Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Γιώτα Τεμπρίδου

Και άντρας είχε γίνει, αληθώς: Η Σάσα αλλιώς

Αμάντα Μιχαλοπούλου, Η μεταμόρφωσή της, Καστανιώτης, Αθήνα 2022.

Η μεταμόρφωσή της, που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη τον περασμένο Οκτώβρη, είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου· η ιστορία της Σάσας γραμμένη από την Αμάντα Μιχαλοπούλου· μια νουβέλα που ανοίγει με τα λόγια: «Ένα πρωί που ξύπνησε από εφιάλτη, η Σάσα ανακάλυψε πως είχε μεταμορφωθεί σε άντρα».

Η Σάσα είναι η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου και η μόνη στις 160 περίπου σελίδες του που έχει όνομα. Ζει στις φοιτητικές εστίες, όπως η φοιτήτρια «που τρώει ζεστή βρόμη για πρωινό» και ο φοιτητής «που αφήνει τις γαλότσες του στο χαλάκι της εισόδου» –παίζουν τον ρόλο τους αυτοί οι δύο, δεν είναι δυο τυχαία άτομα, αναφέρονται όμως πάντα έτσι, δεν μαθαίνουμε ποτέ τα ονόματά τους. Την επισκέπτονται οι γονείς της κάποτε –μαθαίνουμε αρκετά πράγματα γι’ αυτούς, όχι όμως και τα ονόματά τους. Της αρέσει «η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά» –είναι σημαντική για τη Σάσα, δεν μαθαίνουμε όμως ποτέ το όνομά της. Πηγαίνει στο γραφείο ενός καθηγητή της –η συνάντησή τους καθορίζει την εξέλιξη της ιστορίας, δεν μαθαίνουμε όμως ποτέ το όνομά του.

Στην περίπτωση της Σάσας, αντιθέτως, πληροφορούμαστε, ταυτόχρονα και με το καλημέρα, τόσο πώς λέγεται όσο και πως έχει μεταμορφωθεί σε άντρα: είναι ένας άντρας που λέγεται Σάσα –και αποφεύγω σκόπιμα να πω «που τον λένε Σάσα», γιατί η Μιχαλοπούλου αναφέρεται στο άτομο αυτό, μέχρι τέλους και χωρίς εξαιρέσεις[1], χρησιμοποιώντας το θηλυκό, παρότι δεν μας αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως η Σάσα είναι άντρας.

Η μεταμόρφωση της Σάσας δεν είναι κάτι που απλώς συμβαίνει και περνάει μετά σε δεύτερη μοίρα –γύρω από αυτήν περιστρέφεται ολόκληρο το βιβλίο, εξού και ο τίτλος του. Δεν πρόκειται για μια φυλομετάβαση που συντελείται σε στάδια, αλλά για κάτι που συνέβη σε μια νύχτα και (εμείς τουλάχιστον, οι αναγνώστριες κι οι αναγνώστες) δεν μπορούμε να ξέρουμε τι το προκάλεσε. Η Σάσα κοιμήθηκε γυναίκα (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), είδε εφιάλτη και ξύπνησε άντρας: «Ο θώρακάς της είχε ανοίξει, η μέση είχε εξαφανιστεί» (62). Άλλαξαν τα χέρια της (έγιναν πιο τραχιά), η φωνή της (έγινε πιο βαριά), ο τρόπος ομιλίας της: άρχισε να μιλάει «σαν άντρας» (71). Άλλαξε η μυρωδιά της –μύριζε τώρα «σαν τζάκι, σαν ρετσίνι και σαν άντρας» (97). Έγινε καλή στο σημάδι (95). Και φυσικά απέκτησε πέος.

