Αν δεχτούμε, λιγάκι σαν πρωθύστερο, πως το κουήρ είναι αδιανόητο, παράξενο ή απρόσμενο, τότε χρειαζόμαστε και μια παράδοξη αφετηρία για το άρθρο μας. Η πιο απόμακρη αρχή που μπόρεσα να ανασύρω για να προσεγγίσω το κουήρ στα σύγχρονα ισπανικά γράμματα ήταν αυτή της πραγματολογίας: οι λέξεις και πιο συγκεκριμένα οι γλωσσικές πράξεις του Ώστιν. Με τις λέξεις κάνουμε πράγματα[1]. Αν μη τι άλλο, γεμίζουμε τη σιωπή, μια σιωπή που είναι και αυτή φτιαγμένη από λέξεις, τις λέξεις των άλλων.
Η περίφημη «έξοδος από τη ντουλάπα», λόγου χάρη, είναι μια γλωσσική πράξη∙ μια επιτελεστική ρωγμή στο αφήγημα της ετεροκανονικότητας∙ μια χαραμάδα στη σιωπή μας, μία ανάσα.
Οι καινούργιες λέξεις που μαθαίνουμε, οι λέξεις που αρθρώνουμε πρώτα χαμηλόφωνα και έπειτα όλο και πιο σθεναρά, όλο και πιο καθαρά, είναι και αυτές λέξεις άλλων. Είναι οι λέξεις που ακούμε στο σπίτι, στο σχολείο, στην τηλεόραση, στις σειρές και τις ταινίες. Είναι, όμως, και οι λέξεις των φίλων μας, οι λέξεις που χρόνια τώρα αρθρώνονται με θάρρος από άτομα σαν εμάς, οι λέξεις που γεμίζουν τα πνευμόνια μας, οι λέξεις που ακούει ένα μικρό παιδί που μας μοιάζει ένα βράδυ που δεν μπορεί να κοιμηθεί. Με τις λέξεις φανταζόμαστε, δημιουργούμε, υπάρχουμε, διεκδικούμε και αγαπάμε. Με τις λέξεις υποτιμάμε, επιβαλλόμαστε, φιμώνουμε και προσβάλλουμε.
Η εξύβριση, λόγου χάρη, είναι και αυτή μια γλωσσική πράξη.
Το κουήρ, λοιπόν, λοξό και αμετάφραστο, είναι πρώτα από όλα μια λέξη και ύστερα μια γλωσσική πράξη που μοιάζει με τη γάτα του Σρέντιγκερ: προσβολή και περηφάνια ταυτόχρονα. Σε αντίθεση με την κβαντική φυσική, όμως, το κουήρ δεν είναι ένα νοητικό πείραμα, μια άυλη υπόθεση∙ το κουήρ είναι πάντα ενσώματο, απτό, και ενσωματωμένο σε μια συγκεκριμένη στιγμή, σε μια συγκεκριμένη θέση. Χρειάστηκαν πολλά σώματα, πολλά χρόνια, πολύ πείσμα και πολλή γραφή για την επανοικειοποίηση της λέξης που ξεκίνησε ως προσβολή.
Γνωρίζουμε πως ήδη από τον 19ο αιώνα η κυριολεκτική σημασία της λέξης «queer», κάτι ή κάποιος «περίεργος/παράξενος», είχε χρωματιστεί με την αρνητική συνδήλωση του ομοφυλόφιλου (άντρα). Η πρώτη καταγεγραμμένη προσβλητική χρήση του όρου «κουήρ» συνδέεται με την οικογένεια των Μαρκησίων του Κουήνσμπερυ και κυρίως με τον Τζον Ντάγκλας, γνωστό για τη δικαστική διαμάχη του με τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον οποίο καταγγέλλει ως «σοδομίτη» το 1895[2]. Αντίθετα, η επανοικειοποίηση του όρου «κουήρ» συστηματοποιείται με την οργάνωση μαζικών κινηματικών δράσεων τη δεκαετία του 1970 και εντείνεται ακόμη περισσότερο τη δεκαετία του 1980 με την επιδημία του HIV/AIDS[3].
