Ως γνωστόν, με κάτι μικρές οικονομίες μου τύπωσα την πρώτη ποιητική μου συλλογή υπό τον τίτλο Έβδομη συμφωνία το 1968, σε λίγα αντίτυπα εκτός εμπορίου, στον πολύγραφο, βάζοντας όμως στο οπισθόφυλλο κάποια στοιχεία μου (τόπος γέννησης, ημερομηνία-χρονολογία), καθότι οι συνταγματάρχες είχαν κακό προηγούμενο με τον πολύγραφο. Τότε γνώρισα τον Στέφανο Μπεκατώρο, ο οποίος είχε μια κάποια σχέση με τον τυπογράφο, και γίναμε φίλοι. Αμέσως, την ίδια ακριβώς περίοδο, γνώρισα και τον Αναστάση Βιστωνίτη. Τις ίδιες εκείνες μέρες διάβασα σε μια εφημερίδα ένα κείμενο για τον Τάκη Σπηλιάκο και τις εκδηλώσεις που διοργάνωνε στη μπουάτ «Χαγιάτι», της οδού Τσακάλωφ, στο Κολωνάκι. Τον έψαξα στο τηλέφωνο και με κάλεσε στο σπίτι του, στην πλατεία Αμερικής. Πήγα και αμέσως, σε μια εβδομάδα, μου έκανε και εμένα εκδήλωση, μια Κυριακή απόγευμα, στον ίδιο χώρο. Εκεί γνώρισα τον Αλέκο Φλωράκη καθώς και τον Πάνο Καπώνη. Ο Φλωράκης, μάλιστα, μετά τη σύντομη αλλά ευθύβολη «βιβλιοπαρουσίαση» της συλλογής μου από τον Σπηλιάκο στο τεύχος 1 (και μοναδικό) του περιοδικού του Κιβωτός της τέχνης, μου έκανε και την πρώτη εκτεταμένη κριτική στο περιοδικό Νέα σύνορα του Βαλασκαντζή, ενώ ο Καπώνης μου γνώρισε ένα απόγευμα στο σπίτι του τον Λευτέρη Πούλιο. Στο ίδιο σχεδόν διάστημα, λιγάκι πιο μετά, γνωρίστηκα στον δρόμο, στην οδό Σόλωνος, κοντά στη Νομική, με τον Γιάννη Κοντό και με τον Θανάση Θ. Νιάρχο, οι οποίοι ήταν φορτωμένοι με κάτι σανίδες, καθότι άνοιγαν κάποια μέτρα παραπάνω το θρυλικό πια σήμερα βιβλιοπωλείο τους «Ηνίοχος». Μια άλλη μέρα, το 1971, πηγαίνοντας στο «Πνευματικό-καλλιτεχνικό κέντρο “Ώρα”» για να αγοράσω τον ετήσιο τόμο Χρονικό, γνώρισα και δέθηκα στενά, μέχρι το τέλος της ζωής του, με τον καλόψυχο και βαθύτατα ευγενή άνθρωπο, τον Ασαντούρ Μπαχαριάν, τη γυναίκα του Χριστίνα και την αφοσιωμένη βοηθό τους Νίτσα Αλλαμάνου. Εκεί γνώρισα και τον Δημήτρη Ιατρόπουλο, που εργαζόταν μαζί με άλλους στη σύνθεση του Χρονικού και ο οποίος, χωρίς μάλιστα να του το ζητήσω, με κάλεσε να του δώσω ποιήματα ανέκδοτα, και έτσι με συμπεριέλαβε στην Αντιανθολογία του.
Σχεδόν κοντά στη γειτονιά μου, επίσης, γνώρισα τον Κώστα Μαυρουδή, με τον οποίο μας σύστησε μια κοινή μας φίλη, συμμαθήτριά μου στο «Φροντιστήριο Τζουγανάτου», και από τότε μέχρι που άλλαξε γειτονιά πηγαίναμε (ή συναντιόμασταν) σχεδόν κάθε βράδυ σε ένα σουβλατζίδικο της Αγίου Μελετίου, που το είχε ένας ακούραστος άνθρωπος που τον έλεγαν Μενέλαο και έτσι είχε ονομάσει και το μαγαζί του. Στο φροντιστήριο του Τζουγανάτου, ξέχασα να πω, στην ίδια τάξη και στο ίδιο θρανίο, καθόμουν με τον Γιώργο Θ. Θεοχάρη, όπου γράφαμε ποιήματα στα κρυφά, ενώ τον Αντώνη Φωστιέρη τον γνώρισα όντας ακόμη μαθητής της Β΄ τάξης Λυκείου, σε μια εκδήλωση λογοτεχνική στην οδό Σίνα, τον Γιάννη Κακουλίδη στις εκδόσεις «Επικαιρότητα» και τον Μιχάλη Γκανά στη «Δωδώνη».
