Ότι η εμπειρία της επτάχρονης δικτατορίας και φυσικά η εξέγερση του Πολυτεχνείου υπήρξαν εκείνα τα γεγονότα της νεότητάς μας που σφράγισαν τη μνήμη της γενιάς μου είναι βέβαια το απολύτως προφανές. Ότι επίσης η σταθερή παρακμή των συλλογικών δεσμών, ο ευτελισμός της πολιτικής και η διολίσθηση της χώρας στην αποκοπή από τους ίδιους της τους πόρους, φυσικούς και πολιτιστικούς, που ακολούθησε με απίστευτη σταθερότητα από τη μεταπολίτευση ως τώρα, άσκησε και ασκεί σφοδρή πίεση πάνω στην εσωτερική μας ζωή, επομένως και στην τέχνη που κατά δύναμιν υπηρετούμε, είναι επίσης, θαρρώ, ολοφάνερο. Από κει και ύστερα, όσο τουλάχιστον με αφορά, είχα ανέκαθεν πανίσχυρη κλίση προς την απομόνωση, γι’ αυτό δύσκολα θα μπορούσα να μιλήσω για επιδραστικές συντροφιές και ενθουσιώδη βίο ανταλλαγής ζωτικών παθών με ομοτέχνους, που θα μπορούσαν να με «πελεκήσουν» κάπως, αφού πάντα ένιωθα δέσμια ενός έμφυτου … «μονοφυσιτισμού», ήμουν μέσα μου ένα ξύλο απελέκητο, με ισχυρή δυσανεξία στη συντροφιά των ανθρώπων.
Κι όμως. Στη δουλειά μου άλλαζαν όλα. Χρωστάω τα πάντα στα παιδιά. Μέσα στα σχολεία που δούλεψα ανακάλυψα ένα άτομο παραγωγικό και ακούραστο που διδασκόταν και δίδασκε με την πιο αφειδώλευτη άνεση. Η δουλειά μου στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση ήταν η πιο βαθιά μου ελευθερία, εκείνο που με έκανε εφευρετική, υπομονετική και πείσμονα. Όταν επέστρεφα στα χαρτιά μου, έκλεινα πάλι ερμητικά τα παράθυρα. Χρειάστηκε να φορτωθώ αρκετές δεκαετίες, για να αντιμετωπίσω τον συγχρωτισμό με μεγαλύτερη φυσικότητα. Καθώς μάλιστα αγαπούσα να κάνω θέατρο με τα παιδιά (και στη συνέχεια και με ενήλικες) –ερασιτεχνικά πάντα και χωρίς καμιά άλλη φιλοδοξία εκτός από τη διευκόλυνση της μύησης και άλλων στη μαγεία της μεταμόρφωσης– τα θεατρικά διαβάσματα, η επίμονη παρακολούθηση του θεάτρου άσκησαν, νομίζω, αποφασιστική επιρροή και στη γραφή μου, ίσως μεγαλύτερη από τα καθαρώς ποιητικά μου διαβάσματα. Οδηγήθηκα να αγαπώ τη συνοπτική αφήγηση «ιστοριών», την εικόνα, τη θέαση, τη σκηνοθεσία στο ποίημα, την τάση να συντελείται κάτι μέσα στην πρώτη ανάγνωση του ποιήματος.
Ένα είναι βέβαιο: Η εποχή μάς περιέχει και την περιέχουμε, κάνει πάντα αποφασιστικά τη διαδρομή της μέσα από μας, με κλειστά ή ανοιχτά τα παράθυρά μας.

