Υπάρχουν πολλοί Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό, οι οποίοι διαπρέπουν με το συνθετικό τους έργο. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί τα περισσότερα κράτη επενδύουν στον πολιτισμό. Έτσι, τα πανεπιστήμια, οι μουσικές ακαδημίες και άλλοι φορείς διοργανώνουν συχνά συνέδρια, φεστιβάλ και συναυλίες δημιουργώντας τις προϋποθέσεις και τις ευκαιρίες στους δημιουργούς να συνθέσουν νέα έργα αλλά και να αναδείξουν τα ήδη υπάρχοντα. Γι’ αυτό έχουμε τη χαρά να βλέπουμε συμπατριώτες μας να διαπρέπουν και να κατέχουν σημαντικές θέσεις στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο στη χώρα μας. Στην Ελλάδα, αντίθετα, είναι εξαιρετικά περιορισμένες οι δυνατότητες και οι αφορμές που δίνονται στον Έλληνα δημιουργό για να παραγάγει έργο. Οι παραγγελίες από μεγάλους φορείς της χώρας μας είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, ενώ οι ορχήστρες σπάνια παίζουν σύγχρονα έργα εν γένει και κατά συνέπεια και ελληνικά. Αυτές οι συνθήκες φέρνουν τον Έλληνα συνθέτη σε μειονεκτική θέση έναντι των συναδέλφων του από το εξωτερικό και η θέση της ελληνικής μουσικής δημιουργίας στη διεθνή σκηνή δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να ήταν αν το κράτος είχε ανάμεσα στις προτεραιότητές του την ενδυνάμωση του Έλληνα δημιουργού και την προώθηση-ανάδειξη του έργου του. Θα ήθελα όμως, σ’ αυτό το σημείο, να εξάρω τη προσπάθεια που γίνεται από την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, η οποία στηρίζει την εγχώρια δημιουργία με τη θέσπιση διαγωνισμών σύνθεσης αλλά και τη διοργάνωση ειδικών θεματικών σε κύκλους συναυλιών, με απώτερο σκοπό να αναδειχθεί η σύγχρονη μουσική δημιουργία.
Θεωρώ αδύνατον να καταφέρει κάποιος συνθέτης να ζήσει μόνο από τη σύνθεση. Οι αναθέσεις έργων από μεγάλους φορείς, που είναι σε θέση να καλύψουν οικονομικά τους δημιουργούς, είναι ελάχιστες και στις υπόλοιπες περιπτώσεις σχεδόν ποτέ δεν προβλέπεται αμοιβή για τους συνθέτες. Έτσι, οι περισσότεροι στρέφονται προς τη διδασκαλία για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Αυτό, βέβαια, έχει αντίκτυπο στη συνθετική εργασία γιατί περιορίζεται και συρρικνώνεται ο χρόνος για γράψιμο.
Η ηλεκτρονική και η κλασική μουσική αντιπροσωπεύουν ένα ευρύ φάσμα μουσικής, με αντίθεση ως προς την ενορχήστρωση, την πολυπλοκότητά τους και συχνά το κοινό που τις ακούει. Μια διαφορά μεταξύ των δύο, η πιο εμφανής, είναι τα όργανα. Η ηλεκτρονική μουσική ή ηλεκτροακουστική ή ακουσματική μουσική, όπως συχνά αναφέρεται, χρησιμοποιεί ήχους που δημιουργούνται ψηφιακά μέσω της χρήσης προγραμμάτων και ταλαντωτών που δεν είναι οικεία στα αυτιά, για να δημιουργήσει έναν άλλο κοσμικό ήχο, πολύ αποτελεσματικό στην αποτύπωση ιδιαίτερων ηχοτοπίων . Η πολυπλοκότητα της ψηφιακής μουσικής χαρακτηρίζεται από το πόσο ο καλλιτέχνης είναι πρόθυμος να αναπτύξει τον ήχο. Αντίστοιχα, η κλασική μουσική χρησιμοποιεί φυσικά όργανα και η πολυπλοκότητά της έγκειται στη συνύπαρξη ρυθμικών, μελωδικών και αρμονικών συσχετισμών. Ήδη από τον προηγούμενο αιώνα σημειώθηκε μεγάλη άνοδος στις νέες τεχνολογίες. Σήμερα ο συνθέτης έχει τη δυνατότητα να οργανώσει τον ήχο του μέσα από μία τεράστια παλέτα που αποτελείται από φυσικά όργανα και ψηφιακά επεξεργασμένους ήχους. Η συνύπαρξη των δύο ειδών είναι, κατά τη γνώμη μου, η μελλοντική εξέλιξη στον χώρο της λόγιας μουσικής.
Θεωρώ τη μελοποίηση ποιημάτων και εν γένει κειμένων μία απαιτητική διαδικασία που πρέπει να την προσεγγίζει κανείς με μεγάλη προσοχή. Έχω έναν φυσικό ενδοιασμό μέσα μου όταν πρόκειται να αγγίξω το έργο ενός άλλου δημιουργού και δεν σας κρύβω ότι αποφεύγω να το κάνω. Νιώθω πάντα το χρέος να είναι η δική μου καλλιτεχνική οπτική κοντά σε αυτήν του ποιητή και δεν αισθάνομαι ελεύθερη να δημιουργήσω όπως θα έκανα σε ένα ολοκληρωτικά δικό μου έργο. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στις μελοποιήσεις που έχω κάνει μέχρι τώρα. Δεν συμμερίζομαι, απόλυτα, την άποψη που λέει ότι δημιουργείται ένα εξολοκλήρου νέο έργο τέχνης, γιατί θεωρώ κάθε καλλιτεχνικό δημιούργημα τέκνο του αρχικού δημιουργού. Τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα όταν ο ποιητής ή ο συγγραφέας είναι εν ζωή και μπορώ να συνδιαλεχτώ μαζί του και να ανταλλάξουμε απόψεις για το πού θα μπορούσε να οδηγηθεί ένα έργο. Ευτυχώς, υπάρχουν πάρα πολλοί δημιουργοί και δεν είναι καθόλου δύσκολο να βρει κάποιος υλικό για να εργαστεί με αυτό. Η έρευνα έχει να κάνει περισσότερο με το τι συνηχεί πιο βαθιά στην ψυχή σου, έτσι ώστε να μπορείς να εργαστείς με ειλικρίνεια και αφοσίωση.
Οι μορφές τέχνης που θεωρώ ότι συνδυάζονται καλύτερα με τη σύγχρονη μουσική είναι ο χορός και το θέατρο. Η σύγχρονη μουσική έχει την ιδιότητα να συντονίζεται με χορδές βαθιά κρυμμένες μέσα μας και να ανασύρει αισθήματα ή συναισθήματα που δύσκολα εκφράζονται από το συνειδητό μέρος του εαυτού μας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ο συνδυασμός της μουσικής με τον χορό ή/και το θέατρο μπορεί να επικοινωνήσει σε βαθύτερο επίπεδο το μήνυμα στον θεατή.
Η σύγχρονη μουσική στην Ελλάδα του 2022 θεωρώ ότι απευθύνεται, δυστυχώς, σε ένα πραγματικά πολύ μικρό κοινό. Αυτό, φυσικά έρχεται ως επακόλουθο της γενικότερης παραμέλησης που αφορά τα θέματα του πολιτισμού και το ανύπαρκτο, σχεδόν, ενδιαφέρον του κράτους για την παραγωγή νέου υλικού που θα αποτελέσει την μελλοντική παράδοση των επόμενων γενεών. Η έλλειψη παιδείας εν γένει και ειδικότερα στα θέματα πολιτισμού, αλλά και η εμμονή των κρατικών φορέων, εκπροσώπων του πολιτισμού, στη δημιουργία προγραμμάτων συναυλιών με έργα, κατά το μέγιστο μέρος, από την κλασική και ρομαντική περίοδο, φέρνει τη σύγχρονη μουσική και τους εκπροσώπους της στην απομόνωση. Χρέος μας βέβαια είναι, όσοι από εμάς έχουμε τη διπλή ιδιότητα, αυτήν του δημιουργού αλλά και του δασκάλου, να φέρουμε κοντά μας τη νέα γενιά και να μυήσουμε τους μαθητές μας στον αχαρτογράφητο, ακόμα, κόσμο της σύγχρονης μουσικής.
Αναμφίβολα, οι George Crumb, Edgard Varese, Olivier Messian, Toru Takemitsu, Krzysztof Penderecki, Kaija Saariaho, Sofia Gubaidulina, Arvo Part, George Ligeti, Iannis Xenakis, Charles Ives, είναι μόνο κάποια από τα ονόματα μίας μεγάλης λίστας σύγχρονων συνθετών που η ακρόαση και μελέτη των έργων τους χάραξε στα αυτιά μου ηχητικά μονοπάτια, στα οποία πειραματίζομαι και ψάχνω να βρω τα ίχνη με τα οποία θα χαράξω τα δικά μου. Η προσωπικότητα, όμως, που στάθηκε φάρος στην καλλιτεχνική μου αναζήτηση και στη διαμόρφωση της αισθητικής, όσον αφορά τη μουσική δημιουργία, είναι ο δάσκαλός μου στη σύνθεση ο Χρήστος Αναστασίου. Η πρωτοποριακή καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία, σε συνδυασμό με την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και την ευγένεια του πνεύματος που τον χαρακτηρίζει, τον καθιστά πολύτιμο οδηγό σε αυτό το πνευματικό ταξίδι που διανύω μέσω της τέχνης.
Δεν θεωρώ πως έχω κάποια συγκεκριμένη προτίμηση στα όργανα για τα οποία θα γράψω. Άλλωστε, οι λιγότερο συνηθισμένοι συνδυασμοί μας φέρνουν πολύ συχνά σε αναπάντεχα ενδιαφέροντα ηχοτοπία. Η ορχηστρική μουσική, βέβαια, με τη δυνατότητα όλων των διαφορετικών πιθανών ηχητικών συνδυασμών που προσφέρει, έχει μία μαγεία. Από την άλλη μεριά, όμως, η μουσική για σόλο όργανα ή συνδυασμούς λίγων οργάνων σε προτρέπει να εμβαθύνεις στην ψυχή κάθε οργάνου.
Ή, όπως λέει ο Charles Ives, στο Aναπάντητο Eρώτημα! Νομίζω πως τα περισσότερα έργα μου ξεκινούν με ένα ερώτημα και είμαι απόλυτα ευτυχής όταν εκεί, λίγο πριν το τέλος, έχουν βρει την απάντησή τους. Αν και κάθε έργο καταπιάνεται συχνά με διαφορετικά ζητήματα, το σίγουρο είναι ότι καταλήγει σε ένα κοινό στοιχείο κάθε φορά, αυτό που έχει να κάνει με τον προορισμό μας. Κάθε ταξίδι είναι μία αναζήτηση και ολοκληρώνεται με την έλευση στον τόπο όπου κατοικεί ο ιερός μας εαυτός. Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι όλα τα ερωτήματα και όλες οι απαντήσεις είναι μία… το αναπάντητο ερώτημα… το αιώνιο ερώτημα της ύπαρξης!
Αθήνα, 15.7.2022
⸙⸙⸙
Ενδεικτικά έργα:
