Ο Αναγνωστάκης έγραψε το άρθρο «Και πάλι για τον υπερρεαλισμό» το 1946, όταν ήταν μόλις 21 χρόνων. Μέχρι τότε είχε ήδη δημοσιεύσει τις Εποχές και είχε υπάρξει αρχισυντάκτης σε δύο φοιτητικά περιοδικά, στο Ξεκίνημα (1944) και στον Φοιτητή (1945). Έγραψε επομένως όχι μόνο ποιήματα από πολύ νωρίς, αλλά και κριτικά άρθρα: ο νεαρός Αναγνωστάκης είχε όλες τις προδιαγραφές να γίνει ένας αριστερός διανοούμενος, λογοτέχνης και κριτικός.
Το συγκεκριμένο άρθρο το γνωρίζουμε από την αναδημοσίευσή του στα Αντιδογματικά το 1978: στη δεύτερη αυτή συναγωγή κριτικών δοκιμίων του ο ποιητής φέρνει στην επιφάνεια ένα από τα πιο παλιά και δυσεύρετα άρθρα του, ανθολογώντας το πρώτο.[1] Σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα που το συνοδεύει, το «Και πάλι για τον υπερρεαλισμό» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Λαϊκή Φωνή, «όργανο του γραφείου περιοχής Μακεδονίας του ΚΚΕ». Πρόκειται για μια βραχύβια εφημερίδα, που κυκλοφόρησε από τις 14 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 2 Νοεμβρίου 1946, καθώς εκείνα ειδικά τα χρόνια, αρχή του Εμφυλίου, οι διώξεις κατά του Τύπου της Αριστεράς ήταν συνεχείς και ανελέητες.[2]
Στο σύντομο χρονικό διάστημα της κυκλοφορίας της η εφημερίδα δημοσίευσε τρία κείμενα που ήρθαν σε αντιπαράθεση για το ζήτημα του υπερρεαλισμού. Από αυτά έχουμε στη διάθεσή μας μόνο το ένα, το τελευταίο, αυτό του Αναγνωστάκη, που δημοσιεύτηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1946.[3] Το πρώτο άρθρο «Αισθητικές μελέτες. Μια ολέθρια μανιέρα», δημοσιευμένο στις 24 Αυγούστου 1946 με υπογραφή Θ., ανήκει στον Πάνο Κ. Θασίτη, 23 χρονών τότε, νεαρό αντιστασιακό και μετέπειτα ποιητή και κριτικό, συνοδοιπόρο του Αναγνωστάκη στο Ξεκίνημα και συνεργάτη του αργότερα στην Κριτική. Το δεύτερο άρθρο «Σουρεαλισμός και Διαλεκτική», δημοσιευμένο στις 27-28 Αυγούστου 1946, ανήκει στον «σ. Α. Α», που φαίνεται να έχει σοκαριστεί «αρκετά» από το πρώτο άρθρο του Θασίτη (σ. 11). Τα αρχικά Α. Α. παραπέμπουν στον Άλυ Ασιάτη, ψευδώνυμο του Στέλιου Μαγιόπουλου, ποιητή, μεταφραστή από τα τουρκικά και πνευματικού ανθρώπου της Αριστεράς -περίπου 35 ετών το 1946.[4] Πρόκειται λοιπόν για μια ενδοκομμουνιστική αντιπαράθεση γύρω από το κίνημα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας σε έντυπο-όργανο του ΚΚΕ.[5]
Ήδη από τους τίτλους των άρθρων καταλαβαίνουμε τη γενικότερη στάση των συντακτών: ο Μαγιόπουλος χρησιμοποιεί το «σουρεαλισμός», που συνήθως έχει υποτιμητική χροιά,[6] ενώ ο Αναγνωστάκης το «υπερρεαλισμός». Ο Θασίτης πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στους δυο, αφού ο Αναγνωστάκης δεν συμφωνεί «εντελώς» μαζί του, χωρίς όμως να δίνει περισσότερες διευκρινίσεις για τις διαφορές τους (σ. 11). Ίσως μας διαφωτίζουν εδώ μεταγενέστερα κριτικά κείμενα του Θασίτη, που υιοθετούν στάση μάλλον αρνητική απέναντι στις «υποκειμενικές φαντασμαγορίες» ρευμάτων όπως ο συμβολισμός ή ο υπερρεαλισμός.[7] Ο Αναγνωστάκης είναι αναφανδόν υπέρ του υπερρεαλισμού και προσπαθεί να αντικρούσει τις «ολότελα λαθεμένες» απόψεις του Α. Α. (σ. 11). Ας θυμηθούμε μια παρατήρηση του Παναγιώτη Μουλλά για τον Αναγνωστάκη: χαρακτηριστικό του κριτικού του λόγου είναι ότι εκδηλώνεται ως αντίλογος και μάλιστα στο στόχαστρο βρίσκονται συχνά οι ομοϊδεάτες του.[8] Το άρθρο για τον υπερρεαλισμό συνιστά παράδειγμα τέτοιου αντίλογου. Μέσα από αυτήν την αντιρρητική στάση γίνονται φανερές κάποιες από τις απόψεις του Α. Α.: ο Αναγνωστάκης επαναλαμβάνει τρεις φορές τα επίθετα «κούφιος» και «στείρος»[9] και τον χαρακτηρισμό «αρλούμπα» (σ. 12, 17), που αναφέρονται στον υπερρεαλισμό.