Ως τη δεκαετία του 1980 τα λεγόμενα «κουήρ» υποκείμενα ήταν στη συντριπτική πλειοψηφία τους λευκά, σις ομοφυλόφιλα άτομα. Ωστόσο, ο μαύρος και ο τσικάνο φεμινισμός, τα μαρξιστικά, αντιαποικιοκρατικά, τρανς κ.ά. περιφερειακά κινήματα κατόρθωσαν να αναδείξουν τους διαφορετικούς άξονες καταπίεσης που διασταυρώνονταν στα σώματά τους. Όσο περισσότεροι παράγοντες συστημικής καταπίεσης, όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα και η έκφραση φύλου, η φυλή, η αναπηρία, η τάξη κ.ο.κ., συγκεντρώνονται σε ένα σώμα, σε μία κοινότητα, τόσο λιγότερα τα προνόμια που έχει. Μέσα από αυτήν τη διαθεματική προσέγγιση, το κουήρ αποκεντρώνεται και διευρύνεται σταδιακά ώστε να μετατραπεί σε καταφύγιο για τις διεκδικήσεις εκείνων των σωμάτων που κατοικούσαν ό,τι ως τότε ήταν αδιανόητο, την περιφέρεια, την απροσδιοριστία, τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων με διαφορετικές κουήρ εμπειρίες, διαφορετικές πραγματικότητες. Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το γεγονός ότι η κουήρ τρανσφεμινιστική θεωρία σφυρηλατείται υπό τη θέρμη του ακτιβισμού, της βιωμένης καταπίεσης και του ανοιχτού συλλογικού τραύματος.
Το κουήρ είναι τα ανυπότακτα σώματα, η επανοικειοποίηση και η διεκδίκηση της μαύρης, χοντρής, τρανς, μη δυαδικής, γκέι, αμφιφυλόφιλης, ίντερσεξ, ασέξουαλ, λεσβιακής, επισφαλούς ύπαρξης. Η λεκτική και βιωματική πράξη της έκθεσης που αντιστέκεται στην προσβολή, που την φοράει μαντήλι, μοϊκάνα, κορόνα στο κεφάλι της, κονκάρδα στο στήθος της, σημαία στον δρόμο της και αέρα στα πανιά της. Η διεκδίκηση της έκφρασης, του στοχασμού, της επιστήμης, της ιστορίας και της γενεαλογίας μας. Είμαστε εμείς τα τέρατα που σας μιλάνε[4]. Έτσι κατανοούμε το «κουήρ» στο πλαίσιο αυτού του άρθρου και έτσι θα το αναζητήσουμε στα ισπανικά γράμματα των τελευταίων δύο κυρίως ετών[5].
❧
Στην Ισπανία, η ιστορία του φεμινιστικού και του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, συμπορεύεται με άλλα μαζικά κοινωνικά κινήματα, όπως η εναντίωση στη δικτατορία του Φράνκο και η μετάβαση στο πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας, το κίνημα για τη μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος και ο αδιάκοπος αγώνας των σεξεργατριών για αναγνώριση και ισότητα στην εργασία. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε μία πολιτικοκοινωνική συνθήκη που διαφέρει κάπως από αυτήν της Ελλάδας.
