© Ζωγραφική: Νίκος Μόσχος

Νίκος Μόσχος

Κοινωνοί μιας παγκόσμιας κουλτούρας

α. Πώς μπήκατε στη ζωγραφική, ποιες ήταν οι αφορμές, οι δάσκαλοι, οι επιρροές, πώς θα χαρακτηρίζατε τη δουλειά σας από άποψη θεματικών/υλικών/τεχνικής;

Η επαφή μου με τη ζωγραφική ξεκινάει από πολύ νωρίς χάρη στον πατέρα μου, Τάκη Μόσχο, ο οποίος είναι ζωγράφος, αγιογράφος και συντηρητής έργων τέχνης. Οι μυρωδιές του εργαστηρίου, τα χρώματα, τα μολύβια, οι καμβάδες ήταν αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινότητας μου, ενώ όλα αυτά πλαισιώνονταν από μια μεγάλη βιβλιοθήκη με κάθε λογής βιβλία από τον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας.

Μέσα σε αυτά θυμάμαι από νωρίς τον εαυτό μου να «σκανάρει», στην κυριολεξία, έργα από κάθε εποχή, αλλά κυρίως αυτά που είχαν πυκνές συνθέσεις, από τον Masaccio, τον Tintoretto και τον Bosch μέχρι τον Siqueiros και τον Leger. O θαυμασμός με οδήγησε στην προσπάθεια αντιγραφής (πάνω σε χαρτί) αρκετών από τα έργα, τα οποία, πιστεύω, διαμόρφωσαν σταδιακά τις μεταγενέστερες αισθητικές μου προτιμήσεις πάνω σε μια ζωγραφική, έντονα κινητική, κινηματογραφική σε αντίληψη και ταυτόχρονα αινιγματική. Εκ των υστέρων υποψιάζομαι ότι ίσως η προτίμηση προς τα έργα του Tintoretto ή του Bosch να οφειλόταν και στην έντονη αφηγηματικότητά τους και όντας λάτρης των κόμικς, να τα ταύτιζα με κάποιον τρόπο στην παιδική μου αντίληψη.

Κατά την περίοδο της σχολής, η επαφή με τους συμφοιτητές και τους δασκάλους μου επαναπροσδιόρισε την αντιληπτικότητά μου κυρίως στην ικανότητα διαχείρισης αλλά και αποκωδικοποίησης των εκφραστικών μέσων. Ό,τι γνώριζα μέχρι τότε επαναπροσδιοριζόταν. Το κάθε σημάδι πάνω στο έργο, ο τρόπος με τον οποίο απλωνόταν το χρώμα κ.λπ. αποκτούσε άλλη βαρύτητα. Αυτό με έκανε ζωγραφικά πιο εσωστρεφή και οδηγήθηκα σε πιο λιτές συνθέσεις, αμφιβάλλοντας διαρκώς για τον εαυτό μου.

Με το πέρας των φοιτητικών χρόνων, οι συνθέσεις μου άρχισαν να γίνονται πιο πυκνοκατοικημένες, ενώ παράλληλα εγκατέλειψα εντελώς τα χρώματα λαδιού και έκτοτε δουλεύω με ακρυλικά χρώματα που είχα οικειοποιηθεί σε έναν βαθμό μέσω του πατέρα μου. Ο Tintoretto, o Bacon, οι καλλιτέχνες της Νέας Αντικειμενικότητας, αλλά και ο Tarkovsky, μου έδωσαν τη συγκεκριμένη περίοδο αρκετή τροφή για σκέψη και πολύτιμα εφόδια για την συνέχεια.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, πιο συγκεκριμένα, ο κεντρικός άξονας της δουλειάς μου είναι η διαρκής μετάβαση, η ανασύσταση της ύλης, των εννοιών και κατ’ επέκταση της ίδιας της ψυχοσύνθεσης. Η θεματική αυτή αναπτύσσεται μέσα από επί μέρους θεματικές-αφορμές που έχουν απασχολήσει πληθώρα καλλιτεχνών εδώ και αιώνες. Τα έργα αυτά στοιχειοθετούνται από αναγνωρίσιμα και αφηρημένα στοιχεία δημιουργώντας, επί της ουσίας, οπτικές αλληγορίες τοποθετημένες σε ένα ευρύτερα σύγχρονο αφήγημα που στη βάση του έχει την προσπάθεια προσαρμογής σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση.

