Περί το 1982; Έξω από το βιβλιοπωλείο της «Εστίας». |ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Ευανθία Στιβανάκη

Κώστας Γεωργουσόπουλος: Το πνεύμα αειθαλές, η πένα ζηλευτή

Προσφάτως εσίγησε η αειθαλής, η πολύτιμη και σπάνια πένα του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Εξέλιπε το πνευματικό χάρισμα και το ζηλευτό προνόμιο της ασυναγώνιστης γραφής του στον κριτικό και δοκιμιακό λόγο, στη μετάφραση, στην ποίηση. Ο Κ. Γεωργουσόπουλος υπήρξε εμβληματική προσωπικότητα της φιλολογίας, της κριτικής, της επιφυλλιδογραφίας, της δοκιμιακής παρακαταθήκης, της ποιητικής μετάφρασης του αρχαίου δράματος αλλά και της «χαρίεσσας περιδιάβασης» σε πλήθος πεδίων της πραγματικότητας (που στηρίζουν και συγκροτούν την πνευματική ευδοκίμηση), πρωτίστως της Τέχνης και του Πολιτισμού αλλά και της πολιτικής, της κοινωνίας της ιστορίας, των θεσμών, της θρησκείας, της ηθικής κ.ά. 

Ο Κ. Γεωργουσόπουλος, βαθύς γνώστης του Όλου της αρχαιοελληνικής και νεοελληνικής γραμματείας αλλά και μελετητής της παγκόσμιας πνευματικής παραγωγής, παρότι δεινός διανοούμενος και σπάνιος χειριστής του γραπτού λόγου, υπήρξε ταυτόχρονα και συναρπαστικός ομιλητής, εκλεκτός αγορητής, γοητευτικός μέτοχος της στόφας των «παλαιών» αφηγητών. Εκτός από τη λαμπρή γραφή του, που κατακτούσε παντός είδους αναγνώστες, παράλληλα επιδιδόταν σε μια προσφιλή του «προφορικότητα», καίρια και ευρεία –ένα αληθινό «σωκρατικό» πνεύμα– μαγεύοντας τα παντοειδή ακροατήριά του (μαθητές, φοιτητές, ειδικούς και μη, καλλιτέχνες και μη, λαϊκούς και μη). Ευπροσήγορος και οικείος, έτοιμος να ανταποκριθεί σε ερωτήματα, να συμβάλει με ιδέες και προτάσεις, να επιδοθεί σε προκλήσεις, ώστε οι αναγνώστες, οι ακροατές, οι συνομιλητές του είχαν πάντοτε κάτι καινούργιο να θαυμάσουν, να παρατηρήσουν, να αναρωτηθούν, να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν, να ωφεληθούν. Ο Κ. Γεωργουσόπουλος υπήρξε μια ανοιχτή, πολύτομη «εγκυκλοπαίδεια», ένα φαινόμενο.

Το θέατρο, οικείο «κτήμα»

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος τοποθετείται στη συνείδηση των πολλών, κυρίως ως άνθρωπος του θεάτρου (με σχετικές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών και δασκάλους του τον Δ. Ροντήρη και τον Γ. Σιδέρη) αλλά περισσότερο, ως σπουδαίος θεατρικός κριτικός, μέτοχος και συνεχιστής της χορείας των διακεκριμένων Ελλήνων θεατρικών κριτικών (Α. Τερζάκη, Κ. Παράσχου, Αι. Χουρμούζιου, Α. Θρύλου, Λ. Κουκούλα, Μ. Κουνελάκη, Β. Βαρίκα, Τ. Λιγνάδη, Κ. Σκαλιόρα, Μ. Πλωρίτη κ.ά). Πράγματι, για 6 περίπου δεκαετίες, μέσω της γραπτής του συγκομιδής, υπήρξε κορυφαίος κριτικός και, ταυτόχρονα, αναλυτής και παραγωγός πολιτισμικής σκέψης, έρευνας και κατεύθυνσης. Μέσα από αναγνωρίσιμες στήλες των ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδων Το Βήμα και Τα Νέα για ζητήματα τέχνης και πολιτισμού με κεντρική αναφορά στο Θέατρο, ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς για τη δημοκρατία μας (η δημοκρατία στη χώρα μας δεν ήταν πάντοτε αυτονόητη ούτε και η ελευθερία του λόγου), ο Κώστας Γεωργουσόπουλος συνέβαλε αποφασιστικά στη σύνδεση του Θεάτρου με την πνευματική, την καλλιτεχνική, την πολιτική, την πολιτισμική συνείδηση του Τόπου. Παραμερίζοντας παλαιότερους, «κεκτημένους» φορμαλισμούς στην άσκηση της θεατρικής κριτικής, άλλαξε την εικόνα της καθώς και την, εξ αυτής, προσδοκία του αναγνώστη. Η άσκηση θεατρικής κριτικής με την υπογραφή του σήμαινε κάθε φορά μια νέα αιτία επιστημονικής εφόρμησης, μια καινούργια αφορμή δραματολογικής επεξεργασίας, ένα εύληπτο «μάθημα» αισθητικής αγωγής. Το θέατρο στην πένα του δεν ήταν απλώς η κορυφαία, η αγαπημένη του τέχνη αλλά στέγη πολιτισμού, σύνδεση του απώτερου με τον σύγχρονο και τον μελλοντικό κόσμο, συνείδηση δημοκρατίας, πνευματική ολότητα, ψυχική ανύψωση και θεραπεία. 

