουνό. Τό κοίταζα ἔκθαμβος. Καί ξαφνικά μοῦ φάνηκε πώς κάτι γύρευε νά μοῦ πεῖ – ἄραγε τί; Τίποτε περισσότερο παρά ὅτι ἐκεῖνο τουλάχιστον ὑπῆρχε μέσα στήν ἀνύπαρχτη χώρα ὅπου βούλιαζε ἡ πατρίδα μου. Κι ὅταν, λίγα λεπτά ἀργότερα, τό πιό γλυκό φῶς τοῦ δειλινοῦ ἦρθε νά φωτίσει ὅλον τόν οὐρανό ἐνῶ ὁ ἥλιος ἔγερνε ἀργά πίσω ἀπό τό βουνό, ἄκουσα ὁλοκάθαρα μέσα μου αὐτόν ἐδῶ τόν στίχο: Κι ὅμως τό φῶς σέ συλλογίζεται – ἀντηχεῖ ἀκόμα στό μυαλό μου. Γιατί, τί ἄλλο μοῦ μηνοῦσαν αὐτές οἱ λέξεις ἄν ὄχι ὅτι αὐτό τό ὑπερκόσμιο φῶς νοιαζότανε γιά μένα; Καί τοῦτο πάλι μοῦ ὑπαγόρευε ἕνα χρέος: νά νοιαστῶ πρῶτος ἐγώ γιά κεῖνο καί νά κοινολογήσω τήν ἔγνοια μου σέ ὅποιους μποροῦσα, γιά νά μή χαθεῖ τό φῶς τοῦ κόσμου.

Τόν ἑπόμενο χειμώνα βρέθηκα τήν ἐποχή τοῦ καρναβαλιοῦ στή Σκύρο. Τήν τελευταία νύχτα τῆς Ἀποκριᾶς ἔπεσα καταμεσῆς τῆς ἀγορᾶς πάνω σ’ ἕναν ξερακιανό βοσκό πού ἔμοιαζε νά μέ ξέρει. Ἄν καί μεθυσμένος, ἔδειχνε νηφάλιος, σοβαρός, συνεπαρμένος ἀπό ἕναν παράξενο ἐνθουσιασμό. Μοῦ ἔσφιξε δυνατά τό χέρι καί, κοιτάζοντάς με ἐπίμονα, βαθιά μέσα στά μάτια, τραγούδησε γιά μένα ὁλόκληρο τό τραγούδι τῆς Κορέλας, πού δίνει καί παίρνει τέτοιες μέρες στή Χώρα τοῦ νησιοῦ.

Ἐκείνη ἡ συνάντηση μέ συγκλόνισε. Αἰσθάνθηκα ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος μοῦ εἶχε παραδώσει κάποιο μήνυμα πού εἶχε ὡριμάσει μέσα του μιάν ὁλόκληρη ζωή, παραδομένο σ’ ἐκεῖνον ἀπό γονιούς, παπποῦδες καί προγόνους, ἴσως ἀπό τά βάθη τοῦ χρόνου. Κι αὐτή ἡ αἴσθηση ξύπνησε πάλι μέσα μου τήν ἰδέα τοῦ χρέους: νά παραδώσω μέ τή σειρά μου, μέ τόν δικό μου τρόπο, τό μήνυμα τοῦ ἀγράμματου βοσκοῦ σέ ὅλους τούς «γραμματισμένους» πού μᾶς εἶχαν ὁδηγήσει στήν ἀπερίγραπτη ἀθλιότητα τῆς χούντας. Συνειδητοποίησα ξαφνικά ὅτι ἡ ὑποταγή τοῦ λαοῦ μας, πού λίγο κόντευα νά σιχαθῶ ἐπειδή εἶχε ὑποκύψει τόσο εὔκολα στήν τυραννία, δέν ὀφειλόταν οὔτε σέ ὀλιγωρία οὔτε σέ λιποψυψία, ἀλλά στήν ἀντικειμενική του ἀνημπόρια νά καταπολεμήσει μέ τήν προφορική παιδεία του τή μοντέρνα βαρβαρότητα τῶν μηχανῶν –ἐκείνη δέν ἔτρεφε τάχα τίς χοῦντες ὅλου τοῦ κόσμου; Νά, ὅμως, πού ἕνας μονάχα ἄνθρωπος μοῦ ἔδειχνε ἀποκαλυπτικά ὅτι αὐτός ὁ λαός ἦταν ἱκανός νά κρύβει στό βάθος τῆς ψυχῆς του μιάν ἄλλη γνώση πού, ὅσο κι ἄν ἔμενε καταφρονεμένη ἐδῶ κι αἰῶνες, γινόταν αἴφνης γιά μένα ἀνεκτίμητη, ἐπειδή –τό ἔνιωθα κάθε μέρα καθαρότερα– θά φανερωνόταν πολύτιμη γιά ὅλους μας στό μέλλον.

