Καρολίνα Ούνγκερ I
Το τραγούδι τελειώνει. Οι τελευταίοι φθόγγοι εκρήγνυνται στο βάθος της αίθουσας. Ο ιδρώτας της μηχανεύεται εξεζητημένες χημικές ενώσεις. Το δέρμα της ολόλευκο πλάι στο πρώτο βιολί και το πρώτο βιολί είναι το δέρμα της. Επάνω του κροταλίζουν ήχοι προϊστορικοί. Freude! Μεθοδεύεται αστρική σκόνη. Το στήθος της χοροπηδά. Τα πνευμόνια της, μια ηλιόλουστη μέρα στις Άλπεις. Freude! Το βιμπράτο περνά στο χειροκρότημα. Το παλιό βελούδο των καθισμάτων αναδίδει μια μυρωδιά ανάμεσα σε κάρδαμο και μπαρούτι. Πιο καλά: μπαρούτι από κάρδαμο. Το σανίδι κάτω απ’ τα πόδια της, οι ξυλόγλυπτες λεπτομέρειες στους τοίχους, σύσσωμα τα έγχορδα που την περικυκλώνουν, ξαναγίνονται δάση. Τα διασχίζει με την ατρόμητη χαρά αμαζόνας. Στον εξώστη, νυχτοπούλια κι αρπακτικά. Οι σκιές τους υφαίνουν μια άγρια κατάφαση. Freude! Στην πλατεία, οι πρώτοι χειροκροτητές σηκώνονται όρθιοι. Μέσα σε κλάσματα δευτερόλεπτων η ίδια άνωση παρασέρνει όλα τα ζωντανά πλάσματα που βρίσκονται μέσα στο θέατρο. (Μήπως όμως και στην πόλη;) Αναδύονται θεσπέσια σκιάχτρα, πανδαισία σωμάτων. Τα ποθεί όλα κι αισθάνεται βέβαιη για την αμοιβαιότητα του αισθήματος. Οξυγόνο είκοσι τεσσάρων καρατίων, φτάνει μέχρι τις πιο απόμακρες γωνιές του διαφράγματός της.Ολόκληρη η αίθουσα όμοια κι απαράλλαχτη με τη διεγερμένη στοματική κοιλότητα της κοντράλτο, στιλβώνει ξανά και ξανά το πολύτιμο μέταλλο –Freude! Alle Menschen werden Brüder Wo dein sanfter Flügel weilt. Σκύβει ελαφρά το κεφάλι. Στον φάρυγγά της ανεβαίνει αιφνίδια ένα γάργαρο γέλιο. Το συγκρατεί με δυσκολία. Δεν υποκλίνεται ακόμα. Χαρά! H απαλή φτερούγα σου / οι λεπτεπίλεπτοι σπασμοί στα μηνίγγια της / Freude! / ο χρωματιστός γρίφος στις φλέβες της, μια ευγενική υπενθύμιση / η στιγμή που σαρώνει τον χρόνο.
Aπό τις διεσταλμένες κόρες του Κλέμενς φον Μέττερνιχ στην πρώτη θέση μέχρι τις καλλιγραφικές σκιές στο βάθος του εξώστη, το πιο σκληρό αυτοάνοσο από καταβολής κόσμου, σαν ένα πελώριο γκλισσάντο, συγκατανεύει στη σπαρακτική ψευδαίσθηση: Χαρά! ʼΚει που αναπαύεται η απαλή φτερούγα σου, όλοι οι άνθρωποι γίνονται αδέρφια.