Μπορεί ο εφιάλτης να ήταν κάτι παραπάνω από εφιάλτης και να συντέλεσε στη μεταμόρφωσή της. Μπορεί η Σάσα, που από την εφηβεία της ήθελε «να βγει από το σώμα της όπως βγαίνει ο αέρας από ένα μπαλόνι» (23), να ήθελε να μεταμορφωθεί. Μπορεί να φανούν και σε σας όσο διαφωτιστικά φάνηκαν σε μένα τα λόγια που αποδίδονται στην ίδια: «Εγώ το τελευταίο βράδυ πριν κοιμηθώ, πριν συμβεί, ένιωσα εξαπατημένη. […] [Τ]ο μόνο που θα με έσωζε ήταν να προφυλαχτώ από τα αισθήματα. […] Να γίνω δηλαδή άντρας» (105-6). Λόγια που, αν τα διαβάζω «σωστά» (με το «σωστά» οπωσδήποτε μέσα σε εισαγωγικά), αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να έβαλε και η Σάσα το χεράκι της στη μεταμόρφωσή της.

Εξίσου πιθανό είναι η μεταμόρφωση να σχετίζεται με εξωγενείς παράγοντες, να την προκάλεσε ή να την επιτάχυνε η εξωτερική πραγματικότητα (όχι η δική μας –η πραγματικότητα της νουβέλας, όπως τη σκαρφίστηκε και την απέδωσε η Αμάντα Μιχαλοπούλου). Η αλήθεια είναι πως η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σε μια μετά-τον-Κατακλυσμό εποχή, με τον Κατακλυσμό να έχει επιφέρει αλλαγές τόσο στη ζωή της Σάσας όσο και στο σύνολο του πληθυσμού. Πριν τον Κατακλυσμό, η Σάσα σπούδαζε ιατρική· μετά γράφτηκε στο τμήμα «Θεατρικής Πράξης και Ερμηνείας». Μετά τον Κατακλυσμό «οι σχέσεις των δύο φύλων είχαν επιστρέψει στη νοοτροπία της σπηλιάς. Η μικρή πρόοδος που είχαν επιτύχει οι γυναίκες εξαφανίστηκε κάτω από θεωρίες επιβίωσης. […] Οι άντρες είδαν στην καταστροφή μια ευκαιρία σωτηρίας του φύλου τους. […] Μ’ άλλα λόγια οι σχέσεις είχαν γίνει πιο ανόητες και ρηχές από ποτέ» (33-4).

Όπως και να ’χει, ό,τι και να το προκάλεσε, το γεγονός παραμένει: Η Σάσα μεταμορφώνεται σε άντρα, είναι μάλλον ξαφνιασμένη και παίρνει τον χρόνο της για να επεξεργαστεί τα δεδομένα: στις πρώτες 50 περίπου σελίδες του βιβλίου είναι στο κρεβάτι και αφουγκράζεται την κατάσταση. Όσο για τη συγγραφέα, αντιμετωπίζει την ίδια αυτή κατάσταση με τη διάθεση να κάνει και λίγη πλάκα και θα αναφέρω δύο σκηνές της νουβέλας, για να δείξω τι εννοώ μ’ αυτό.

Αυτή είναι η πρώτη: Ενώ η Σάσα προσπαθεί ακόμα να καταλάβει τι της έχει συμβεί, της χτυπάει την πόρτα ο επιστάτης που έχει έρθει να ελέγξει έναν σωλήνα. Κάποια στιγμή αναγκάζεται να του ανοίξει: «Με την κίνηση ξεκόλλησε το σεντόνι από τους γοφούς της. Το πέος της ζωντάνεψε και κινήθηκε πέρα δώθε σαν ουρά γάτας. Ο επιστάτης πισωπάτησε», «Μόνο να βρω κάποιο ρούχο επειδή άνοιξαν οι πλάτες μου. Πώς την πάτησα έτσι;», «Ο επιστάτης παράτησε το κουτί με τα εργαλεία μπροστά στο χαλάκι της εξώπορτας. Μ’ ένα σάλτο αρπάχτηκε από την κουπαστή κι άρχισε να κουτρουβαλάει τις σκάλες» (57). Δεν ξέρω αν βρίσκετε κι εσείς τον επιστάτη κάπως υπερβολικό.