Στον «Ηνίοχο» (επανέρχομαι και πάλι σε αυτόν), πριν από όσους άλλους, γνώρισα τον Δημήτρη Ποταμίτη και τον Βασίλη Στεριάδη με τον οποίο, μάλιστα, μας ένωνε και η λατρεία μας προς το ποδόσφαιρο, ενώ ένα απόγευμα γνώρισα τον Λεωνίδα Χρηστάκη, ο οποίος πήρε από τα χέρια μου αυθορμήτως τα χειρόγραφά μου της Κλεφτουριάς και σε διάστημα πολύ μικρό μου τα τύπωσε σε βιβλίο, στον «Κούρο» του. Ο τίτλος στην αρχή δεν είχε το Οχτώ και ένα εύκολα κομμάτια. Αυτό το σκέφτηκε και μου πρότεινε να το γράψω ο ίδιος ο Χρηστάκης, καθότι τα ποιήματα χωρίς τα πρώτα «οκτώ» (επτά για την ακρίβεια, διότι το όγδοο ήταν και αυτό στο τέλος του «επικίνδυνο»), χωρίς λοιπόν αυτά τα πρώτα οκτώ που προσθέσαμε, του φαίνονταν «ηχηρά» και φοβήθηκε μήπως είχαμε τίποτα «τρεχάματα». Γι’ αυτό και ενώ το είχαμε έτοιμο, στην αγορά το εμφανίσαμε πάνω ή αμέσως μετά τα γεγονότα της Νομικής, για να έχουν αλλού στραμμένη την προσοχή τους οι, για τα χρηστά μας ήθη, «αγρυπνούντες».
Πριν συμβούν όλα τα παραπάνω, το 1972 για την ακρίβεια, ο ίδιος ο Χρηστάκης, στο βιβλιοπωλείο «Ελπήνωρ» του Κώστα Μπόζου, στην οδό Χρήστου Μηλιώνη, έκανε μια εκδήλωση παρουσίασης της συλλογής Κατά Σαδδουκαίων, που είχε επανεκδώσει τον Δεκέμβρη του 1971 (παραμένοντας ανέκδοτα από το 1953 για λόγους που δεν είναι του παρόντος) ο Φίλιππος Βλάχος στα «Κείμενά» του, όπου, πέρα από τον Μιχάλη Κατσαρό, γνώρισα τον Γιώργο Χρονά μαζί με τη Βερονίκη Δαλακούρα. Βγάλαμε και φωτογραφία με τον Κατσαρό, την οποία όμως την έκοψε ο Χρηστάκης, ξεχώρισε εμένα και με έβαλε μόνο μου στο οπισθόφυλλο της Κλεφτουριάς. Αν προσέξει κάποιος, στον ώμο μου φαίνονται τα δάκτυλα του Κατσαρού.
Εδώ όμως, αφού επισημάνω ότι όλες οι προαναφερθείσες φιλίες προέκυψαν μέχρι και το τέλος του 1973, θα συνεχίσω με κάποιες άλλες ακόμα (μέχρι το τέλος του 1973 και αυτές), καθότι από εκεί και μετά, τον Ιούλιο του 1974, ελευθερωθήκαμε και ως εκ τούτου κυκλοφορούσαμε, δημοσιεύαμε, κάναμε εκδηλώσεις πιο άφοβαˑ θα συνεχίσω λοιπόν αναφερόμενος στις φιλίες μου με τους: Γιώργο Βέη (στην «Αίθουσα Τέχνης που διατηρούσε ο Λεωνίδας Χρηστάκης στην οδό Γιάννη Σταθά), Κώστα Γ. Παπαγεωργίου (μας σύστησε ο Στέφανος Μπεκατώρος), Γιώργο Κ. Καραβασίλη (στο «Καρότσι» του Κωστή Νικολάκη, στην οδό Χέυδεν), Μανόλη Πρατικάκη (μας έφερε σε επαφή ο συγχωριανός του και συμμαθητής μου στο Β΄ Λύκειο Αρρένων Γιάννης Μανωλιδάκης, καθηγητής της κιθάρας και μουσικολόγος σήμερα), Νίκο Μοσχοβάκο (μας έφερε σε επαφή ο Παπαγεωργίου), Γιάννη Πατίλη (στον «Ηνίοχο», ενώ είχα αγοράσει πολύ πιο πριν – και την αγαπούσα – τη συλλογή του Ο μικρός και το θηρίο από το βιβλιοπωλείο «Πατούχας», ενός καλλιεπούς ανθρώπου ονόματι Μανωλιτσάκης στην οδό Πατησίων, λίγο πιο πάνω από την οδό Αμερικής), την Έλενα Χουζούρη (στα γεγονότα της Νομικής), τον Χριστόφορο Λιοντάκη (στον διάδρομο του νοσοκομείου «Ερυθρός Σταυρός», όπου έχοντας πάει να δούμε δυο άσχετους μεταξύ τους ασθενείς φίλους μας, κάπου με είχε ξαναδεί και συναντηθήκαμε), τον Αλέξη Ζήρα (στο βιβλιοπωλείο «Αλόννησος» της οδού Σπύρου Τρικούπη 36) και θα σταματήσω για να αναφερθώ κάπως και στην ποίηση.
