Όταν καμιά αφορά, στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής παρένθεσης και ακροθιγούς προσέγγισης της έννοιας του διλήμματος, αναφέρω στους φοιτητές μου ότι εμείς στο σχολείο διδασκόμασταν το μάθημα της Λογικής, νιώθω ότι με βλέπουν ως απομεινάρι μιας παλαιολιθικής εποχής. Κι έτσι το προσπερνώ μεν γρήγορα, φοβούμενη κάποια βλέμματα οίκτου ή κυρίως κάποια βλέμματα απαθή και ασυγκίνητα, αλλά δεν πτοούμαι ιδιαίτερα. Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα το αναφέρω ξανά, γιατί μου θυμίζει κάτι που με συνοδεύει… Την ίδια στιγμή δε που το αναφέρω, η δική μου σκέψη, περνάει μέσα από ένα άχαρο γαλάζιο βιβλιαράκι ακουμπισμένο στο θρανίο, ένα βιβλιαράκι που σίγουρα πολλοί μέσα στην τάξη δεν το είχαν ανοίξει και δεν το άνοιξαν ποτέ, για να σταθεί λίγα μέτρα πιο πέρα, στη φιγούρα του Δασκάλου, του Κώστα Γεωργουσόπουλου.
Δεν ξέρω, ούτε με απασχόλησε ποτέ αν αυτό το λεπτό βιβλίο με τον τίτλο Λογική (αυτόν θυμάμαι) είχε θεωρηθεί καλό, κακό η μέτριο. Ίσως δεν ήταν η έλλειψη ενδιαφέροντος για το μάθημα, αλλά η παρουσία του Δασκάλου. Γιατί να ανοίξουμε το βιβλίο όταν μπροστά μας είχαμε τον άνθρωπο που μετουσίωνε την ακατανόητη ύλη για τα έσχατα και θεμελιακά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, τις έννοιες και τους ορισμούς, σε μια μαγική αφήγηση; Γιατί να προσπαθήσουμε να διαβάσουμε μέσα από τις στεγνές γραμμές, ενώ μπορούσαμε να ακούσουμε από τα χείλη ενός ανθρώπου που κατείχε το αντικείμενο εις βάθος, την πιο συναρπαστική εκδοχή; Γιατί να περιοριστούμε σε ένα απλό εγχειρίδιο όταν μπροστά μας ξεδιπλωνόταν η φιλοσοφική πορεία της ανθρώπινης σκέψης, το βάθος και ο πλούτος του ανθρώπινου συλλογισμού με έναν τρόπο που μας έκανε να κρεμόμαστε από τα χείλη του; Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος καταδυόταν μέσα στη φιλοσοφία με πάθος, με συγκίνηση, και μαζί του παρέσερνε κι εμάς, εκούσιους ή ακούσιους ακροατές, αλλά σίγουρα τυχερούς.
Όλοι έχουμε κάποια άποψη, λιγότερο ή περισσότερο εμπεριστατωμένη για τα μαθήματα που διδαχθήκαμε κατά τη διάρκεια της σχολικής μας εκπαίδευσης, για τη σημασία τους, τον τρόπο διδασκαλίας τους ή τη γενικότερη χρησιμότητά τους. Όμως ποτέ δεν θα έχω μια άποψη για το μάθημα της Λογικής ξεχωριστή και αποκομμένη από τον άνθρωπο που μας τη δίδασκε. Ο συνειρμός και η σύνδεση γίνονται μέσα μου αυτονόητα και αυτόματα. Το περιεχόμενο και ο διδάσκων ταυτίζονται και αυτό ακριβώς ήταν που μετέτρεπε, που μετουσίωνε το μάθημα σε μια συνολική εμπειρία, που ακόμη θυμάμαι. Είναι από τις σχολικές μου αναμνήσεις που ακόμη με συνοδεύουν και ακόμη μου προκαλούν δέος και θαυμασμό για τις τεράστιες γνώσεις του Κώστα Γεωργουσόπουλου και τον χαρισματικό τρόπο με τον οποίο τις μετέδιδε.
Αυτό το πάθος του το έζησα και μια άλλη στιγμή, όταν τον Απρίλιο του 1981, μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου, βρέθηκα με κάποια άλλα παιδιά στο σπίτι του για να μας συμβουλέψει για την Έκθεση εν όψει Πανελληνίων εξετάσεων. Ξαφνικά, ενώ σημειώναμε, σταμάτησε να μιλάει και μας είπε να αφήσουμε τα μολύβια μας. Πήγε και άνοιξε την τηλεόραση. Ήταν η στιγμή της αναμετάδοσης της επιστροφής του πρώτου «διαστημικού λεωφορείου», του Space Shuttle, μια εικόνα που την περίμενε όλος ο πλανήτης. Αυτό πρέπει να το δείτε! μας είπε, είναι πολύ πιο σημαντικό από την Έκθεση γιατί πρόκειται για ένα συγκλονιστικό και μοναδικό γεγονός, μια κοσμογονία! Ο άνθρωπος θα μπορεί να ταξιδεύει στο φεγγάρι και να επιστρέφει πίσω τη γη, μας είπε και η φωνή του, βροντερή, γεμάτη πίστη και προσμονή για τα μελλούμενα είχε αυτό το ίδιο πάθος.
Δεν έχει σημασία τι απέγινε με τη σελήνη. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ο δικός μας κόσμος είναι πιο φτωχός χωρίς δασκάλους σαν τον Κώστα Γεωργουσόπουλο.