β. Πώς βλέπετε τη σημερινή ζωγραφική στην Ελλάδα και στον κόσμο; Ποιες τάσεις διακρίνετε;

Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στα έργα που παράγονται ανά τον κόσμο μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κοινές εκφραστικές συγγένειες ανεξάρτητα από τις γεωγραφικές συντεταγμένες που βρίσκονται οι καλλιτέχνες που τα έφτιαξαν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, θα δει παντού συγκεκριμένες κατηγορίες σε κάθε εκφραστικό μέσο. Αυτό, χωρίς αμφιβολία, οφείλεται στη δύναμη του διαδικτύου που, κατά μία έννοια, συρρίκνωσε τον παγκόσμιο χάρτη.
Τα ζητήματα εθνικής ταυτότητας έχουν παρασυρθεί από τον χείμαρρο της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και είτε εντοπίζονται ως επιφανειακά χαρακτηριστικά ενός έργου είτε έχουν εξαλειφθεί ολότελα. Και είναι λογικό και επόμενο, καθώς τα ερεθίσματα που δεχόμαστε όλοι είναι κοινά στο μεγαλύτερό τους ποσοστό. Και αν δεν είναι αυτά καθαυτά, είναι ο τρόπος λήψης τους. Η ταχύτητα στην εξέλιξη των γεγονότων και η αφομοίωσή τους.

Η ταυτόχρονη ενημέρωση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη μάς έχει μετατρέψει σε κοινωνούς μιας παγκόσμιας κουλτούρας, παρά τις όποιες αντιρρήσεις που μπορεί κάποιοι να προβάλλουν.

Στην Ελλάδα οι ζωγράφοι, κυρίως νεότερων γενεών, ακολουθούν σε ένα μεγάλο ποσοστό τα παγκόσμια ρεύματα σε κάθε τους έκφανση. Από τη ρεαλιστική αναπαράσταση ως τον εξπρεσιονισμό και την ανεικονική τέχνη, οι κατηγοριοποιήσεις μπορεί να φαίνονται ίδιες με αυτές του παρελθόντος , παρ’ όλα αυτά κουβαλάνε χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής που διανύουμε. Είναι όλες σε κάποιο βαθμό βουτηγμένες στην κολυμπήθρα του μεταμοντέρνου πολιτισμού που δεν διστάζει μπροστά και στους πιο ετερόκλητους συνδυασμούς. Άλλωστε, στην εποχή της υπερπληροφόρησης κάθε μορφή τέχνης μοιάζει με ρευστή ύλη που μπορεί να ανακατευθεί με τα πάντα.

Μοιραία όλες αυτές οι τυπολογικές θεάσεις της τέχνης (και του κόσμου εν γένει) γνώριζαν και συνεχίζουν να έρχονται αντιμέτωπες με αντιδράσεις ποικίλων εντάσεων, κυρίως από αυτούς που υπερασπίζονται τις παραδοσιακές αξίες της ζωγραφικής, καθώς επίσης και από αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους συνεχιστές της παράδοσης και δραστηριοποιούνται μέσα από συγκεκριμένους και απαρέγκλιτους εθνολογικούς και πολιτισμικούς κανόνες. Θα ήθελα κλείνοντας να συμπληρώσω ότι, όπως συνήθως συμβαίνει, στην πεδιάδα ανάμεσα στις ακραίες τάσεις υπάρχουν καλλιτέχνες που, στοχεύοντας στο προσωπικό τους όραμα, κρατάνε τα απαραίτητα εφόδια του παρελθόντος στις σύγχρονες αναζητήσεις τους και εξελίσσονται αγνοώντας τους αφύσικους ρυθμούς που επιβάλλει η μαζική κουλτούρα.