Η δεύτερη σκηνή ακολουθεί πολλές σελίδες μετά: Η Σάσα παίρνει, όχι χωρίς δυσκολία, την απόφαση να συναντήσει τον καθηγητή της στο γραφείο του. Το σκηνικό θα ήταν τρομακτικό, αν δεν κατέληγε να είναι γκροτέσκο: Ο καθηγητής τής τραβάει τη φαβορίτα, η Σάσα τον αρπάζει απ’ τον καρπό, ο καθηγητής την απειλεί, η Σάσα τον ρίχνει κάτω, στον επόμενο τόνο «κυνηγιούνται γύρω από το τραπέζι με τα βιβλία» και ο καθηγητής αρχίζει να πετάει καταπάνω της διάφορα θεατρικά, ανάμεσά τους Ιονέσκο και Τα άχρηστα στόματα της Σιμόν ντε Μποβουάρ –σαν να λέμε της επιτίθεται με όπλα το παράλογο και τον φεμινισμό. Μόνο που η Σάσα πιάνει Τα άχρηστα στόματα στον αέρα, τα στέλνει από εκεί που ήρθαν και πετυχαίνει τον καθηγητή στο κεφάλι (118-125).

Θα βάλω μια άνω τελεία εδώ, να αποφύγω και τα σπόιλερ. Σκεφτόμουν, διαβάζοντας τη νουβέλα, πως στο γραφείο του καθηγητή θα υπήρχαν ενδεχομένως και έργα του Σοφοκλή, του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Μπρεχτ, αλλά Τα άχρηστα στόματα δεν βρέθηκαν τυχαία εκεί, η Μιχαλοπούλου τα έβαλε. Η ίδια που είχε βάλει νωρίτερα τον φοιτητή να λέει στη Σάσα «Άντρας δεν γίνεσαι, γεννιέσαι» και τη Σάσα-Σιμόν να αντιτίθεται «Άντρας δεν γεννιέσαι, γίνεσαι» (86). Η ίδια που είκοσι χρόνια πριν έγραφε στο Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη: «Τα βράδια πότε διαβάζω Κοσμοπόλιταν για να μάθω ερωτικά κόλπα που θ’ αρέσουν στον Άγγελο και πότε Το δεύτερο φύλο της Σιμόν ντε Μποβουάρ για να μάθω άλλα πράγματα που αρέσουν σε μένα»[2].

Έχω τρομερή αδυναμία στα λογοτεχνικά πηγαινέλα, στις συνειδητές ή και ασύνειδες διαδρομές απ’ το ένα βιβλίο στο άλλο, γι’ αυτό και λέω ν’ αρπάξω την ευκαιρία που έσπειρα εδώ και να δώσω λίγο χώρο ακόμα στη διακειμενικότητα. Η μεταμόρφωσή της κλείνει με «Ευχαριστίες και διευκρινίσεις», η τελευταία παράγραφος των οποίων είναι εστιασμένη στον Κάφκα, η Μεταμόρφωση του οποίου αναφέρεται ρητά ως «προγιαγιά της Μεταμόρφωσής της». Η συγγένεια των δύο έργων δηλώνεται έμπρακτα με τον τίτλο της μεταγενέστερης νουβέλας αλλά και με τις πρώτες λέξεις της (θυμίζω πως Η μεταμόρφωση ανοίγει με τον Γκρέγκορ Σάμσα να ξυπνάει από κακό όνειρο με την όψη μιας τεράστιας κατσαρίδας). Η Μιχαλοπούλου επισημαίνει επίσης πως «αν ο πατέρας κυνηγάει τον Γκρέγκορ με μήλα (στη Μεταμόρφωση του Κάφκα), ο καθηγητής κυνηγάει τη Σάσα με βιβλία (στη Μεταμόρφωσή της)». Και τέλος έχει σχολιαστεί η ομοιότητα των ονομάτων Σάμσα (Γκρέγκορ Σάμσα) και Σάσα (σκέτο Σάσα)[3].