Στην αγορά του βιβλίου υπάρχουν δεκάδες ανεξάρτητοι εκδοτικοί οίκοι, πολλοί από τους οποίους ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με την έκδοση ΛΟΑΤΚΙΑ+ βιβλίων και την εκπροσώπηση νέων ΛΟΑΤΚΙΑ+ λογοτεχνών και λογοτεχνισσών. Επίσης, στη Μαδρίτη, τη Βαρκελώνη και άλλες μεγαλουπόλεις υπάρχουν συνοικιακά βιβλιοπωλεία αφιερωμένα στη ΛΟΑΤΚΙΑ+ και κουήρ θεωρία και λογοτεχνία. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε εδώ το μικρό βιβλιοπωλείο Mary Read της Μαδρίτης όχι, βέβαια, για την εμπορική του διάσταση αλλά γιατί με την ύπαρξη και το όνομά του πραγματώνει ένα από τα βασικότερα αιτήματα του κουήρ κινήματος: τη διεκδίκηση της ιστορίας. Ανασύρει από την αφάνεια τη μάλλον άγνωστη Μαίρη Ρηντ και κατ’ επέκταση τη συνεργό της Αν Μπόνι, δύο πειρατίνες λεσβίες ή τουλάχιστον αμφιφυλόφιλες γυναίκες, πιθανότατα ανάπηρες ως συνέπεια της πειρατικής ζωής[6]. Δυστυχώς, όμως, σώζονται πολύ λίγες πληροφορίες για τη ζωή και τις περιπέτειές τους.
Ας δούμε, όμως, τα βιβλία που έχουμε επιλέξει. Καταρχάς, οι τίτλοι που θα παραθέσουμε αποτελούν ένα πολύ μικρό δείγμα των κουήρ έργων που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια στο ισπανικό κράτος. Στόχος μας ήταν να υπάρχει ένα ευρύ ειδολογικό και θεματικό άνυσμα, ώστε να δούμε όχι μόνο πώς θεματοποιείται η κουήρ ρευστότητα στα έργα που ξεχωρίσαμε, αλλά και πώς πραγματώνεται η κουήρ απροσδιοριστία μέσα από μια σειρά υβριδικών (ως προς το είδος τους) κειμένων. Για τον λόγο αυτό συμπεριλαμβάνουμε ένα ερευνητικό ιστορικό δοκίμιο, ένα ιστορικό δοκίμιο τέχνης, ένα σύντομο δοκιμιακό μανιφέστο, μια συλλογή αυτοβιογραφικών δοκιμίων, μια πολυφωνική συλλογή διηγημάτων βασισμένη σε μια σειρά συνεντεύξεων, ένα σχεδόν ηθογραφικό σύγχρονο μυθιστόρημα και ένα λυρικό πεζογράφημα που κινείται στα όρια του φανταστικού και του γουέστερν. Επίσης, θέλαμε να αναδείξουμε τη σύμφυτη πολλαπλότητα του κουήρ που αγκαλιάζει ένα ολόκληρο φάσμα ριζικά διαφορετικών εμπειριών και σωμάτων. Ενώ, τέλος, αδιαπραγμάτευτο κριτήριο ήταν και η κουήρ ταυτότητα των ίδιων των υποκειμένων που υπογράφουν τα βιβλία τα οποία συγκεντρώσαμε εδώ, με αδιάρρηκτη πίστη στη συμπεριληπτικότητα, τη διαθεματικότητα της Κίμπερλι Κρένσοου, τις τοποθετημένες γνώσεις της Ντόνα Χάραγουεϊ, την πολιτική της τοποθέτησης της Έιντριεν Ριτς και τον ενσώματο και ενσωματωμένο μετα-ανθρωπισμό της Ρόζι Μπραϊντότι.