γ. Υπάρχει εικαστική κριτική στη χώρα μας; Και ευρύτερα: διαπαιδαγωγείται ο νέος Έλληνας στην τέχνη, σ’ έναν τρόπο να αγαπάει το ωραίο ή να αναπτύσσει δικά του κριτήρια γι’ αυτό;

Η σχέση ενός ανθρώπου ή ενός κοινωνικού συνόλου με την τέχνη μπορεί να αντικατοπτριστεί σε πολλές πτυχές της ζωής, όπως για παράδειγμα στη διαμόρφωση του ιδιωτικού και δημόσιου χώρου. Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στο ελληνικό αστικό τοπίο, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις, θα αισθανθεί από δυσφορία έως και αμηχανία από την κακογουστιά, την παραμέληση, την έλλειψη σχεδιασμού, λειτουργικότητας και εν τέλει ποιότητας. Πίσω από όλα αυτά αντικατοπτρίζεται και η θέση που κατέχει η τέχνη στη συλλογική συνείδηση της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

Το θέμα, παρ’ όλα αυτά, είναι κάπως πιο σύνθετο και σαφώς απορρέει από τις κοινωνικό-πολιτικές συνιστώσες που διαμόρφωσαν τη νεότερη ελληνική ιστορία. Στρέφοντας το βλέμμα μας στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα βλέπουμε σταδιακά τις στήλες κριτικής τέχνης ολοένα να αυξάνονται με αρθρογράφους από τον χώρο της λογοτεχνίας (Παλαμάς, Πολίτης, Ελύτης κ.λπ.), τους οποίους στα τέλη του Μεσοπολέμου θα διαδεχτεί μια γενιά με πανεπιστημιακή παιδεία στην Αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης (Καλλιγάς, Χατζηδάκης, Πρεβελάκης κ.λπ.), οι οποίοι ασκούσαν κριτική και παράλληλα ενημέρωναν το ακαλλιέργητο εικαστικά κοινό για τις εξελίξεις. Η μεταλαμπάδευση των νέων ιδεών θα συνεχιστεί και μεταπολεμικά μεταβαίνοντας στις δεκαετίες 1960-70, όπου τα περιοδικά λόγου και τέχνης, όπως ο Ζυγός ή το Αντί (που θα λέγαμε ότι πήραν τη σκυτάλη από το βραχύβιο Τρίτο Μάτι της δεκαετίας του ʼ30), γνωρίζουν έντονη άνθηση και επιβάλλουν τάσεις, καλλιτέχνες και διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό το ελληνικό εικαστικό τοπίο. Εν συνεχεία, από το 1990 και μετά, μέχρι και την εποχή του διαδικτύου αρκετά περιοδικά, όπως το Αrti ή Tα Νέα της Τέχνης, το Elculture κ.λπ., θα κάνουν την εμφάνισή τους και θα δώσουν το στίγμα ενός δημιουργικού αναβρασμού.

Σήμερα παρατηρούμε μια πληθώρα από εκδηλώσεις σε εβδομαδιαία βάση να ξεπηδούν από γκαλερί, ιδρύματα, εναλλακτικούς χώρους, ακόμα και στον δημόσιο εξωτερικό χώρο με διαφόρων ειδών καλλιτεχνικές παρεμβάσεις. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με τα εικαστικά, καθώς έχουν αυξηθεί οι σχολές (δημόσιες και ιδιωτικές) στην Ελλάδα, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που φοιτούν σε ιδρύματα εκτός των συνόρων. Χωρίς αμφιβολία δεν υπήρξε ποτέ τόση πληθώρα από πρόσωπα, έργα, εκδηλώσεις σε συνεχή ροή και όμως βλέπουμε ότι η αντιστοιχία τους με τον κριτικό λόγο είναι εντελώς δυσανάλογη. Θα λέγαμε ότι πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων σε στήλες εφημερίδων, έχει εκλείψει και έχει αντικατασταθεί από απλές παρουσιάσεις που βασίζονται στα δελτία τύπου. Ο αιχμηρός, τεκμηριωμένος λόγος που θα αποτιμήσει μια δουλειά, βρίσκεται σε αδράνεια σε σχέση με το παρελθόν.

Θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει μια σειρά από λόγους που μπορεί να ξεκινάνε από την απλή αδιαφορία ενός εντύπου έως και την επιδίωξη ενός φιλόξενου προφίλ απέναντι στο αναγνωστικό κοινό του. Γεγονός πάντως είναι ότι με την απλή διοχέτευση πληροφορίας έχει χαθεί ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας και έτσι ατονεί όχι μόνο η σχέση των εικαστικών με το ευρύ κοινό, αλλά αδρανοποιούνται και τα αντανακλαστικά των νεότερων κυρίως καλλιτεχνών και φιλοτέχνων. Μετατρέπονται δηλαδή σε παθητικούς δέκτες κάθε λογής βερμπαλισμών και εύγλωττων προθέσεων, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Θαυμασμός και αποδοχή σε ό,τι προσφέρεται.