Οι απόψεις του Α. Α., έτσι όπως προβάλλονται στην απάντηση του Αναγνωστάκη, όσο κι αν φαίνονται ισοπεδωτικές απέναντι στον υπερρεαλισμό, απέχουν από την οξύτητα των προπολεμικών επιθέσεων εναντίον των πρώτων υπερρεαλιστών και τον αδυσώπητο χλευασμό που εκείνοι είχαν υποστεί. Ο πόλεμος έχει αλλάξει αρκετά πράγματα: η συζήτηση για τα πρωτοποριακά κινήματα έχει ξαναρχίσει, αλλά με ηπιότερους τόνους.[10] Στο αντιμοντερνιστικό στρατόπεδο οι πολέμιοι του κινήματος παραμένουν βέβαια αρκετοί και ενεργοί: αντιδρούν στην Αμοργό του Γκάτσου το 1943 ή στο Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης της Μάτσης Ανδρέου Χατζηλαζάρου το 1944.[11] Ανάμεσά τους και κριτικοί όπως ο επιδραστικός στην Αριστερά Μάρκος Αυγέρης, που στο άρθρο του «Ο σουρρεαλισμός και η κρίση των μορφών» (1944) υποστήριζε ότι ο υπερρεαλισμός, «σαν απόλυτα αντιλογική θεωρία, παίρνει θέση στα πιο αντιδραστικά, στα πιο εχθρικά για την ανθρώπινη πρόοδο κινήματα».[12] Αργότερα, στις αρχές του 1946, ο Αυγέρης δημοσίευσε στα Ελεύθερα Γράμματα το άρθρο «Η λογοτεχνία της Αντίστασης», όπου μιλούσε για τα «νεκρά βάθη του ελληνικού σουρεαλισμού».[13]
Ο νεαρός Αναγνωστάκης βρίσκεται από την άλλη πλευρά: ανεπιφύλακτα θετικός απέναντι στο κίνημα της πρωτοπορίας, εκθέτει με ενθουσιασμό και γνώση τις απόψεις του.[14] Τονίζει τη γέννηση του υπερρεαλισμού υπό συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και τη δράση του ενάντια στη συμβατικότητα της παράδοσης και «στις παλιές φόρμουλες της αμαρτωλής αστικής διανόησης» (σ. 13). Δείχνει πολύ ενημερωμένος για τα κινήματα των αρχών του 20ού αιώνα, για τους διάφορους «ισμούς» που εμφανίστηκαν «όλοι την ίδια εποχή» και επιφυλάσσεται για μια μελλοντική «γενικότερη μελέτη και ανάλυσή» τους (σ. 12, 13)· η μελέτη αυτή δεν θα γίνει, αφού μέχρι την φυλάκισή του το 1948 ο Αναγνωστάκης γράφει για άλλα θέματα.[15] Κάνει μάλιστα και μια μικρή επίδειξη γνώσεων: αναφέρεται στον Σέρβο υπερρεαλιστή Μάρκο Ρίστιτς, πρεσβευτή στη Γαλλία (σ. 15). Ο Ρίστιτς, φίλος του Πωλ Ελυάρ, υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του υπερρεαλισμού στη Γιουγκοσλαβία, όπου ήδη από το 1930 εμφανίζεται η πρώτη μη γαλλόφωνη, εξαιρετικά δυναμική, υπερρεαλιστική ομάδα.