Ωραία, ωραιότατα, ήθελα απλώς να πω πως εμένα Η μεταμόρφωσή της με έβγαλε ευκολότερα[4] και μου θύμισε εντονότερα τη Γουλφ, όχι τον Κάφκα, συγκεκριμένα το Ορλάντο της, όπου ο ομώνυμος ήρωας ερωτεύεται κάποια Σάσα[5], κυρίως όμως: πέφτει σε εφταήμερο ύπνο και ξυπνάει γυναίκα.

Όπως είπα, η συγγένεια με τον Κάφκα είναι δηλωμένη από την ίδια τη Μιχαλοπούλου, που μνημονεύει και τον Οβίδιο στη νουβέλα της, αναφέρει κι άλλες πηγές έμπνευσης σε συνεντεύξεις της[6]. Θα μπορούσε να πει κάποια: «ας μείνουμε στα δηλωμένα, τι τα θέλουμε τα υπόλοιπα, γιατί να τρέχουμε μέχρι το Ορλάντο;». Η καθεμιά φυσικά κάνει όπως θέλει, η γνώμη μου όμως είναι πως έχουμε αρκετούς και καλούς λόγους να στραφούμε στο συγκεκριμένο βιβλίο της Γουλφ και ένας από αυτούς είναι πως ένα προγενέστερο πεζογράφημα της Μιχαλοπούλου είναι γεμάτο Ορλάντο.

Λέω για το Μπαρόκ[7], από το οποίο παραθέτω τρία σύντομα ενδεικτικά αποσπάσματα: «Στα βιβλία είναι πιο εύκολη η οδήγηση. Η Ορλάντο μια μέρα πήδησε στο αυτοκίνητό της, γύρισε τη μίζα και ξεκίνησε για τη Ρίτζεντ Στριτ. Η Βιρτζίνια Γουλφ δεν μιλάει πουθενά για μαθήματα οδήγησης», «Σε παρακαλώ, μη με βαρεθείς ποτέ. Θέλω να είμαι η λαίδη Ορλάντο κι εσύ ο άρχοντας Μάρμαντιουκ και η σχέση μας να κρατήσει αιώνες», «Μια μέρα που βρισκόταν μόνη στο σπίτι, θυμωμένη μ’ ένα ασήμαντο περιστατικό στη δουλειά, ανέβηκε στο σκαμπό κι άρχισε να σκοτώνει τις μύγες με τη Βιρτζίνια Γουλφ»[8].

Η παρουσία της Γουλφ είναι απίθανο να περάσει απαρατήρητη· ταυτόχρονα όμως το Μπαρόκ, που είναι μυθιστόρημα, εμπεριέχει και ένα διήγημα, που είναι βγαλμένο από τον Κάφκα και ανοίγει με τις λέξεις: «Ένα πρωί που ξύπνησε από εφιάλτη η κατσαρίδα βρέθηκε στη μέση ενός κρεβατιού μεταμορφωμένη σε άντρα»[9]. Αν τώρα πείτε «ε, και τι έγινε;», τα γούστα μας διαφέρουν, γιατί εγώ ως αναγνώστρια για κάτι τέτοια ζω (απρόσμενες συνδέσεις, απότομες μεταβάσεις, φανταστικές εκδρομές με ταχύπλοα, τέτοια).

Κάτι τελευταίο με αφορμή το Ορλάντο. Γράφει κάποια στιγμή η Γουλφ: «αλλά στο μέλλον θα πρέπει, για χάρη των συμβάσεων, να λέμε “της” αντί για “του” και “εκείνη” αντί για “εκείνος”»[10]. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η στάση της Αμάντας Μιχαλοπούλου απέναντι στις συμβάσεις είναι διαφορετική. Η επιλογή της να αναφέρεται στη Σάσα χρησιμοποιώντας πάντα το θηλυκό μπορεί αρχικά να ξενίσει. Ας λάβουμε όμως υπόψιν την πιθανότητα να είναι αυτή η επιθυμία της Σάσας –να ζήτησε η ίδια από τη συγγραφέα να μιλάει για αυτήν στο θηλυκό[11]. Κι ας συνυπολογίσουμε το ενδεχόμενο να δίνει αυτή η επιλογή την ευκαιρία στη Μιχαλοπούλου να πάει (για την ακρίβεια, να κάνει πως πάει, αφού η Σάσα είναι, είπαμε, άντρας) την κουβέντα και στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Γιατί η Σάσα ερωτεύεται. Και ερωτεύεται τη «γυναίκα με τα λυτά μαλλιά» (110), που ήταν νωρίτερα η «γυναίκα με τον σφιχτό κότσο» (24), μετά η «γυναίκα με τον χαλαρό κότσο» (104) και που πριν από όλα αυτά ήταν άντρας (100).