Καρολίνα Ούνγκερ II
Βαθιά υπόκλιση. Χειροκρότημα. Η Καρολίνα Ούνγκερ γυρνά ελαφρά το κεφάλι της προς το μέρος του. Γνωρίζει για τη σταδιακή κώφωση, είναι ενήμερη. Τον κοιτάζει. Στο ιδρωμένο του μέτωπο, φευγαλέες αντανακλάσεις της ορχήστρας. Πίσω από τα μισόκλειστα μάτια του ονειρεύεται τα μόνα, εντέλει, διαπιστευτήριά του: Βιολιά, βιόλες, κλαρινέτα, κόρνα, όμποε και τα ηλεκτροφόρα νήματα ανάμεσά τους. Φλάουτα, τρομπόνια, βιολοντσέλα, φαγκότα, οι χορωδοί, τα κοντραμπάσσα. Πυρακτωμένοι λαμπτήρες. Τρομπέτες, σαξόφωνα. Τα ανοιγμένα του χέρια, δυο δαιμόνιοι πάσσαλοι. Η απόλυτη χειρονομία. Η επίλυση της εξίσωσης. Το έργο τελείωσε και αυτός διευθύνει. Για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα. Ήχους αποδημητικούς διευθύνει. Το κατάφωτο τίποτα. Το ρίγος της μουσικής, χωρίς τη μουσική. Αιωρείται στον χώρο. Σαρκώνεται. Η Καρολίνα Ούνγκερ κάνει ν’ απλώσει το χέρι. Με τις άκρες των δαχτύλων της καταφέρνει να το αγγίξει. Με την παλάμη της. Μένει για λίγο εκεί, ακίνητη. Με την τέφρα της μελωδίας στο χέρι. Χειροκρότημα. Χειροκρότημα. Ολόκληρη η αίθουσα, ένας πολύχρωμος πίνακας που ζητωκραυγάζει. Από την πρώτη θέση των επισήμων μέχρι την τελευταία του εξώστη, ένα αφηνιασμένο κύμα σηκώνεται και σκάει ξανά και ξανά στην πλάτη του ημίθεου, που μένει να κοιτάζει για λίγο ακόμα την ορχήστρα. Ξανά και ξανά το κύμα. Και ο ημίθεος αγκυροβολημένος στα πνευστά και στα έγχορδα. Αυτός που έβαλε τα μικρά μαύρα σημάδια επάνω στο πεντάγραμμο, ούτε ακούει ούτε βλέπει το σημάδι που εκείνα άφησαν πάνω στο σώμα του κόσμου. Σαν άγαλμα στέκεται στο κέντρο της σκηνής. Μόνος συνήγορος της υπερούσιας άγνοιας. Χειροκροτήματα. Φωνές. Χειροκροτήματα. Χειροκροτήματα. Η Καρολίνα Ούνγκερ τείνει το σώμα της προς το μέρος του. Τον ακουμπά ελαφρά. Να γυρίσει. Να δει.
Καρολίνα Ούνγκερ III
Βλέπω στον ύπνο μου πως είμαι η Καρολίνα Ούνγκερ. Περπατώ σ’ έναν μεγάλο δρόμο. Πρέπει να συναντήσω έναν άνθρωπο. Ίσως μια μεγαλοφυΐα. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν. Πρέπει να συναντήσω αυτόν τον άνθρωπο και να τον βοηθήσω να δει. Βρέχει. Πρέπει να τον βοηθήσω να δει το σημάδι που έχει αφήσει το έργο του. Το έργο αυτό δεν είναι η Ενάτη Συμφωνία. Μπροστά μου ένας δρόμος πλατύς. Μια λεωφόρος. Κόσμος πολύς, ανοίγουν ομπρέλες. Ψωνίζουν. Αγοράζουνε κάστανα. Τους κοιτάζω με αγωνία στα πρόσωπα. Καθώς σκύβουν, μιλάνε στα τηλέφωνα, βγάζουνε τα γυαλιά και καθαρίζουν τους φακούς. Έξω από τις πολυκατοικίες, διαβάζω ξανά και ξανά τα ονόματα στα κουδούνια. Πέτρος Τσακαλάκης, Ιορδάνης Λένας ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ, Παύλος και Μαρία Στεφανή, Ηλίας Σιντορένκωφ, Προκόπης Δανόπουλος, Ειδικός Γαστρεντερολόγος. Αυτοκόλλητα. Κλειδαριές – Μάνος Σπυρίδης, Παραδίδονται μαθήματα αγγλικών – Ελευθερία Πάτση. Από κάτω γραμμένο με στυλό: ΠΟΥΤΑΝΑ. Απομνημονεύω επώνυμα μαζεύω τηλέφωνα, προσπαθώ να βρω μια άκρη. Η βροχή δυναμώνει. Παρατηρώ τον Αφρικανό πλανόδιο να μαζεύει βιαστικά τα ξύλινα αγαλματάκια που ʼν’ απλωμένα στο σεντόνι και τον λαχειοπώλη να μετρά τα ψιλά. Ανοίγω το βήμα. Βιάζομαι. Είμαι η Καρολίνα Ούνγκερ και πρέπει να βρω εκείνο τον άνθρωπο. Ξεκινά μια μικρή ανηφορίτσα. Για λίγο ερημιά, στους δρόμους κανείς. Ανεβαίνω μια σκάλα και προχωρώ. Απ’ τη γωνία του δρόμου με φωνάζει μια