Τώρα μοῦ ἦταν πιά ἀδιανόητο νά ὑπηρετήσω τήν ἐπίσημη Ἑλλάδα, ὅπως φιλοδοξοῦσα ὅταν ἔπαιρνα τό πτυχίο μου στή Γαλλία. Ὅσο μεγάλη κι ἄν ἦταν ἡ χαρά τήν ὁποία μοῦ εἶχε δώσει ἡ Μεταπολίτευση, πού γιά πρώτη φορά στή νεότερη Ἱστορία μας θεμελίωσε, περισσότερο ἀπό μισόν αἰώνα, ἕναν ὁμαλό κοινοβουλευτικό βίο, ἤμουν πιά βέβαιος ὅτι ὁ βασανισμένος τόπος μας δέν εἶχε στό μέλλον ἄλλον δρόμο ἀπό ἐκεῖνον πού οἱ πολιτικοί μας ὀνομάζουν ἀκόμα σήμερα «ἐκσυγχρονισμό» –διάβαζε τήν ἀναγκαστική, ἄν καί πάντα στρεβλή προσαρμογή του στή σημερινή πορεία τοῦ κόσμου: τή μανιώδη ἐπιδίωξη τῆς ἰσχύος καί τοῦ πλούτου μέ τά παρεπόμενά της, δηλαδή τήν ἀντιπαλότητα μέ τόν γείτονα καί τή μοιραία συχνά κατάληξή της πού εἶναι ὁ πόλεμος.

Ποιά θέση θά μποροῦσε νά ἔχει σ’ ἕναν τέτοιον κόσμο ἕνας ἄνθρωπος σάν ἐμένα ὕστερα ἀπό τό ἀγιάτρευτο τραῦμα τῆς χούντας πού σφράγισε τή νιότη μου (γιά νά μή μιλήσω γιά ὅλες τίς παλιές μας συμφορές πού ἔχουν σημαδέψει τό σῶμα αὐτοῦ τοῦ τόπου)· ἐμένα πού ὀνειρευόμουν ἀπό τήν ἐφηβεία μου ἕναν κόσμο ὅπου θά βασίλευαν ἡ ἀλληλεγγύη, ἡ φιλία, ὁ ἔρωτας, ἡ ἀγάπη, ἡ ὀμορφιά, ἡ τέχνη, κοντολογίς ὅση ἀνθρωπιά μπορεῖ νά κρύβει ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ξέρω καλά ὅτι μιλάω ὄχι ἁπλῶς σάν ἕνας ρομαντικός οὐτοπιστής, ἀλλά καί σάν ἕνα κακομαθημένο ἀστόπαιδο. Ὅμως αὐτό ἤμουν. Καί μᾶλλον εἶναι ἀργά ν’ ἀλλάξω.

Ἀναζήτησα τή χαμένη μου πατρίδα στήν προφορική παράδοση τῆς νεότερης Ἑλλάδας. Καί ὄχι κάν στό δημοτικό τραγούδι, πού ἡ ρητορεία τῆς ἐπίσημης παιδείας τό εἶχε κάνει κάπως ἀπόμακρο γιά μένα, ἀλλά στόν καταφρονεμένο Καραγκιόζη, τόν ὁποῖο ἐκείνη ἡ παιδεία εἶχε θεωρήσει παρακατιανό, γιατί μᾶς εἶχε ἔρθει –ἄκουσον ἄκουσον!– ἀπό τήν Τουρκία. Καί μελέτησα μέ σεβασμό αὐτό τό ἀληθινά λαϊκό θέατρο, γιά μιά δεκαετία, μέ τόν ζῆλο ὄχι τοῦ ὑποψιασμένου ἐπιστήμονα ἀλλά τοῦ στοχαστικοῦ ἐρασιτέχνη. Ἡ ἐπιλογή μου σκανδάλισε τή μητέρα μου πού ὀνειρευόταν νά μέ δεῖ νά γίνομαι Σύμβουλος Ἐπικρατείας, ἀλλά καί τούς ἀριστερούς μου φίλους, οἱ ὁποῖοι ὁραματίζονταν μετά τήν κατάρρευση τῆς χούντας νά χτίσουν μιά σοσιαλιστική Ἑλλάδα. Σήμερα ξέρουμε, ἐγώ ὅπως κι ἐκεῖνοι, πώς κυνηγούσαμε ὅλοι χίμαιρες. Μέ τή διαφορά ὅτι ἐκεῖνοι ἔχουν «σοβαρευτεῖ», ἐνῶ ἐγώ μοιάζω νά τίς κυνηγῶ ἀκόμα!