Ελάχιστες σκέψεις ακόμα. Αν η Μιχαλοπούλου έχει πού και πού χιουμοριστική διάθεση, δεν πάει να πει πως δεν παίρνει το θέμα της στα σοβαρά. Ο ανάλαφρος ενίοτε τρόπος της δεν την εμποδίζει να ασκήσει την κριτική της και τα ρητορικά ερωτήματά της αποτελούν κάποτε πρώτης τάξεως κοινωνικό σχολιασμό: «Μα γιατί μας ενδιαφέρουν τόσο οι άλλοι;» (38), «Δεν βλέπετε ότι ο κόσμος αλλάζει;» (122), «Ποιος μας έπιασε κορόιδα και μας έμαθε ν’ απολογούμαστε γι’ αυτό που είμαστε;» (123). Τη λεπτοδουλειά τους κρυφοκάνουν επίσης οι σκόρπιες στερεοτυπικές εκφράσεις του βιβλίου. Υπάρχει το καταπίνω τα στερεότυπα αμάσητα, υπάρχει και το φτύνω τα στερεότυπα στα μούτρα –και αν στη Μιχαλοπούλου διαβάζουμε, π.χ., «Μας έχουν μεγαλώσει για ν’ αποπλανούμε τους άντρες» (67), δεν σημαίνει φυσικά πως αυτή είναι η θέση της[12].

Ως προς τα ομαδοποιημένα σύνολα «γυναίκες» και «άντρες», που προκαλούν πιθανόν δυσφορία σε μερικά από μας, ανακούφιση προσφέρουν τα λόγια «Δεν ήταν ούτε αγόρι ούτε κορίτσι, ήταν το τελευταίο οργανικό δείγμα στη σαλιωμένη επιφάνεια της περιδίνησης» (111-112) και σαν κλείσιμο του ματιού θεωρώ πως λειτουργεί το όνομα Τζούντιθ Μπάτλερ, αφημένο διακριτικά στις «Ευχαριστίες και διευκρινίσεις». Θα το έλεγα και: Αν νομίζετε πως βλέπετε παντού δίπολα, εξετάστε το ενδεχόμενο να γελιέστε.

Για να τελειώνω, εκείνο που θα ήθελα να πω ως προς το τι (μπορεί να) ώθησε την Αμάντα Μιχαλοπούλου στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου είναι πως τα φεμινιστικά, το έμφυλο και ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν την απασχολούν εδώ πρώτη φορά, κάθε άλλο. Παραθέτω από το Γιάντες, που κυκλοφόρησε το 1996: «Με αφορμή το μεταπτυχιακό του αδελφού μου για τη συμπεριφορά των αγοριών στη σχολική τάξη, ο Λοτζ είχε υποκινήσει μια συζήτηση για το ρόλο των φύλων». Παραθέτω από τον Παλιόκαιρο, μυθιστόρημα του 2001: «Μπορεί μια λεσβία να έχει επιθυμίες για άντρες;», «Της άρεσε η αιώρηση του υπονοούμενου: κορίτσι ή αγόρι;», «Θεέ μου, Θεέ μου, νομίζω πως είμαι ομοφυλόφιλος!». Παραθέτω τέλος από τη Λαμπερή μέρα, του 2012: «Η γιαγιά δε συμπαθεί τους άντρες. […]. Οι γυναίκες έχουν λύσεις για όλα. […]. Όταν είμαι στο σπίτι της γίνομαι φεμινίστρια. Δευτέρα πρωί ξεχνάω όσα μου ’μαθε και κυνηγιέμαι με τ’ αγόρια στο προαύλιο»[13]. Και επανέρχομαι στη Μεταμόρφωσή της: «Πριν από λίγες ώρες, στο κρεβάτι, είχε μια αόριστη έμπνευση για το τέλος των φύλων» (123).