Πολυγραφότατος ων, με το πάθος, το ταλέντο, τη χαρισματική προσωπικότητα, τη γνώση και τη γοητευτική γραφή του, συνέβαλε στην «εδραίωση» του Θεάτρου στη συνείδηση του Έλληνα θεατή, έτι περαιτέρω, ώστε να αναγνωρίζεται ως οικείο «κτήμα» και προσφερόμενο δικαίωμα του καθενός θεατή/πολίτη, τονίζοντας τον πανανθρώπινο χαρακτήρα, την ευρύτητα, την οικουμενικότητα και επομένως τη «λαϊκότητα» της τέχνης του Θεάτρου (υπό την ευγενέστερη έννοια του όρου). 

Κανένα θεατρικό φαινόμενο δεν διέλαθε της προσοχής του ούτε παραμερίστηκε από την πένα του. Στα πεδία της προσοχής του πολλά «περιφρονημένα» και κατά καιρούς «περιθωριακά» είδη και γένη του θεάτρου βρήκαν θέση στον ορίζοντά του, θεωρούμενα άξια έρευνας και μελέτης. Με την πένα του και με τη φυσική παρουσία του, υπερασπίστηκε (και στα δικαστήρια) τα «άσεμνα» Μπουλούκια, τους «ακατάλληλους» επιθεωρησιογράφους, τους «τολμηρούς» αυτοσχέδιους λαϊκούς καλλιτέχνες. Επίσης, στο πεδίο της προσοχής και της καταγραφής του ανήκε και η θεατρική παραγωγή της ελληνικής Περιφέρειας, καλλιτεχνική και θεωρητική. (Με συγκίνηση θυμάμαι το σημείωμά του στα Νέα για τη διατριβή μου: Θεατρική ζωή κίνηση και δραστηριότητα στην Πάτρα τον 19ο αι., με τίτλο «Πλούσια χαρίεσσα περιδιάβαση», το 2002, –δίχως τότε να γνωριζόμαστε). 

Λόγος ποιητικός, λόγος μαχητικός

Τα κείμενα του Κ. Γεωργουσόπουλου είναι μαθήματα γλώσσας και ύφους. Ο λόγος του βαθιά ποιητικός (είναι άλλωστε ο ποιητής Κ. Χ. Μύρης των μελοποιημένων Χρονικού και Θητείας, καθώς και ο «ποιητικός» μεταφραστής του μεγαλύτερου μέρους του αρχαίου δράματος). Διαβάζοντάς τον δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κάποιος τα προσόντα του λόγου του: σαφήνεια, βαθύνοια, ακρίβεια, ισχυρή και απόλυτη αλληλουχία νοημάτων, λεξιλογικός πλούτος, καταθέσεις ευρυμάθειας, διεισδυτικές προσεγγίσεις. Ένας λόγος σχεδόν λογοτεχνικός και ταυτόχρονα καθαρός, καίριος, ενθαρρυντικός, μαχητικός και συχνά οξύς.