Το πρώτο βιβλίο, το οποίο συνεχίζει τη γραμμή της διεκδίκησης της ιστορίας, όπως την είδαμε στην περίπτωση της Μαίρη Ρηντ, είναι το βιβλίο Lunática (Σεληνιασμένη) της Αντρέα Μομόιτιο (εκδόσεις Libros del K.O., Μαδρίτη 2022). Πρόκειται για ένα βιβλίο που πασχίζει να επουλώσει την ιστορική μνήμη και να ρίξει φως στα γεγονότα γύρω από τη ζωή και τον θάνατο της Μαρία Ισαμπέλ Γκουτιέρεθ Βελάσκο, μιας νεαρής σεξεργάτριας από μια φτωχή οικογένεια του Σανταντέρ, η οποία πέρασε τα πρώτα χρόνια της νεότητάς της μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές της Μαδρίτης, της Καντάμπρια και της Εουσκαλερία. Όπως αναφέραμε παραπάνω, κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης το κίνημα κατά των φυλακών έφτασε σε στιγμές μεγάλης έντασης. Στο πλαίσιο αυτό, ένα πρωί του Σεπτέμβρη του 1977 ξημερώνει σχεδόν αποτεφρωμένο το νεκρό σώμα της 23χρονης Μαρία Ισαμπέλ σε ένα κελί της φυλακής του Μπασάουρι, στη χώρα των Βάσκων. Οι συναδέλφισσές της γνώριζαν καλά πως η Μαρία Ισαμπέλ ήξερε να παίζει με τη φωτιά και δεν πίστεψαν την επίσημη εκδοχή των γεγονότων. Έτσι, ο θάνατος της νεαρής γυναίκας σήμανε την πρώτη απεργία σεξεργατριών στο Μπιλμπάο και μία σειρά μαζικών κινητοποιήσεων που απαιτούσε αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους, βελτίωση των συνθηκών κράτησης στις φυλακές του Φράνκο και την κατάργηση του νόμου «περί επικινδυνότητας και επανένταξης», ο οποίος χρησιμοποιούνταν κατά το δοκούν σε βάρος των μελών της ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητας, ατόμων με «ψυχικές ασθένειες» και σεξεργατριών. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια σπάνια και ενδελεχή έρευνα προς υπεράσπιση των σωμάτων που καταδικάζονταν σε μια ζωή στο περιθώριο και την αποσιώπηση του φρανκικού καθεστώτος και τοποθετείται ξεκάθαρα κατά των θεσμών, της καθολικής ηθικής, της ψυχιατρικής, των φυλακών, της φτώχειας και της δικτατορίας του Φράνκο μέσα από την ιστορία μιας «ασήμαντης» γυναίκας που θα είχε χαθεί στη σιωπή όπως τόσες, τόσα και τόσοι άλλ@.
Το δεύτερο βιβλίο τιτλοφορείται Nadie miraba hacia aquí: Un ensayo sobre VIH/SIDA (Κανείς δεν κοιτούσε προς τα εδώ: Ένα δοκίμιο για την τέχνη και τον HIV/AIDS) και εντάσσεται στην ίδια κατηγορία, αυτή της αποκατάστασης της συλλογικής μνήμης και ιστορίας. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο της συγγραφέως και σχεδιάστριας Αντρέα Γκαλαξίνα, σε συνεργασία με τις εκδόσεις el primer grito (2022). Το βιβλίο αρχίζει ξεκαθαρίζοντας όρους που σχετίζονται με τον ιό HIV, διαφοροποιώντας τον ρητά από το λεγόμενο AIDS, ενημερώνει για την τρέχουσα ιατρική διαχείριση του ιού και τους τρόπους προφύλαξης και μετάδοσής του. Στη συνέχεια δίνει ένα πλήρες πολιτισμικό, ακτιβιστικό και πολιτικό πλαίσιο για την καλύτερη κατανόηση του βιώματος της επιδημίας στα χρόνια 1981-1996, με ιδιαίτερη έμφαση στη δολοφονική πολιτική της κυβέρνησης Ρήγκαν. Ταυτόχρονα, κάνει ξεκάθαρα λόγο για τον ρόλο των φαρμακευτικών εταιριών καθώς και τα ρατσιστικά και ομοφοβικά κριτήρια πρόσβασης στις πρώτες δοκιμές των φαρμάκων. Παράλληλα, συγκεντρώνει έργα τέχνης που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα θεματικών αλλά και εικαστικών μέσων. Αποκλείει ρητά τις «Καλές Τέχνες» και προάγει την τέχνη του δρόμου, τα έργα ακτιβιστών και το προσωπικό υλικό των ίδιων των ατόμων που ασθένησαν. Τέλος, αρθρώνει το βάρος και τη σημασία του πένθους, συλλογικού και ατομικού, και δίνει χώρο στο αναγνωστικό κοινό να νιώσει ή/και να ανασάνει.