Ο νεαρός Αναγνωστάκης διαθέτει αναμφισβήτητα γνώσεις γύρω από καλλιτεχνικά κινήματα, πρόσωπα και πράγματα· για παράδειγμα, για το ζήτημα της σχέσης τέχνης και πολιτικής, κεντρικό στον γαλλικό υπερρεαλισμό, αναφέρει τους διαφορετικούς δρόμους που πήραν οι εκπρόσωποί του: «ένα μέρος του [κινήματος] (το μεγαλύτερο) τράβηξε πλάι στους αγωνιστές του Οχτώβρη και τραγούδησε μια νέα ζωή και ένα νέο ιδανικό», κάποιοι άλλοι αγκάλιασαν το φασιστικό καθεστώς -προφανώς αναφέρεται στον Νταλί (σ. 14).Ο υπερρεαλισμός δεν καταξιώνεται επειδή οι πρωτεργάτες του (Αραγκόν, Ντεσνός, Τζαρά, Ελυάρ) προσχώρησαν «στις γραμμές μας, οδηγοί πνευματικοί του μεγάλου μας αγώνα» (σ. 15) -ο Αναγνωστάκης μιλάει πάντα από τη θέση του κομμουνιστή· ο νεαρός κριτικός δεν υπερασπίζεται τον υπερρεαλισμό σε πολιτικό επίπεδο, αλλά πρωτίστως σε αισθητικό.
Το κύριο επιχείρημα του Αναγνωστάκη είναι η ανατρεπτική πνοή του υπερρεαλισμού, η επανάσταση (λέξη που επαναλαμβάνεται συνεχώς στην αρχή του κειμένου) που έφερε, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο -«μια και τόσο θέλει τούτο το διαχωρισμό ο Α. Α.»,σχολιάζει ο ποιητής (σ. 13). Η διπλή αυτή επανάσταση σπάει «τα ασφυκτικά καλούπια των αρμονικών σονέτων και της καμπανιστής ρίμας», ανοίγει «καινούργια παράθυρα στον ποιητικό λόγο με τις ανεξερεύνητες χρυσοφόρες εκτάσεις του απελευθερωμένου στίχου» και ανασύρει «από τα βάθη της ψυχής και του υποσυνείδητου» έναν κόσμο «παραχωμένο κάτω από συμβατικές προλήψεις αιώνων» (σ. 13-14). Ο υπερρεαλισμός, συνεπώς, επαναμαγεύει τον κόσμο –τον ανακαλύπτει «παρθένο»– και του δίνει «λυρικά φτερά για την κατάκτηση του καινούργιου» (σ. 14).
Ωστόσο, ο νεαρός συντάκτης τονίζει ότι «ο υπερρεαλισμός δεν καταυγάζει πια με το πρώτο του φως» και ότι «τo υπερρεαλιστικό κίνημα σήμερα δεν βρίσκεται στην πρώτη του δροσερή κι ορμητική νεότητα» (σ. 15). Η διαπίστωση της φθοράς της υπερρεαλιστικής επανάστασης, ιδιαίτερα μετά την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ήταν αυτονόητη για όποιον παρακολουθούσε γενικότερα τις καλλιτεχνικές εξελίξεις· αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο Αναγνωστάκης επισημαίνει την επιβίωση του υπερρεαλισμού σε «ποιητικά κείμενα των νέων» (σ. 16). Προβλέπει δηλαδή την παρουσία του στην πρώτη μεταπολεμική γενιά: αν δεν έχει ήδη διαβάσει τη Λησμονημένη του Μίλτου Σαχτούρη, σίγουρα θα γνώριζε τη συλλογή Θέμα και παραλλαγές της Ελένης Βακαλό (και οι δύο συλλογές δημοσιεύτηκαν το 1945)· υποστηρίζει δε ότι ένα τόσο σημαντικό κίνημα που έχει αλλάξει τους όρους της τέχνης «δεν πεθαίνει ποτέ ολότελα» (σ. 16).
Ό,τι σήμερα αποτελεί κοινό τόπο, η επιδραστικότητα δηλαδή του υπερρεαλισμού στην πολιτιστική και πνευματική ιστορία του 20ού αιώνα, ο Αναγνωστάκης το διατύπωσε λυρικά το 1946: «να αρνηθούμε τη γόνιμη σαν την ανοιξιάτικη βροχή επίδρασή του [του υπερρεαλισμού] σε όλη τη σύγχρονη (παγκόσμια) ποίηση […] είναι, αληθινά, σα ν’ αρνιόμαστε σήμερα ολόκληρη την ποίηση» (σ. 16).
