Πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με τη λογοτεχνική γραφή σε μια περίοδο της ζωής μου που λόγω των αυξημένων οικογενειακών και επαγγελματικών μου υποχρεώσεων, ένιωθα να βυθίζομαι σε μια ζωή δίχως νόημα. Ακριβώς τότε έφτασε ένα email από την Αμάντα Μιχαλοπούλου, είχα παρακολουθήσει μαζί της ένα διήμερο σεμινάριο δημιουργικής γραφής στις εκδόσεις Καστανιώτη, με το οποίο με προσκαλούσε να συμμετάσχω σε μια σειρά μαθημάτων που θα παρέδιδε σε «επίδοξους συγγραφείς». Ανταποκρίθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Για πολύ καιρό ζούσα προσμένοντας την καθιερωμένη ημέρα και ώρα του μαθήματος, έγραφα πυρετωδώς τις ασκήσεις μου το σαββατοκύριακο και τις διάβαζα πάντα με κομμένη ανάσα ενώπιον των συμμαθητών μου. Μοιραζόμουν μαζί τους την αφοσίωση στη λογοτεχνία, την ανασφάλεια του αρχάριου, τους καρπούς της καλόπιστης κριτικής, τη διεισδυτική ματιά του ευαίσθητου αναγνώστη. Σταδιακά άρχισα να διαβάζω τα λογοτεχνικά κείμενα με τη ματιά του συγγραφέα: σε τι συνίσταται μια πρωτότυπη μεταφορά, πώς επιλέγεις την οπτική γωνία της αφήγησης, πώς πετυχαίνεις την τελική κορύφωση χωρίς να την εκβιάζεις, με ποιο τρόπο διαχειρίζεσαι το βιωματικό υλικό για να προκύψει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, πώς αποφεύγεις την εύκολη λύση του αφηγηματικού σχολίου, πώς κατασκευάζεις έναν αληθοφανή διάλογο, πώς καταφέρνεις να συμπυκνώνεις ή να παραλείπεις χωρίς να προκαλείς εκνευρισμό στον αναγνώστη; Σε αυτό το πλαίσιο ξαναδιάβασα το έργο του Θανάση Βαλτινού και του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, συγγραφέων από τους οποίους αισθανόμουν ότι είχα να μάθω πολλά. Στον Βαλτινό βρήκα την οικονομία και τη λιτότητα του λόγου, είδα να γίνεται πράξη αυτό που η Μιχαλοπούλου μας έλεγε συχνά: «εάν έπιανε φωτιά μια φράση σας, ποιες λέξεις θα σώζατε;» Κατάλαβα πώς ο συγγραφέας μπορεί να κινεί τα νήματα του μύθου του χωρίς να φαίνεται πουθενά ή να εστιάζει τον φακό του πάνω σε ένα καθημερινό πρόσωπο, σε μια ασήμαντη φαινομενικά περίπτωση για να μιλήσει για μια αρχετυπική ανθρώπινη κατάσταση. Από τον Μπόρχες έμαθα πώς μπορείς να προσεγγίσεις τον κόσμο μέσα από τις άπειρες δυνατότητες που προσφέρει η φαντασία, αλλά και πώς μπορείς να αξιοποιήσεις δημιουργικά οποιαδήποτε πηγή ή λογοτεχνικό κείμενο του παρελθόντος.
Μέσα σε ένα διάστημα τριών περίπου χρόνων συγκεντρώθηκε ένα corpus ιστοριών μερικές από τις οποίες δημοσιεύτηκαν σε ηλεκτρονικά ή έντυπα περιοδικά, τον Αναγνώστη, τη Bookpress, το Φρέαρ, το Fractal, το Διάστιχο, το Διάσελο και βρήκαν το κοινό τους. Τα διηγήματα αυτά κρατήθηκαν έναν χρόνο περίπου στο συρτάρι από τον φόβο της δημόσιας έκθεσης. Μου ήταν δύσκολο να μοιραστώ με το ευρύ κοινό, κάτι που μέχρι πρότινος θεωρούσα απολύτως δικό μου. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου με έπεισε κάποια στιγμή να έρθω σε επαφή με τη Γιώτα Κριτσέλη, που ανταποκρίθηκε άμεσα και θέλησε να στεγάσει τα διηγήματά μου στην Κίχλη. Ήταν μεγάλη η χαρά και η έκπληξή μου, γιατί γνώριζα ότι ο δρόμος προς την έκδοση, ειδικά για έναν νέο συγγραφέα δεν είναι καθόλου εύκολος.
Όσον αφορά την προβολή του βιβλίου μου, όπως και κάθε βιβλίου, ήξερα ότι δεν θα μπορούσε να γίνει μόνο από την τοποθέτησή του στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, ακόμη και αν εκεί καταλάμβανε μια περίοπτη θέση. Θα έπρεπε να ελκύσει το ενδιαφέρον των κριτικών, στη χώρα μας υπάρχει υπερπληθώρα δημοσιευμάτων για τα βιβλία μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν αξιόλογες και οξυδερκείς κριτικές φωνές, ώστε να γράψουν για αυτό σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Θα έπρεπε να το εντάξουν στο πρόγραμμά τους Λέσχες Ανάγνωσης, να μιλήσω η ίδια για αυτό μέσα από συνεντεύξεις σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά ή βιβλιοφιλικές ραδιοφωνικές εκπομπές και να οργανωθούν αρκετές βιβλιοπαρουσιάσεις. Το τελευταίο δυστυχώς δεν κατέστη εφικτό λόγω της πανδημίας.
Όπως κάθε συγγραφέας βίωσα και εγώ τον πρώτο καιρό τη μεγάλη αγωνία της κριτικής αποτίμησης του βιβλίου μου. Υπήρχαν στιγμές που απέφευγα να το σκέφτομαι και άλλες που φαντασιωνόμουνα θετικές κριτικές για να ξορκίσω τον φόβο μου. Όταν αυτές άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, η ένταση καταλάγιασε. Μέχρι που συνειδητοποίησα, διαβάζοντας την κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο Εντευκτήριο, ότι η θετική υποδοχή δεν είναι μόνο χαρά, είναι και τεράστια ευθύνη στους ώμους ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Μεταξύ, λοιπόν, των πλείστων θετικών που εντόπιζε, ο Χατζηβασιλείου έγραφε παρενθετικά και τη φράση «μένει να δούμε πώς θα συνεχίσει». Για εμένα η παρένθεση αυτή δεν περιείχε το επουσιώδες, όπως συνηθίζεται, αλλά το ουσιώδες. Έπρεπε να συνεχίσω έτσι, να προσπαθώ σε κάθε κείμενο που γράφω, να βάζω αυτό που είχα ήδη πετύχει κατά τον Χατζηβασιλείου στην πρώτη μου συλλογή:«τη δική μου σφραγίδα, σε ένα τοπίο που μένει εκ των πραγμάτων ανοιχτό σε νέες προσεγγίσεις, περιμένοντας να ανακινηθεί προς καινούργιες κατευθύνσεις.» Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Θα φανεί σίγουρα, όταν κυκλοφορήσει η επόμενη συλλογή διηγημάτων μου, την οποία έχω ήδη παραδώσει στην εκδότριά μου. Η έκδοσή της θα ανακοινωθεί στο εκδοτικό πρόγραμμα της Κίχλης κατά το προσεχές έτος.