Η άσκηση κριτικής προϋποθέτει αφ’ ενός επιστημονική κατάρτιση και αφ’ ετέρου τόλμη. Όπως κάθε μαχητικός κριτικός αλλά και ως άνθρωπος του θεάτρου ο Κ. Γεωργουσόπουλος εκτέθηκε σε αρέσκειες και απαρέσκειες και όχι σπάνια. Καθώς η κριτική είναι πάντοτε ένα πεδίο προκλήσεων στα πνευματικά πεδία –ανεξαρτήτως συμφωνιών ή διαφωνιών–, συμφύρεται αναπόφευκτα με αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις, αντεγκλήσεις ή και (γιατί όχι) και εμμονές. Προσωπικά θεωρώ τη μαχητική, την αιχμηρή κριτική αποτίμηση (ακόμα κι όταν είναι άστοχη, υπερβολική, άδικη κ.ά.) χρησιμότερη από την άχρωμη, τη συμβιβαστική, τη «χαϊδευτική», την ουδέτερη, την αδιάφορη. Με την πεποίθηση ότι όχι μόνο ο κρινόμενος αλλά και ο κριτής κρίνεται και, επίσης ότι ουδείς κριτικός αποφεύγει το σφάλμα, θεωρώ ότι η αντίθεση, η κριτική αντιπαράθεση ακόμα κι όταν διολισθαίνει στον υποκειμενισμό είναι ικανή (υπό προϋποθέσεις) να συμβάλει στον διάλογο και να προσφερθεί για νέες προκλήσεις και προοπτικές,

Οπωσδήποτε, η κριτικογραφία του Κώστα Γεωργουσόπουλου είναι ένα τεράστιο επίτευγμα σε έκταση και ποιότητα. Ένας αδαπάνητος πλούτος. Μόνη η κριτικογραφία του θα μπορούσε να προσφερθεί στον μελλοντικό ερευνητή ως η ιδιαίτερη και εξέχουσα οπτική μιας εναργούς εξιστόρησης της θεατρικής ζωής και δραστηριότητας στην Ελλάδα, για μισό και πλέον αιώνα.

«Τα μετά το θέατρο»

Από το πλήθος των δημοσιευμένων πονημάτων του διαλέγω τη συλλογή δοκιμίων του με τίτλο Τα μετά το θέατρο (εκδ. Καστανιώτης, 1985) για να κλείσω την πενιχρή και σύντομη κατάθεσή μου στον εκλεκτό, τον αναντικατάστατο, τον τυπικό ή άτυπο Δάσκαλο όλων μας, τον Κ. Γεωργουσόπουλο. Αρχικά, διότι ο τίτλος Τα μετά το θέατρο παραπέμπει σε δυστοπική προφητεία –τέλος μιας εποχής–, σε ένα εφιαλτικό μέλλον όπου η τεχνολογία της ατομικότητας και της πρακτικής χρήσης μέλλει να καταργήσει κάθε τι κοινωνικό και διανοητικό, ως «παλαιό» και «άχρηστο».

Ωστόσο, πρόκειται πράγματι για μια, προ 40 ετών, «προφητική» στο περιεχόμενό της συλλογή δοκιμίων. Η θεματική του πονήματος, όπως δηλώνεται ήδη από τους επιμέρους τίτλους, φανερώνει τη διείσδυση, την εγρήγορση, την ανησυχία, τις εμπεριστατωμένες απόψεις, τις συγκεκριμένες προτάσεις του συγγραφέα για τα μεγάλα, ανοιχτά ζητήματα της θεατρικής τέχνης (δραματουργία-θεματολογία-φιλοσοφία-παράσταση-σκηνοθεσία, υποκριτική, μέθοδοι, κώδικες-θέματα θεωρίας του θεάτρου, διάχυση της λειτουργίας του θεάτρου, ζητήματα θεατρικής παιδείας –καλλιτεχνικής, θεωρητικής, παιδαγωγικής) κ.ά. Είναι συγκινητικό να διαβάζεις τις σκέψεις και προτάσεις του π.χ. για τα τμήματα θεατρολογίας των πανεπιστημίων μας σε μια εποχή που αυτή η προοπτική δεν φαινόταν στον ορίζοντα. 

Στην πένα του οραματιστή Γεωργουσόπουλου το θέατρο συνυφαίνεται με τη ζωή προσφέροντας στον κοινωνικό και προσωπικό βίο πνευματικές διαστάσεις και ευοίωνες προοπτικές. 

Είμαι πεπεισμένη ότι ολοένα και περισσότερο η ζωή θα δικαιώνει την προσήλωση, τη διανοητική κατάθεση, την ολοκληρωτική αγάπη, τη μοναδική προσφορά του Κώστα Γεωργουσόπουλου για όλα εκείνα τα ανεκτίμητα που περιέβαλε με την πένα του.

⸙⸙⸙

[Η Ευανθία Στιβανάκη είναι ομότιμη καθηγήτρια τμήματος Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ.] 

Κύλιση στην κορυφή