Ως άρνηση της ποίησης αντιλαμβάνεται ο Αναγνωστάκης μια σειρά από κριτικές αστοχίες του Α. Α., αρχίζοντας από τον Παπατσώνη, που «ποτές του δεν ήταν –κι ούτε ισχυρίστηκε ότι είναι– υπερρεαλιστής». Αν τα τελευταία χρόνια, παρατηρεί, πλησιάζει ο Παπατσώνης τέτοιους εκφραστικούς τρόπους, αυτό δείχνει την δύναμη του υπερρεαλισμού να επηρεάζει ακόμα και όσους βρίσκονταν μακριά του. Ο Αναγνωστάκης έχει προφανώς στο νου του την πρόσφατη τότε συλλογή του ποιητή Ursa Minor (1944), ίσως και το άρθρο του «Ο υπερρεαλισμός κι εγώ» (1945), όπου ο Παπατσώνης επιχειρεί να συσχετίσει την ποίησή του με την πίστη, την αντιλογοκρατία και τον υπερρεαλισμό (τον οποίο αποσυνδέει από τον κομμουνισμό).[16]
Απέναντι στις άλλες κριτικές αστοχίες του Α. Α. ο Αναγνωστάκης θα είναι πιο οξύς. Κι αυτό γιατί ο Α. Α. παραθέτει στο κείμενό του ένα απόσπασμα από το ποίημα «Αιωνιότητα των όσων δεν ξανάδα» του Πωλ Ελυάρ. Το ποίημα «Éternité de ceux que je n’ai pas revus» δημοσιεύτηκε το 1945 και μεταφράστηκε στο περιοδικό Κoχλίας τον Ιούλιο του 1946.[17] Ο Αναγνωστάκης, χωρίς να υπενθυμίσει τη σχέση του Ελυάρ με τον κομμουνισμό, αντικρούει την άποψη του Α. Α.: ο γάλλος ποιητής δεν είναι πια υπερρεαλιστής. Όμως, είναι το υπερρεαλιστικό παρελθόν του που τον έκανε σπουδαίο ποιητή: «η θητεία του στον υπερρεαλισμό δεν έμεινε χωρίς αποτέλεσμα και σαν ουσία, κυρίως σαν ουσία, ας το προσέξει αυτό ο Α. Α.» (σ. 17). Ο Αναγνωστάκης αντιδρά έντονα στη μομφή του ερμητισμού που προσάπτει ο Α. Α. στον Ελυάρ: «κι όμως πρόκειται για ένα θαυμάσιο, για ένα καθαρότατο, καθαρό σαν το κρύο νερό, ποίημα», γράφει για την «Αιωνιότητα των όσων δεν ξανάδα».
Ο Αναγνωστάκης έχει δίκιο για τη σαφήνεια του ποιήματος: γραμμένο προς τιμήν των λογοτεχνών και των διανοούμενων που δολοφονήθηκαν από τους ναζί, το ποίημα περιέχει μια μακρά λίστα από ονόματα. Είναι οι φίλοι που δεν θα ξαναδεί ο Ελυάρ, αλλά που έχουν κερδίσει την αιωνιότητα. Η παράθεση των ονομάτων που ενοχλεί τον Α. Α. δημιουργεί, σύμφωνα με τον Αναγνωστάκη μια ασυνήθιστη υποβλητικότητα. Ίσως να υπάρχουν απόηχοι αυτού του ποιήματος, που τόσο άρεσε στον Αναγνωστάκη, σε μεταγενέστερα ποιήματά του ίδιου, όπου εμφανίζονται ονόματα δικών του φίλων.[18]
Ο Αναγνωστάκης διαβάζει σωστά το ποίημα του Ελυάρ και έχει δίκιο για την διαύγειά του για έναν ακόμα λόγο: το αριστερό περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα στις αρχές του 1946 είχε δημοσιεύσει εκτενές άρθρο του Ελυάρ με τίτλο «Το γαλλικό πνεύμα στον πόλεμο», που πραγματεύεται την αντιστασιακή δράση, τα μαρτύρια και τον θάνατο των φίλων του.