Τα επόμενα δύο βιβλία τα οποία ξεχωρίσαμε, εκκινούν και αυτά από μια στροφή στο παρελθόν σε μια προσπάθεια να ανασυνθέσουν μια γενεαλογία που αποσιωπήθηκε. Παρ’ όλα αυτά, εν τέλει στρέφονται στο παρόν, διεκδικούν την ύπαρξή μας στο εδώ και στο τώρα και δίνουν φωνή σε σώματα που έχουν τόσα να πουν ως προσθήκη σε όσα ειπώθηκαν και ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Τo πρώτο βιβλίο το υπογράφει η/το Ίτσι Γκέρα και τιτλοφορείται Lucha contra el capacitismo (Αγώνας κατά της αρτιμέλειας, εκδ. Imperdible, Μαδρίτη 2021). Πρόκειται για ένα σύντομο αλλά πολύ πυκνό κείμενο, που καταφέρνει να κάνει λόγο για την αναπηρία και την αποσιώπησή της στο βάθος της ιστορίας (με παραδείγματα από τη Μαίρη Ρηντ, τη Μάρσα Π. Τζόνσον, τον Φράνκλιν Ρούσβελτ ακόμα και την εικονική Χάριετ Τάμπμαν). Αναφέρεται στις αποικιοκρατικές ρίζες της κατασκευής της αρτιμέλειας και της κανονικότητας, ανοίγει διάλογο με τον αντισπισισμό και τέλος μιλάει για τη σχέση της αναπηρίας με το κουήρ, αφού στο κάτω κάτω της γραφής αρκεί ένα μόνο μέρος της συμπεριφοράς ή της εμφάνισής σου να αποκλίνει ριζικά από τη νόρμα για να κατηγοριοποιηθείς οριστικά στην πλευρά της ετερότητας. Στην ίδια γραμμή, κατατάσσουμε και τα βιβλία της Μαγδαλένα Πινιέιρο, π.χ. το 10 gritos contra la gordofobia (Δέκα κραυγές κατά της χοντροφοβίας,εκδ. Vergara, Βαρκελώνη 2019).
Για να γεφυρώσουμε το πέρασμα από το δοκίμιο στη λογοτεχνία, παραθέτουμε εδώ δύο ακόμα βιβλία. Το πρώτο γράφεται από έξι τρανς άτομα, από κοινού, και λέγεται Vidas trans (Τρανς ζωές, εκδ. levanta fuego 2019). Κάθε άτομο γράφει ένα αυτοβιογραφικό σύντομο δοκίμιο για τα εμπόδια που συνάντησε σε μία όψη της ζωής του: στη δουλειά, στο σχολικό σύστημα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οικογένεια ή σε κάποια σχέση, στο ιατρικό σύστημα, στη χώρα όπου ζει ως απότοκο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Έξι όψεις μιας ζωής στη διάρκεια της οποίας κάπου, κάπως, κάποτε, καταφέρνουμε και συναντιόμαστε και δεν είμαστε μόνα. Το δεύτερο βιβλίο αυτής της μικρής υποενότητας λέγεταιLibres: Historias de vidas más allá del género binario (Ελεύθερα: Ιστορίες ζωών πέρα από το έμφυλο δίπολο, εκδ. la niña azul 2022). To βιβλίο αυτό το επιμελείται το Ντάρκο Ντεθιμαβίγια, ένα μη δυαδικό ως προς το φύλο άτομο, το οποίο παίρνει είκοσι συνεντεύξεις τις οποίες μετατρέπει σε αφηγήσεις προσπαθώντας να μείνει όσο γίνεται πιο κοντά σε όσα άκουσε. Από κάθε συνέντευξη κρατάει μία πρόταση αυτολεξεί και στο τέλος παραθέτει τρεις λέξεις τις οποίες διάλεξε το κάθε άτομο για την ιστορία του. Μία άσκηση από το εγώ στο εσύ στο εμείς και πάλι πίσω. Είκοσι ιστορίες, είκοσι διαφορετικές αντιλήψεις για το φύλο ελεύθερες να κατοικηθούν όπως θέλουν έξω από το θηλυκό και το αρσενικό, έξω από τα όρια και πιο κοντά στη μυθοπλασία.