Έτσι, λοιπόν, η πρώτη συλλογή μου είναι εμφανέστατα επηρεασμένη από τους: Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο και Λόρκα. Η δεύτερη από τους: Πούλιο, Γκίνσμπεργκ, Φερλινγκέτι, Μαγιακόβσκι κ.λπ. κ.λπ. Η τρίτη, κυρίως, από τον Γκόρπα. Η τέταρτη –και πιο αγαπημένη μου–, οι Πυροτεχνουργοί, από πολλούς μα πάρα πολλούς Έλληνες της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, όπως και όλες οι επόμενες, μέχρι και σήμερα. Ποιητές τους οποίους γνώρισα και προσωπικά, με μάγεψαν και τους λάτρεψα και ωφελήθηκα καθοριστικά, όσον αφορά τα γραπτά και το ήθος μου, από τη συναναστροφή μου μαζί τους. Και λέω «από τη συναναστροφή μου μαζί τους», διότι όπως έχω πει και παλαιότερα, ο ποιητής τώρα πια δεν είναι παρά ένας άνθρωπος που συμμετέχει σε όλα, που ζει και βιώνει την ίδια καθημερινότητα με όλους τους άλλους συμπολίτες του. Αισιόδοξα; Όχι αισιόδοξα, θα υποστήριζα, διότι η φύση του ποιητή δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, αισιόδοξη. Άλλωστε, η ποίηση είναι μια τέχνη που περιγράφει πικρά πράγματα συνήθως και ο ποιητής δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, παρά ένα άτομο από τη φύση του ηττημένο. Διότι αν δεν ξεκινήσεις έχοντας συνειδητοποιήσει αυτή την ήττα απέναντι στη φθορά από την ώρα που γεννήθηκες, δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις αληθινά πράγματα. Γι’ αυτό και στην πλειοψηφία των ποιητών ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία που επήγασαν κατ’ ευθείαν από τα βιώματα του δημιουργού, συνήθως πικρά, εξασφαλίζοντας έτσι το χάρισμα στην ποίηση να γίνεται ένα τρυφερό μνημοσκόπιο, θανατηφόρο όσο και αυτά που για πάντα χάθηκαν και, στη θύμηση, όμορφα παραμένουν και, στην καρδιά, ήσυχα ενταφιασμένα.
Και μια και ανέφερα τη λέξη «μνημονοσκόπιο», θέλω να τονίσω ότι ο ρόλος της μνήμης είναι πολύτιμος στην ποίηση γιατί αυτή –η μνήμη δηλαδή– κρατάει μέσα μας ζωντανούς ανθρώπους αγαπημένους που ήδη έχουν πια φύγει. Θέλω να ξέρετε ότι προσωπικά πιστεύω πως η περιουσία των ανθρώπων αυτών δεν είναι άλλη από τη μνήμη μας. Γι’ αυτό και εγώ, όταν τους αποχαιρετούσα, την τελευταία εκείνη στιγμή του αποχωρισμού μας τους ορκίστηκα ότι όσο μπορώ δεν θα τους αφήσω ποτέ στον κόσμο ετούτο «ακτήμονες», ούτε για μια στιγμήˑ γιατί ο χρόνος τρέχει, με ταχύτητα φωτός τρέχει.
Γι’ αυτό και, τελειώνοντας, θα σας θυμίσω ένα μικρό, πλην όμως αριστουργηματικό ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη, από τη συλλογή του Ανακάλυψη:
Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς –η μητέρα είχε πονοκέφαλο, θυμάμαι,
και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο, τρόμαξα με
μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.