Πέρα και έξω από την αδιαφορία που καλλιεργείται εγχώρια, σε μία εποχή χωρίς μανιφέστα, που χαίρουν της ίδιας εκτίμησης έργα και μορφές εντελώς ετερόκλητες μεταξύ τους, θα ήταν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, στο τέλος της ημέρας, για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του κριτικού λόγου σήμερα. Τα ρευστά πλαίσια της μετανεωτερικής εποχής παρέχουν την άνεση σε μεγάλη μερίδα θεωρητικών και καλλιτεχνών να εξαντλούν τον υποκειμενισμό τους προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, χωρίς τον φόβο ή την υποχρέωση να λογοδοτούν αλλά και να λογοκρίνονται. Αυτό ήταν άλλωστε εφικτό ακόμα και σε εποχές όπου τα κριτήρια ανάμεσα στο καλό και το κακό ήταν πολύ πιο συγκεκριμένα. Πολλώ δε μάλλον σε μια εποχή ακόρεστη όπως η σημερινή.

δ. Πόσο επηρέασε την αγορά των έργων τέχνης αλλά και την προσωπική σας δουλειά η κρίση των τελευταίων χρόνων (οικονομική και υγειονομική);

Κοιτώντας κανείς την τελευταία δεκαετία δεν θα δίσταζε να παρομοιάσει τον καλλιτέχνη με αναρριχητή σε απόκρημνη πλαγιά ή με περιπλανώμενο αναζητητή στην έρημο.

Αρχής γενομένης με την οικονομική κρίση, παρατηρήθηκε ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής να συμμορφώνεται και να συμβαδίζει με πιο ευρέως αποδεκτά πρότυπα, ανεξάρτητα από το μέσο, με σκοπό να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις ενός ευρύτερου κοινού. Η βιοποριστική ανασφάλεια προκάλεσε μια εντονότερη εξωστρέφεια, που γίνεται ακόμα πιο αισθητή με τη χρήση του διαδικτύου, η οποία έχει κορυφωθεί στο διάστημα που διανύουμε με την υγειονομική κρίση. Ακόμα και οι πιο εσωστρεφείς μορφές έχουν αναπτύξει μεθόδους προβολής που επιδιώκουν την όσο γίνεται μεγαλύτερη αποδοχή και έχουν αφήσει κατά μέρος τη στόχευση σε ένα πιο μυημένο κοινό.

Με την έλευση του κορωνοϊού το διαδίκτυο φάνηκε σαν σανίδα σωτηρίας για γκαλερί και καλλιτέχνες, προβάλλοντας, με την ασφάλεια της απόστασης, από προσομοιώσεις μεμονωμένων έργων στον τοίχο ενός σπιτιού μέχρι την περιήγηση σε ολόκληρες εκθέσεις. Ο πραγματικός και ο ψηφιακός χώρος, κατά μία έννοια, εξισωθήκαν και αυτό οδήγησε στην παγίωση διαδικτυακών εκθέσεων αλλά και διαδικτυακών γκαλερί.

Εκεί όμως που πιστεύω πως θα έπρεπε να σταθούμε λίγο περισσότερο, σε σχέση με την καθοριστική συμβολή του διαδικτύου, είναι η σταδιακή μετατόπιση στις γενεσιουργίες προθέσεις και εν τέλει στα ποιοτικά γνωρίσματα ενός έργου. Η παράλληλη πραγματικότητα έχει τροποποιήσει το αξιολογικό σύστημα που αντικατοπτρίζει τη δημοτικότητα και κατά συνέπεια την εμπορική απήχηση ενός καλλιτέχνη.

Έχω την αίσθηση (ως χρήστης των μέσων μαζικής δικτύωσης και ταυτόχρονα ως καλλιτέχνης που έχει ζήσει την προ-ίντερνετ εποχή) ότι η καλλιτεχνική παραγωγή μορφολογικά και εννοιολογικά προσβλέπει, ολοένα και περισσότερο, στο να γίνει πιο εύληπτη και να επικροτηθεί από όσο γίνεται μεγαλύτερο αριθμό θεατών. Ο καλλιτέχνης, δηλαδή, δεν εκφράζει πλέον τον συναισθηματισμό ή τον προβληματισμό με τις προσωπικές του ιδιαιτερότητες, αλλά θα τον ταύτιζα με έναν διαφημιστή που επιδιώκει να συναρπάσει το κοινό με μία θεαματική εικόνα ή μια πιασάρικη ατάκα. Τα πάντα εξαντλούνται στην επιφάνεια του έργου και οι προσδοκίες του θεατή απέναντί του διαμορφώνονται αναλόγως.