Τα περί τέλους των φύλων είναι της Σάσας έμπνευση, όχι της Μιχαλοπούλου, η Σάσα όμως είναι της Μιχαλοπούλου έμπνευση· και καμιά φορά μπορεί και να ισχύει πως «της έμπνευσής μου η έμπνευση είναι δυο φορές έμπνευσή μου». Η δική μου αίσθηση (γιατί έμπνευση δεν τη λες) είναι πως Η μεταμόρφωσή της, που διαβάζεται μέσα σε μια μέρα και μετά χαλαρά ξαναδιαβάζεται, σιγόβραζε καιρό μες στη Μιχαλοπούλου. Αποτελεί, νομίζω, προϊόν ψύχραιμης, πολυετούς επεξεργασίας και όχι, ας πούμε, μια άρον άρον αντίδραση στη σημερινή άνθιση της κουίρ λογοτεχνίας.


[1] Παρατηρώ και μοιράζομαι, όμως, πως κάποια άλλη την αποκαλεί «αγαπητέ μου» στη σ. 102.

[2] Καστανιώτης 2003, σ. 137. Βλ. και Πώς να κρυφτείς (Καστανιώτης 2010), 164: «Το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν ότι έδειχνε ειλικρινά συγκινημένη με το πέρασμα από τον πατέρα στο σύζυγο –από τον έναν άντρα στον άλλο. Εκείνη τη μέρα τα κόκκαλα της Σιμόν ντε Μπωβουάρ θα πρέπει να έτριξαν».

[3] Όχι μόνο μία φορά, αλλά αναφέρω ενδεικτικά τον τίτλο «Από τον Σάμσα στη Σάσα» της παρουσίασης της Χρύσας Φάντη στην Εφημερίδα των Συντακτών.

[4] Με μικρότερα γράμματα μοιράζομαι και δυο άλλα ταξίδια που έκανα χάρη στη Μεταμόρφωσή της. Διάβασα επιτέλους τον απολαυστικό Οβίδιο του Θ. Δ. Παπαγγελή (Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους: Διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου [Gutenberg 2009]), από όπου (σ. 248) και το δάνειο του τίτλου μου. Και ξαναδιάβασα, πολλά χρόνια μετά την πρώτη φορά, Το σπίτι του ύπνου του Τζόναθαν Κόου (μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Πόλις 1998). Δεν θα αρχίσω τώρα να τραβάω γραμμές, να υπογραμμίζω ομοιότητες, να γράφω για τη Σάρα, θα πω μόνο πως από αυτή τη δεύτερη ανάγνωση μόνο κερδισμένη βγήκα.

[5] Πρόκειται για την Πριγκίπισσα Μαρούσα Στανίλοβσκα Ντάγκμαρ Νατάσα Ιλιάνα Ρομάνοβιτς, που τη φωνάζει Σάσα. Δεν κάνω βέβαια πρώτη εγώ τη σύνδεση με το Ορλάντο. Τη συνωνυμία επισημαίνει (π.χ.) και η Σωτηρία Γεωργαντή, στη δική της παρουσίαση στο Literature.gr, που έχει τίτλο «Ανατρέποντας τα έμφυλα στερεότυπα».

[6] Για τον Οβίδιο, βλ. σ. 91: «τα βίδωσαν έξω από τις στάσεις μαζί με μια ανάγλυφη επιγραφή από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου: “Omnia mutantur, nihil interit”». Για κάποιες (άλλες) πηγές έμπνευσης της Μιχαλοπούλου, βλ. ειδικά τη συνέντευξη που έδωσε στην Ξένια Κουναλάκη και την Καθημερινή, με τίτλο «Χαμένοι στο ερείπιο της πατριαρχίας»).