μάντισσα «να σε πω τη ζωή σου». Την προσπερνώ βιαστικά. Πρέπει να βοηθήσω έναν άνθρωπο να δει το σημάδι. Ακούγεται μουσική. Το σημάδι που έχει αφήσει το έργο του πάνω στο σώμα του κόσμου. Γυναικεία φωνή που σπαράζει, ένα παλιό ρεμπέτικο. Καθώς στρίβω βιαστικά στη γωνία, η βροχή κι ο ήχος του ακορντεόν με ακολουθούν. Μυρωδιά του καφέ. Ο ηλικιωμένος κύριος με το μπερεδάκι. Κομπολόι και ούζο. Αποτσίγαρα δίπλα στο τάβλι. Πίσω από μια υποτυπώδη μπάρα, νυχτοπούλια κι αρπακτικά. Του καφετζή γέλιο πνιχτό και πυκνό, καθώς χτυπάει το χέρι στο σανίδι. «Έχεις δίκιο, μπαγάσα! Δίκιο έχεις!» κουδουνίζουν στο στόμα του οι λέξεις και γελάει ξανά. Στο παλιό κουζινάκι μια άγρια κατάφαση. Σπρώχνω μια ξύλινη πόρτα και μπαίνω. Παραμέσα γελούν τα παιδιά. Και μαλώνουν. Στη γωνιά η γριά, πυρακτωμένος λαμπτήρας που καίει. Τυλίγει τ’ αμυγδαλωτά στη ζάχαρη. Τα περνά ένα ένα στον δίσκο. Σ’ άλλο δίσκο, στο πλάι, τα νερά. Τα σερβίρει. Σε μεγάλο τραπέζι τα ακουμπά, στην πίσω αυλή. Πρέπει να συναντήσω έναν άνθρωπο. Ίσως μια μεγαλοφυΐα, ποιος ξέρει. Στην υγειά σας, παιδιά, στην υγειά σου, γιαγιά. Πίνει ο Μάκης, πίνει η Νόρα, πίνει κι ο Κλέμενς φον Μέττερνιχ. Κοιτάνε τριγύρω, δοκιμάζουν γλυκό, απασχολούνε τα χέρια τους στο τραπέζι. Πού και πού ανοίγουν κουβέντα, την αφήνουν στη μέση. Φοράνε σορτσάκια, αθλητικά, φοράνε τις γόβες, κοστούμια, στα αυτιά ακουστικά, έχουν μαλλιά μακριά, κομμώσεις buzz cut, σκουλαρίκια στη μύτη, στο κεφάλι γυαλιά Ray Ban. Ένας έχει μακριά γενειάδα. Μιλάνε δυνατά, ψιθυρίζουν στο αυτί, μιλάνε στο τηλέφωνο. Μιλάνε σε γλώσσες πολλές και μιλάνε συνέχεια, τα μισά στ’ αγγλικά, δυναμώνουν τον ήχο, ζητάνε το wifi, χάνουν το σήμα, σβήνουν το bluetooth, ξανανάβουν το bluetooth, δοκιμάζουν το password, ξαναζητάνε το wifi, ανάβουν και σβήνουν την κάμερα. Στην υγειά σας, παιδιά, στην υγειά σου, γιαγιά. Στην υγειά της ομάδας, στην υγειά της Ελλάδας, στην υγειά της σοπράνο, στην υγειά της κοντράλτο, στην υγειά του παππού μας του Γιώργου, στην υγειά του συλλόγου, στην υγειά του Λευτέρη, της Αφροδίτης, του Φοίβου, του Ζαχαρία, στην υγειά της Εμμανουέλας και της μικρούλας μας της Μαρίας, στην υγειά της γαλαρίας και της μεγάλης μας απορίας, στην υγειά της θεότρελης Βικτωρίας μας, στην υγειά προπαντός της Αυτοκρατορίας μας, στην υγειά του καινούργιου μου αμόρε (τραγουδά «je ne regrette rien»), δεν θα ήθελα ακόμα ν’ ανακοινώσω ποιος είναι (αναφέρει μονάχα τ᾽ αρχικά του ονόματος), στην υγειά του αγαπημένου μας κόμματος, (αναφέρει το ζώδιο), στην υγειά του Υδροχόου, στην υγειά του Παπάζογλου, στην υγειά της Edith Piaf, «πάρτε κι άλλο χαλβά», «I had more than enough», στην υγειά του Βαγγέλη, στην υγειά σας, παιδιά, στην υγειά σας!
Ξημερώνει. Ήχοι από τη διπλανή οικοδομή διακόπτουν απότομα το φαγοπότι. Από τη χαραμάδα της κουρτίνας, αρχίζει να μπαίνει στο δωμάτιό μου απαλό φως. Ανοίγω το παράθυρο. Παρατηρώ την ελάχιστη κίνηση στους δρόμους. Τα πρώτα σημάδια στο σώμα του κόσμου. Freude!
⸙⸙⸙
Σημειώσεις
«Freude! Alle Menschen werden Brüder Wo dein sanfter Flügel weilt» (= Χαρά! ʼΚει που αναπαύεται η απαλή φτερούγα σου, όλοι οι άνθρωποι γίνονται αδέρφια).
Στίχοι από την Ωδή στη Χαρά, του Γερμανού ποιητή Friedrich Schiller, που εμφανίζονται μελοποιημένοι στο τελευταίο μέρος της 9ης Συμφωνίας του Μπετόβεν.