[19] Κάποιοι από αυτούς μνημονεύονται στο ποίημα «Éternité de ceux que je n’ai pas revus». Ο Αναγνωστάκης, που έχει ήδη δημοσιεύσει στα Ελεύθερα Γράμματα ένα πεζό και δύο ποιήματα, θα είχε κατά πάσα πιθανότητα διαβάσει το άρθρο του Ελυάρ. Μάλιστα, παρόμοιες πληροφορίες με αυτές του συγκεκριμένου άρθρου ξαναβρίσκουμε στο ίδιο περιοδικό και τον Ιούνιο, στο τεύχος που περιλαμβάνει αρκετά κείμενα για την επίσκεψη του Γάλλου ποιητή στην Αθήνα τον Μάιο του 1946, μετά από πρόσκληση του ΕΑΜ.[20] Ο Αναγνωστάκης στο άρθρο του, που δημοσιεύεται λίγους μήνες μετά την επίσκεψη του Ελυάρ, δεν αναφέρεται στο γεγονός, αν και αμέσως μετά την Αθήνα ο Γάλλος ποιητής επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη -νάταν άραγε και ο νεαρός Αναγνωστάκης στο κοινό που περίμενε τον Ελυάρ στο λιμάνι;
Ο Α. Α., συνεπώς, αστοχεί όσον αφορά τον Ελυάρ (ούτε πρόκειται για υπερρεαλιστή ποιητή, ούτε το ποίημά του παρουσιάζει κάποια δυσκολία)· αλλά εκεί όπου λαθεύει «απόλυτα και συντριπτικά» είναι η περίπτωση του Λόρκα, για τον οποίο «δεν θα έπρεπε να μιλήσουμε καθόλου» (σ. 18). Κι αυτό γιατί ο Ισπανός ποιητής, υποστηρίζει ο Αναγνωστάκης, είναι στον αντίποδα του υποκειμενισμού και της ηττοπάθειας: αποτελεί ανυπέρβλητο πρότυπο επαναστάτη-ποιητή. Η συμπάθεια για τον δολοφονημένο από το φρανκικό καθεστώς ποιητή είναι τεράστια στην Ελλάδα και θα συνεχιστεί αδιάλειπτη για δεκαετίες. Ο Λόρκα είναι ο πιο μεταφρασμένος ισπανός ποιητής·[21] ακόμα και ο Αναγνωστάκης, που θα ασχοληθεί ελάχιστα με τη μετάφραση, θα μεταφράσει αφενός τον Απολλιναίρ, τη σταθερή αγάπη του,[22] και αφετέρου τον Λόρκα. Μάλιστα, η πρώτη αυτοτελής μετάφραση του Λόρκα θα γίνει από τους Αναγνωστάκη και Κλείτο Κύρου, το 1948 (Δύο Ωδές: Ωδή στον Salvador Dali· Ωδή στον Walt Whitman).[23] Τον Λόρκα άγγιξε «το θαυματουργό κύμα του υπερρεαλισμού» (σ. 19): με αυτή την κατακλείδα για τον Ισπανό ποιητή και με μια νουθεσία προς τον Α. Α. να προσπαθήσει να δει την κληρονομιά του υπερρεαλισμού στην καινούργια τέχνη που θα δημιουργηθεί, ολοκληρώνει ο Αναγνωστάκης το άρθρο του.
Ο ποιητής προσπαθεί να ανατρέψει τους ισχυρισμούς του Α. Α. μέσα από μια ματιά συνολική, ιστορική και κριτική: ο υπερρεαλισμός έχει βαθιές ρίζες στην ιστορική πραγματικότητα, τη στιγμή εκείνη (1946) το φως του έχει θαμπώσει, όμως έχει γονιμοποιήσει σαν την «ανοιξιάτικη βροχή» την παγκόσμια ποίηση. Ο ενθουσιασμός και η αυτοπεποίθηση του νεαρού διανοούμενου, αδηφάγου αναγνώστη ποίησης, είναι εμφανείς. Ίσως και μια στάλα αυθάδειας προς τον μεγαλύτερο σύντροφο. Το ύφος του άρθρου είναι πιθανόν να σχετίζεται και με το γεγονός ότι ο Αναγνωστάκης την άνοιξη του 1946 διαγράφτηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα ως «οπορτουνιστής, τροτσκιστής και ηττοπαθής».[24] Πάντως, το γεγονός ότι το άρθρο, απροκάλυπτη υπεράσπιση του υπερρεαλισμού, δημοσιεύεται σε εφημερίδα του ΚΚΕ, δείχνει ίσως μια μεταβατική, ρευστή περίοδο στις σχέσεις Αναγνωστάκη και κομματικού μηχανισμού.
Για το κόμμα, ο υπερρεαλισμός παραμένει για χρόνια ακόμα μια «λογοτεχνία της κατάπτωσης»: έτσι γράφει η κομμουνιστική Επιτροπή Διαφώτισης το 1953 στη Μέλπω Αξιώτη, ασκώντας κριτική στο κείμενό της «Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας»·[25] και η συγγραφέας αποκηρύσσει τον υπερρεαλισμό στα προπολεμικά της έργα ως «παλιά αμαρτία», ως «ξεγλίστρημα» από τον «καλό δρόμο».[26] Αυτόν τον «καλό δρόμο» του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ποτέ δεν τον υποστήριξε ο Αναγνωστάκης. Αταλάντευτη αρχή του κριτικού του έργου ήταν ο έλεγχος των βεβαιοτήτων και του δογματισμού.
Το 1978 ο Αναγνωστάκης συγκεντρώνει στα Αντιδογματικά κριτικά δοκίμια που δηλώνουν «μια συνέχεια και, γιατί όχι; μια συνέπεια προς κάποιες αρχές που τροφοδότησαν τη στάση του συγγραφέα απέναντι στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο πολιτισμικό φαινόμενο από τη στιγμή που η στάση αυτή πήρε συνείδηση της ύπαρξής της και του χρέους της».[27] Όπως στην εφημερίδα Νέα Λαϊκή Φωνή, έτσι και στα Αντιδογματικά η θέση από την οποία μιλά ο κριτικός, καθώς και ο σκοπός, δεν αλλάζει: «η πάλη για την ανανέωση μέσα απ’ την Αριστερά και πρώτα απ’ όλα για την Αριστερά».[28] Ο Αναγνωστάκης, ένας οργανικός πλέον διανοούμενος της Αριστεράς,[29] διαπιστώνει στην εισαγωγή των Αντιδογματικών μια «αναβίωση του δογματισμού», φαινόμενο που παρατηρεί στον χώρο του «προοδευτικού κινήματος», αλλά και γενικότερα. Η ένταξη του κειμένου «Και πάλι για τον υπερρεαλισμό» στα Αντιδογματικά είναι εύλογη: δείχνει τις πρώιμες αλλά σαφείς θέσεις του Αναγνωστάκη σε μια ιδεολογική αντιπαράθεση πίσω από την οποία λανθάνει ένα κρίσιμο ζήτημα των αριστερών κριτικών και διανοούμενων: η διαχείριση του μοντέρνου.
Τριάντα δύο χρόνια μετά τη συγγραφή του, και εκτός του αρχικού του πλαισίου, απομεινάρι ενός χαμένου διαλόγου, το άρθρο του Αναγνωστάκη διαβάζεται, πέρα από τον επικαιρικό αντιρρητικό του χαρακτήρα, ως δείγμα της πρώιμης κριτικής ευστοχίας του και της οξυμένης αντίληψής του για την εξέλιξη των λογοτεχνικών πραγμάτων.[30] Ό,τι γράφει με έμφαση και με ποιητική διάθεση για την επίδραση του υπερρεαλισμού το 1946, θα το επαναλάβει πολλά χρόνια αργότερα, το 1988, στην εισαγωγή της ανθολογίας για τη νεωτερική ποίηση, όπου υπενθυμίζει την «καταλυτική εμπειρία» του υπερρεαλισμού.[31]
Μπορούμε, τέλος, να αναρωτηθούμε πόσο δύσκολο θα ήταν για τον Αναγνωστάκη, που νεαρός υμνούσε την ελευθερία και την επαναστατικότητα του υπερρεαλισμού, να ομολογήσει στο Περιθώριο ’68-’69: «βλέπω καθαρότερα πόσες φορές, πραγματικά έπνιξα στο λαρύγγι μου τα ίδια μου τα τραγούδια», ή «κι ύστερα σβήνει σιγά-σιγά κάθε φαντασία».[32] Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ποιητής που οδεύει τότε προς τη σιωπή, είναι η μία όψη του Αναγνωστάκη: η άλλη, που δεν υποκύπτει σε αυτήν, είναι ο παιγνιώδης και ανατρεπτικός Μανούσος Φάσσης, με την ελευθερία της σάτιράς του.
[1] «Και πάλι για τον υπερρεαλισμό», Αντιδογματικά. Άρθρα και σημειώματα 1946-1977, Αθήνα, Πλειάς, 1978, σ. 10-19. Εφεξής οι αριθμοί στην παρένθεση παραπέμπουν στις σελίδες αυτής της έκδοσης.
[2] Σπύρος Κουζινόπουλος, «Οι διώξεις των εφημερίδων της Αριστεράς στη Θεσσαλονίκη του Εμφυλίου», Φάρος του Θερμαϊκού, 29.7.2025.
[3] Μάλιστα ούτε κι αυτό σώζεται ολόκληρο, αφού, όπως αναφέρει στο εισαγωγικό σημείωμα ο Αναγνωστάκης, το αρχείο του καταστράφηκε στον Εμφύλιο.
[4] Αντλώ τις ταυτότητες των δύο αρθρογράφων από τον Μιχάλη Γ. Μπακογιάννη, Το περιοδικό Κριτική (1959-1961). Μια δοκιμή πνευματικής παρέμβασης και ανανέωσης στον νεοελληνικό κριτικό λόγο, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ, 2000, σ. 41. Όπως γράφει ο Μπακογιάννης, οι δύο συντάκτες ταυτοποιήθηκαν μετά από σχετική υπόδειξη του ίδιου του Αναγνωστάκη.
[5] Στο φύλλο της 10ης Οκτωβρίου 1946 της Νέας Λαϊκής Φωνής το πρωτοσέλιδο άρθρο ανήκει στον Νίκο Ζαχαριάδη, που αναφέρεται στην «ένταση του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα».
[6] Όπως επισημαίνει ήδη από το 1937 ο Νικόλας Κάλας σε επιστολή του στο περιοδικό Νέα Φύλλα, βλ. Σωτήρης Τριβιζάς, Το σουρρεαλιστικό σκάνδαλο. Χρονικό της υποδοχής του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, Αθήνα, Καστανιώτης, 1996, σ. 52-53.
[7] Βλ. για παράδειγμα Πάνος Κ. Θασίτης, Τα δοκίμια (1959-1983), Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996, σ. 22-23.
[8] Παν. Μουλλάς, «Ο Αναγνωστάκης κριτικός», Τρία κείμενα για τον Αναγνωστάκη, Αθήνα, Στιγμή, 1998, σ. 66-67.
[9] Πλάγια την πρώτη φορά για να δηλωθεί η προέλευσή τους από τον λόγο του Α. Α., με θαυμαστικά αγανάκτησης την τελευταία (σ. 12, 17, 19).
[10] Ένα μόνο παράδειγμα: στο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα το 1943 ο Οδυσσέας Ελύτης έχει την ευκαιρία να υπερασπιστεί σε εκτενή άρθρα τον υπερρεαλισμό.
[11] Βλ. Λάμπρος Βαρελάς, «Οι “χαβάδες” της Μάτσης Ανδρέου: λίγα ακόμη για την πρώτη εμφάνιση της Μάτσης (Ανδρέου) Χατζηλαζάρου», Χάρτης, τχ. 45, Σεπ. 2022 (αφιέρωμα στη Μάτση Χατζηλαζάρου).
[12] Το άρθρο του Αυγέρη σχολιάζει ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, «Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι». Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, Αθήνα, Άγρα, 2021, σ. 162-163.
[13] Σε αυτό το άρθρο ο Αυγέρης είναι επιεικής με τους ξένους υπερρεαλιστές, που «εμπνέονται σήμερα από το πνεύμα του συναγερμού», «Η λογοτεχνία της Αντίστασης», Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 36, 8 Φεβρ. 1946, σ. 33, 35. Για τον πόλεμο που είχε κηρύξει ο Μάρκος Αυγέρης κατά του υπερρεαλισμού και του ελεύθερου στίχου, βλ. και Αλ. Αργυρίου, «Η Κριτική», Αντί, αφιέρωμα στον Αναγνωστάκη, τχ. 527-528, 30 Ιουλ. 1993, σ. 72.
[14] Η Οντέτ Βαρών-Βασάρ επισημαίνει τον τρόπο με τον οποίο το φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα, αρχισυντάκτης του οποίου υπήρξε ο Αναγνωστάκης, αντιμετώπισε τον υπερρεαλισμό σε σχέση με την περιρρέουσα χλευαστική στάση των κομμουνιστών διανοουμένων απέναντι στο κίνημα· σημειώνει επίσης ότι «ο Αναγνωστάκης τολμά να παρουσιάσει εγκωμιαστικά την Αμοργό», «Νεανικές αναζητήσεις στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής. Ο ΕΟΠ και το περιοδικό Ξεκίνημα», Μνήμων, τχ. 23, 2001, σ. 319-338: 333.
[15] Βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-2023), Ρούστικα, Όμιλος Φίλων του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, 2024, σ. 25-26.
[16] Για το κείμενο αυτό, βλ. Αθηνά Βογιατζόγλου, «Ο Τάκης Παπατσώνης και ο υπερρεαλισμός», Φρέαρ, τχ. 22-23, Ιούλ. 2018, σ. 315-325.
[17] Στο εισαγωγικό σημείωμα του άρθρου του ο Αναγνωστάκης υπενθυμίζει τη δημοσίευση, όχι και τον μεταφραστή (Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης).
[18] Επίσης, o στίχος «οι νύχτες εναλλάσσονται με νύχτες»(«Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους μου») ανακαλεί την αρχή του ποιήματος του Ελυάρ: «όπως μια νύχτα που θ’ ακολούθαγε άλλη νύχτα».
[19] Paul Éluard, «Το γαλλικό πνεύμα στον πόλεμο» (μτφρ. Γ. Βαλέτας), Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 34, 4 Ιαν. 1946, σ. 16.
[20] Paul Éluard, «Διανόηση και Αντίσταση», Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 44, 1 Ιουν. 1946, σ. 153-154.
[21] Κωνσταντίνος Γ. Κασίνης, «Η ελληνική ταυτότητα της ισπανικής λογοτεχνίας», Ανταποκρίσεις. Η ελληνική ταυτότητα της ξένης λογοτεχνίας, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, 2022, σ. 244.
[22] Αγάπη που τον οδήγησε στη μετάφραση έξι ποιημάτων του Γάλλου ποιητή, βλ. Μαρίνα Αρετάκη, «Αναγνωστάκης και Απολλιναίρ» (υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Συνεδρίου Μανόλης Αναγνωστάκης – Δρόμοι παλιοί που αγάπησα της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, 7-9 Νοεμβρίου 2025).
[23] Βλ. Κασίνης, ό.π.
[24] Δημήτρης Δασκαλόπουλος-Μαρία Στασινοπούλου, «Μανόλης Αναγνωστάκης. Σχήμα βίου και έργου», Εντευκτήριο, τχ. 71, αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη, Δεκ. 2005, σ. 9-25: 14.
[25] ΚΚΕ/Επιτροπή Διαφώτισης, «Διορθώσεις για την υπό έκδοση μελέτη της Μέλπως Αξιώτη “Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας”», σ. 2 (ΑΣΚΙ). Βλ. και Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955. Μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 111.
[26] Μέλπω Αξιώτη, Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας και άλλα κείμενα, Άπαντα, τόμ. ΣΤ΄, Αθήνα, Κέδρος, 1983, σ. 152· βλ. και Μαρία Κακαβούλια, «Η ζωή και το έργο της», στο Μέλπω Αξιώτη, Η Κάδμω, Αθήνα, Κέδρος, 2015, σ. 176-177.
[27] «Εισαγωγή», Αντιδογματικά, ό.π., σ. 9. Βλ. και τα όσα υποστηρίζει ο Σπύρος Τσακνιάς: «όσοι παρακολούθησαν την πορεία του ξέρουν πως ο Αναγνωστάκης δεν έχει το πάθος της πολεμικής, δεν ανήκει σε εκείνη την κατηγορία που την τρέφει ο καταλυτικός αρνητισμός. Έχει απλώς το θάρρος να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, και η μαχητικότητά του δεν αντλεί την αιχμηρότητά της από τη δυσπιστία ή την κακοπιστία, αλλά από την πίστη σε ορισμένες αξίες», «“Το θέμα είναι τώρα τι λες”», Αντί, ό.π., σ. 34.
[28] «Εισαγωγή», Αντιδογματικά, ό.π., σ. 9.
[29] Ο χαρακτηρισμός του Παναγιώτη Μουλλά, ό.π., 62.
[30] Ο Μπακογιάννης διαπιστώνει ότι το πρώιμο αυτό κείμενο αποτελεί «το πρώτο, ίσως, σημαντικό και οξυδερκές κείμενο παρέμβασής του», ό.π., σ. 41.
[31] «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης συνομιλεί με τον Γιώργο Ζεβελάκη για τη νεωτερική ποίηση», Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί. Ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης και ένα ηχητικό ντοκουμέντο, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2019, σ. 19.
[32] Μανόλης Αναγνωστάκης, Το Περιθώριο ’68-’69, Αθήνα, Νεφέλη, 2000, σ. 9, 17.