[7] Που είναι, σύμφωνα με την ίδια, «ό,τι πιο κοντινό σε αυτοβιογραφία έχ[ει] γράψει» (βλ. τη συνέντευξη που έδωσε στον M. Hulot και τη Lifo, με τίτλο «Μετανιώνω μόνο για πράγματα που δεν έκανα». Θυμίζω εδώ και τον υπότιτλο του Ορλάντο: Μια βιογραφία, κυρίως επειδή χαίρομαι πάντα να τον θυμάμαι.

[8] Το Μπαρόκ κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2018. Τα αποσπάσματα αντλούνται από τις σ. 136, 155 και 164, αντίστοιχα. Παραπέμπω επίσης στις σ. 114, 163, 166-167, 344.

[9] Και κλείνει με τις λέξεις: «Τον έλεγαν Φραντς Κάφκα» (150-151).

[10] Χρησιμοποιώ την πιο πρόσφατη μετάφραση της Αργυρώς Μαντόγλου (Gutenberg 2017, σ. 180).

[11] Υπάρχει περίπτωση να ξέρουμε εμείς καλύτερα τις επιθυμίες της ηρωίδας της; Μπα, είναι η δική μου απάντηση. Ή, με τα λόγια της Άντζελας Δημητρακάκη: «Δεν θα υποδείξω εγώ στο οποιοδήποτε υποκείμενο Σάσα πώς βιώνει την έμφυλη διάστασή της!» (βλ. το κείμενό της «Η μεταμόρφωσή τους; Σκέψεις από, και προς, έναν μετα-πλημμυρικό κόσμο»). Στο σημείο αυτό μου πέρασε πάντως από το μυαλό πως, αν ήμουν τρανς, θα είχα ίσως άλλη στάση. Οπότε και θυμήθηκα τον Πολ Μπ. Πρεθιάδο να «εγκαλεί» τη λατρεμένη του Βιρτζίνια Γουλφ στο δικό του Ορλάντο, η πολιτική μου αυτοβιογραφία, ένα εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μου, ντοκιμαντέρ, παραγωγής 2023, λέγοντάς της πάνω κάτω τα εξής: «Δεν ήξερες, φαίνεται, πως δεν γίνεσαι έτσι τρανς. Είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο. Ρισκάρουμε τη ζωή μας κάθε φορά».

[12] Αυτό είναι κάτι που θέλω να πιστεύω πως δεν χρειάζεται απόδειξη, αναφέρω ωστόσο και δυο διατυπώσεις από πρόσφατες συνεντεύξεις της (που χρησιμοποίησα και παραπάνω): «“Ανδρικό” και “γυναικείο” είναι λέξεις για να συνεννοούμαστε» (βλ. σχετικά εδώ) και «Κάθε δυαδικό σχήμα είναι ασφυκτικό» (βλ. εδώ).

[13] Τα αποσπάσματα αντλούνται από τις σ. 92, 84, 302, 315 & 216, αντίστοιχα.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση της Μεταμόρφωσής της στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης κάποιο Σαββάτο βράδυ –στις 6.5.2023, για την ακρίβεια. Μαζί μας (αν και δυστυχώς από μακριά, η τεχνολογία να είναι καλά) ήταν η, μεταφράστρια και Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Κάρεν Έμεριχ. Είχα πει τότε πως θα προσπαθήσω να απαντήσω σε τρία ερωτήματα: Τι είναι Η μεταμόρφωσή της; Τι σκέφτηκα διαβάζοντας τη Μεταμόρφωσή της; Τι (μπορεί [κατά τη γνώμη μου] να) ώθησε την Αμάντα Μιχαλοπούλου στη συγγραφή της Μεταμόρφωσής της; Το ίδιο προσπάθησα να κάνω και εδώ, αλλάζοντας μόνο πράγματα που συνήθως αλλάζουμε περνώντας από τον προφορικό στον γραπτό λόγο.]

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή