Track#63 / Ο Συγγραφέας, όταν ήταν μικρός, ήθελε, όταν μεγαλώσει, να γίνει ο Joe Morello. Όταν μεγάλωσε πια, διολίσθησε στο να γίνει ο Keith Moon. Κάπως έτσι μπορεί να συνοψιστεί η (ίσως και όχι τόσο ολέθρια όσο θρυλείται) διαδρομή του στα λεγόμενα Γράμματα.
Track#64 / Οὐ παντός πλεῖν ἐς Κόρινθον / Του καθενός δεν είναι να γεύεται το μέλι στην Κυψέλη.
Track#65 / Η πρώτη προσευχή,μικρός ήταν, έξι ετών, που θυμάται ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος: στην Κομοτηνή, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του (τότε λοχαγός Πυροβολικού), όρθιος μπροστά στο ραδιόφωνο μάρκας Phillips, μοντέλο Minor B4CA17A, έτος κατασκευής 1962, από όπου ακουγόταν η Ακολουθία της Αναστάσεως, Μεγάλο Σάββατο, 9 Απριλίου του έτους 1966, παραμονή των έκτων γενεθλίων του, ο Συγγραφέας, με λαμπάδα αναμμένη, αναμένει βουρκωμένος την επιστροφή των γονέων του από την κοντινή στο ενδιαίτημά τους εκκλησία, άρρωστος με παρωτίτιδα. Προ ολίγου είχε ζωγραφίσει με ξυλομπογιές έναν ιχθύ και είχε συνθέσει ένα ποίημα, παιδικό ασφαλώς, με το οποίο, εν είδει προσευχής, ξόρκιζε κάθε κακό και ευχόταν να είναι πάντα καλά οι οικείοι του. Πενήντα οχτώ χρόνια μετά, υπό την παρώθηση της λεγόμενης μεταμοντέρνας Βεατρίκης του, ή/και προσώρας Μαρίας, την Ανάσταση του έτους 2024, την 5η Μαΐου, ύστερα από το, κατά τα ειωθότα, γλέντι, ο Συγγραφέας έπιασε να διαβάζει δοκίμια της ποιήτριας που ήταν η αγαπημένη τους (του ιδίου και της προσώρας Μαρίας) εκείνη τη χρονιά, και έμελλε να υπογραμμίσει συγκινημένος τη φράση: the “I” here is the author of a prayer that seems remarkably poignant / εδώ το «εγώ» είναι ο συγγραφέας μιας προσευχής που μοιάζει ιδιαζόντως σπαραχτική [Louise Glück / Αποδείξεις και Θεωρίες, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Στερέωμα, σ. 58].
Track#66 / Η τελευταία προσευχή, προχωμένης ηλικίας πλέον, με άσπρα πια μαλλιά, που κατέγραψε ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος — μάλλον, την αντέγραψε, για να είμαστε ακριβείς, και επί ημέρες τεσσαράκοντα, όλη τη Μεγάλη Σαρακοστή του έτους 2024, ήτοι από τις 18 Μαρτίου και έως τις 5 Μαΐου, την απήγγειλε καθ’ εκάστην, με το πρώτο φως, νηστεύοντας από πάθη, όπως η ψυχή του Αγιονικοκαρούζου, όλο εκείνο το χρονικό διάστημα: ΓΙΑ ΣΕΝΑ / Δεν είναι το μόνο ποίημα — ίσως κοιμάσαι τώρα / σε σύννεφο από μάλλινα όνειρα — που γράφω για σένα. / Για σένα, θριαμβευτική, χαμογελαστή, υπέροχη, / αλλά και για σένα, λυπημένη και ηττημένη // (αν και ποτέ δεν κατάλαβα / ποιος θα μπορούσε να σε νικήσει!), / για σένα, δύσπιστη και ανήσυχη, / γράφω το ένα ποίημα μετά το άλλο, // λες και θα ήθελα μια μέρα — όπως η χελώνα / — να φτάσω, μέσω ατελών λέξεων / και εικόνων, στο μέρος όπου βρίσκεσαι εδώ και καιρό, / εκεί όπου η αστραπή της ζωής σ’ έχει εναποθέσει [Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι / Στην ομορφιά που δημιουργούν οι άλλοι, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Πατάκη].
Track#67 / Ο επιστήθιος φίλος του Συγγραφέα του Μυθιστορήματος, ο ΓΙΜ, μου μίλησε εμπιστευτικά για το Εικονοστάσιο που διατηρούσε επί πολύ καιρό (ενδεχομένως το διατηρεί ακόμη) ο Συγγραφέας στο μαύρο ξύλινο γραφείο του —το οποίο του είχε δωρίσει η Μαρίνα Δ., μετά τον αδόκητο θάνατο του Νικόλα Τρ., συζύγου της, και επίσης επιστήθιου φίλου τόσο του Συγγραφέα όσο και του ΓΙΜ —, ένα λιτό Εικονοστάσιο, για την καθημερινή προσευχή του Συγγραφέα. Επρόκειτο για μια μικρή μπρούντζινη κορνίζα (διαστάσεις: 14Χ10 εκατοστά) με τη φωτογραφία του Guy Debord σε ηλικία 20 ετών, όπως είχε δημοσιευτεί το 1952 στη λεττριστική επιθεώρηση Ion· στη βάση της κορνίζας, μια κονκάρδα με το έργο Directive numéro 4 [Abolition du travail aliené, Ιούνιος 1963] και μια γυάλινη γλαύκα μινιατούρα· στα αριστερά της, ένας αναπτήρας Zippo Brass G 16· στα δεξιά μια πλαστική καμηλοπάρδαλη ύψους 16 εκατοστών, ένας αναπτήρας Bic REC (ανεκτίμητο δώρο από την μεταμοντέρνα Βεατρίκη) και ένα μπρελόκ με γλαύκα μεταλλική (αγορασμένο από το Deutsche Buchhandlung, Σταδίου 10 / Ομήρου 4, εντός στοάς Λεμού)· μπροστά από την κορνίζα μια μεταλλική θήκη με την πένα Kaweco ART Sport Hickory Brown· το ρολόι Omega Seamaster reference 2849-1SC, το οποίο αγόρασε ο πατέρας του Συγγραφέα την ημέρα γεννήσεως του Συγγραφέα (10 Απριλίου 1960) και του το δώρισε στα δωδέκατα γενέθλιά του (λειτουργεί ακόμη περίφημα)· δύο χρυσά δαχτυλίδια (το ένα με το μονόγραμμα ΙΜ, το άλλο με ρουμπίνι — επίσης δώρα του πατέρα του Συγγραφέα)· τέλος, μία μεταλλική ταμπακιέρα κι ακόμα ένας αναπτήρας Zippo (Silver Plate J XVI).
Track#68 / Ιδρυτική Συνθήκη της Συγγραφής του Μυθιστορήματος, 5 (προσευχή): Μ’ αρέσει η προσευχή, αυτό το κέντημα του χρόνου που καταφέρνει ώστε ο χρόνος που γεννάει το θάνατό μας να παύει να είναι ο εχθρός και να πλημμυρίζει την καρδιά μας η αγάπη για να μη στεγνώσουμε. Αχ, πρέπει ν’ αγαπάμε, να ποτίσουμε τις πέτρες κεντώντας τον χρόνο, να μεταβάλουμε τα πάθη μας σαν ακροβάτες της πίστεως / Συμεών Γρηγοριάτης [συνομιλώντας με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, το 1986].
Track#69 / Ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, τέλη Νοεμβρίου του έτους 2023, αναδυόμενος από ένα ηδύτατο ενύπνιο και βλέποντας δίπλα του κοιμωμένη την μεταμοντέρνα Βεατρίκη,της δώρισε νοερά, έστω ψιθυριστά, μια προσευχή, από άλλον γραμμένη [και δη τον James Douglas Morrison] αλλά τόσο μα τόσο ταιριαστή μ’ εκείνη τη στιγμή, μισός στο ενύπνιο μισός στην πραγματικότητα — Ξύπνα, έλεγε η προσευχή, Awake, έλεγε, Τίναξε τα όνειρα απ’ τα μαλλιά σου / Ανέμελο γλυκό μου παιδί, Shake dreams from your hair My pretty child, my sweet one, έλεγε η προσευχή· τη μέρα διάλεξε και της μέρας σου το σύμβολο, Choose the day and choose the sign of your day, έλεγε η προσευχή· της μέρας σου η ιερότητα το πρώτο που θα δεις να είναι, The day’s divinity First thing you see, έλεγε η προσευχή· μια αχανής ακρογιαλιά μ’ ένα όμορφο φεγγάρι όλο πετράδια στραφταλιστά, A vast radiant beach in a cool jeweled moon, έλεγε η προσευχή· ζευγάρια γυμνά να κατηφορίζουν στη γαλήνια πλαγιά, Couples naked race down by it’s quiet side, έλεγε η προσευχή· κι εμείς να γελάμε σαν λιόχαρα, γλυκά, τρελά παιδιά, And we laugh like soft, mad children, έλεγε η προσευχή· αγέρωχα παιδιά μες στα σαν μπαμπάκι της παιδικής μας ηλικίας μυαλά, Smug in the wooly cotton brains of infancy, έλεγε η προσευχή· μουσική και φωνές γιορταστικές ολόγυρά μας, The music and voices are all around us, έλεγε η προσευχή· διάλεξε, διάλεξε, να σιγοτραγουδάνε οι Παλαιοί των Ημερών, Choose they croon the Ancient Ones, έλεγε η προσευχή· ήγγικεν πάλι η ώρα, ήγγικεν, ήγγικεν, The time has come again, έλεγε η προσευχή· διάλεξε τώρα, να σιγοτραγουδάνε, Choose now, they croon, έλεγε η προσευχή· κάτω από το φεγγάρι δίπλα στη λίμνη την αρχαία, Beneath the moon Beside an ancient lake, έλεγε η προσευχή· μπες πάλι στο δάσος το ηδύ, Enter again the sweet forest, έλεγε η προσευχή· μπες στ’ όνειρο το καυτό κι έλα μαζί μας, Enter the hot dream Come with us, έλεγε η προσευχή· όλα έχουν διασπαστεί κι όλα χορεύουν, Everything is broken up and dances, η προσευχή.