Ακόμα και η ανεικονική τέχνη που παράγεται σήμερα έχει απωλέσει σε μεγάλο βαθμό οποιαδήποτε πνευματική ή υπαρξιακή υπόσταση και αναλώνεται σε διακοσμητικά μοτίβα. Αινίγματα και συνειρμοί έχουν παραγκωνιστεί μπροστά σε μια αυτιστικά καλοφτιαγμένη επιφάνεια που από το βλέμμα (και το μυαλό) θα περάσει, με την ταχύτητα του scroll down. Πάντα βέβαια υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις που ανοίγουν ένα νέο παράθυρο σε κάθε εποχή.
 
Σε εμένα προσωπικά η δεκαετία που πέρασε σήμανε το πέρασμά μου σε μια διατύπωση ακόμα πιο κωδικοποιημένη, πιο πυκνή, όπως προανέφερα, με έντονη την αίσθηση της μετάβασης και χτισμένη από αναγνωρίσιμα και αφηρημένα στοιχεία. Τα έργα βασίζονται σε αρκετά προσχέδια και ως εκ τούτου απαιτούν μεγαλύτερο χρόνο παραγωγής, μολονότι δεν έχουν μειωθεί οι εργατοώρες.

Πρωτοπαρουσιάστηκαν το 2012 προκαλώντας αρχικά έκπληξη αλλά και προβληματισμό στον κόσμο που παρακολουθούσε μέχρι τότε τη δουλειά μου. Παράλληλα, όμως, οι νέες αναζητήσεις έλαβαν την προσοχή και το ενδιαφέρον από μια νέα κατηγορία υποστηρικτών, εντός και εκτός συνόρων, που επικοινωνούν και συμπορεύονται σταθερά με τους προβληματισμούς των έργων μου.

Την τελευταία διετία και κυρίως στους πρώτους μήνες του εγκλεισμού μού παρουσιάστηκε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ελαττώσω λίγο τους ρυθμούς δουλειάς και να δω ψύχραιμα και αποστασιοποιημένα (όσο γίνεται) την εξέλιξη των έργων μου μέσα στα τελευταία έτη. Προσεγγίζοντάς τα ξανά, αισθάνθηκα την επιτακτική ανάγκη αναζήτησης νέων λύσεων σε θεμελιώδη ζητήματα του τρόπου με τον οποίο συνθέτω μια εικόνα. Προς αυτόν τον προβληματισμό συνέβαλλε καθοριστικά και μια σειρά σχεδίων που εξελίσσω από το 2019 (παράλληλα με τα άλλα έργα μου), μέσα στα οποία προσπαθώ, λειτουργώντας πιο αυθόρμητα, να δώσω λιγότερο στυλιζαρισμένες και όσο γίνεται πιο απροσδιόριστες συνθετικές φόρμες στον συνδετικό ιστό των έργων μου.

ε. Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Από τα τέλη του 2019 έχω την αίσθηση ότι δουλεύω ακόμα περισσότερες ώρες όχι μόνο για να ανταπεξέλθω σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, αλλά γιατί έχω την επιθυμία να βγουν νέα στοιχεία πάνω στα έργα μου. Καταλυτικό ρόλο έπαιξαν τα σχέδια, στα οποία προαναφέρθηκα, μέρος των οποίων θα παρουσιαστεί το φθινόπωρο του ʼ22 στην Ιταλία.

Ως τότε θα λαβώ μέρος σε ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό οι οποίες θα ανακοινωθούν εν ευθέτω χρόνω, καθώς επίσης και σε ένα πολύ ενδιαφέρον residency που θα πραγματοποιηθεί μέσα στο καλοκαίρι του ʼ22 στη Σικελία.

Σας ευχαριστώ.

«Φεύγουμε συντριμμένοι, απαρηγόρητοι
για να ξαναφτιάξουμε τη γενιά μας στον ουρανό…»
Κύλιση στην κορυφή