Ἀλλά συνιστοῦν ἄραγε μιά χίμαιρα ὅσα ἐκπληκτικά πράγματα μέ δίδαξε ὁ Καραγκιόζης; Τί ν’ ἀπαριθμήσω; Τόν ἀναπότρεπτα ὁμαδικό-λαϊκό χαρακτήρα κάθε προφορικῆς δημιουργίας, εἴτε μιλᾶμε γιά θέατρο, εἴτε γιά δημοτικό τραγούδι, εἴτε γιά παραμύθι, παροιμία κ.λπ., καθώς ὁ ἐμπνευσμένος λόγος τοῦ ἑνός περνάει καί μεταμορφώνεται στό στόμα τῶν ἄλλων ὥσπου νά γίνει κοινό κτῆμα ὅλων; Τό ἀκόμα πιό ἀξιοθαύμαστο γεγονός πού ἐλάχιστοι προσέχουν ὅτι μέ αὐτήν ἀκριβῶς τή διαδικασία ἔχει δημιουργηθεῖ πολύ πρίν ἀπ’ ὁποιαδήποτε γραφή ἡ γλώσσα μας, ὅλες οἱ γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων ὅπου γῆς. («Τά γράμματα τά φτιάξαν οἱ ἀγράμματοι», λέει μιά σοφή σκυριανή γερόντισσα!) Ὅτι μέ τόν ἴδιο τρόπο κάθε ἀνθρώπινη κοινότητα διαμορφώνει τή συλλογική της ταυτότητα, πάει νά πεῖ ἁπλά αὐτό πού εἶναι; Καί δέν ἀποτελεῖ τάχα ἕνα θαῦμα ὅτι κάθε λαϊκό θέατρο, ὅπως καί κάθε γλώσσα φέρνει στό φῶς ἕναν ξεχωριστό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο νά «εἰπωθεῖ» ὁ κόσμος πλουτίζοντας τήν ἀνθρωπότητα μέ μιάν ἀστείρευτη πολυφωνία; Ἀληθινά ἕνα θαῦμα, πού φαίνεται ἀπίστευτο ὅταν σκεφτόμαστε τή σημερινή καταθλιπτική ὁμογενοποίηση τοῦ κόσμου μας. Τελικά μήπως εἶναι πιό ρεαλιστικό ν’ ἀναζητᾶς κάποιο νόημα ζωῆς στό πρόσκαιρο πέρασμά σου σ’ αὐτήν ἐδῶ τή γῆ ἀπό τό νά χτίζεις φανταστικά παλάτια στόν πλανήτη Ἄρη;

Γιά μένα, πάντως, αὐτή ἡ ἀναζήτηση ὑπῆρξε ἀποφασιστική γιά ν’ ἀντηχήσει μέσα μου βαθύτερα ἡ κοινή ἑλληνική μας γλώσσα: ἐκείνη πού εἶχα βυζάξει μέ τό γάλα τῆς μητρός μου, ὥσπου νά μιλήσει καί μέ τή δική μου φωνή, ἐπιτρέποντάς μου νά διαλέξω ἀπό τό κοινό ταμεῖο της τίς λέξεις πού μοῦ ἦταν ἀναγκαῖες γιά νά φτιάξω τό ὅποιο ἔργο μου, τό ὁποῖο ἐξελίχθηκε σ’ ἕναν διάλογο ἀνάμεσα στό μυθιστόρημα καί στό δοκίμιο. Ἀλλά ἐδῶ ἀρχίζει μιά ἄλλη ἱστορία πού δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Στό σημεῖο αὐτό, θέλω ἁπλῶς νά μνημονεύσω μέ παντοτινή ἀγάπη τρεῖς ἀδελφικούς μου φίλους πού μέ στήριξαν στά πρῶτα βήματά μου κι ἔχουν περάσει στήν ἄλλη ὄχθη: τόν Ἀλέξανδρο Κοτζιᾶ, τόν Παύλο Ζάννα καί τόν Λάκη Παπαστάθη. Καί στό Παρίσι, τόν ἄλλο ἀγαπημένο καί πάντα ἀκριβό ἀδελφό Λάκη Προγκίδη, πού ἔκανε γνωστή τή δουλειά μου στή Γαλλία.

Ὅπως, ὡστόσο, θά καταλάβατε, ἡ ἐνηλικίωσή μου στή ζωή καί στή λογοτεχνία χρωστάει ἐλάχιστα στήν τριβή μου μέ τήν κοινωνία καί πολύ περισσότερα στήν ἀγωνία μου νά βρῶ τή γλώσσα καί τόν τρόπο πού θά φώτιζαν τό θαῦμα καί τήν τραγωδία τῆς ζωῆς ὅπως ἐγώ τά νιώθω.

Κύλιση στην κορυφή