Στο σώμα μας μάθαμε πώς είναι ο κόσμος,
στη λογοτεχνία ψάχνουμε πώς θα τον αλλάξουμε.
Τέλος, κλείνουμε με δύο λογοτεχνικά παραδείγματα που διαφέρουν πολύ μεταξύ τους και μπορούν να μας προσφέρουν δύο τελείως διαφορετικές ματιές γύρω από το κουήρ, κυρίως γιατί ίσως να μην ταιριάζουν στη στερεοτυπική αναγνωστική προσδοκία μας.
Πρώτα, θα μιλήσουμε για το βιβλίο της Αντρέα Αμπρέου Panza de burro (Κοιλιά γαϊδάρου, εκδ. Barrett 2020). Είναι καλοκαίρι στις αρχές του μιλένιουμ σε ένα αγροτικό χωριό στον βορρά της Τενερίφης και παρακολουθούμε τη φιλία δύο δεκάχρονων κοριτσιών, της Ισόρα και της πρωταγωνίστριας, της οποίας το όνομα δεν γνωρίζουμε (καθώς η Ισόρα την αποκαλεί διαρκώς «Shit!»). Το χωριό είναι πάντα συννεφιασμένο, το καλύπτει ένα γκρι βαρύ σύννεφο, το οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν «γαϊδαροκοιλιά». Δεν έχει ήλιο ούτε θάλασσα, μόνο ανηφοροκατηφόρες, κινητά με κουμπιά, γκέιμ-μπόι και στην καλύτερη των περιπτώσεων λίγο ίντερνετ για να μπουν στο εμεσέν. Τα δυο κορίτσια είναι αχώριστα, η πρωταγωνίστρια πιο ντροπαλή και μαζεμένη ακολουθεί συνέχεια την Ισόρα που είναι πιο τολμηρή και τα ξέρει όλα. Είναι δύο κορίτσια στα προεφηβικά τους χρόνια που ανακαλύπτουν σιγά σιγά τη σεξουαλικότητά τους. Κάποιες φορές παίζουν και με ένα φιλαράκι τους τον Χουανίτο ή μάλλον την Χουανίτα Μπανάνα, όπως την αποκαλούν όταν είναι μόνες.
Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος δεν έχει καμία σχέση ούτε με το φαντασιακό ενός ηλιόλουστου τουριστικού καλοκαιριού στα Κανάρια Νησιά, ούτε με το παιδικό παιχνίδι. Το κλίμα είναι πάντα ασφυκτικό, ο λόγος ωμός χωρίς ταμπού, με σκατολογικές λεπτομέρειες, εμετούς και έντονες μυρωδιές. Επίσης, η συγγραφέας επιλέγει να χρησιμοποιήσει την κανάρια διάλεκτο, γεγονός που κάνει εντονότερα τα ηθογραφικά, σχεδόν νατουραλιστικά, στοιχεία της αφήγησης. Πρόκειται σίγουρα για μια σκοτεινή, αδόκητη ιστορία και μια παράδοξη πραγμάτωση. Μεταφράζουμε εδώ ενδεικτικά:
Η μπάρμπι Τσατσιράτσι θα δούλευε στη μπορνεία και η Σαράι άρχισε να χαζογελάει καλύπτοντας το στόμα με το χέρι της, χιχιχιχιχι. Καμιά φορά ήμασταν πολύ βάρβαρες με την Τσάτσι αλλά στη Χουανίτα Μπανάνα άρεσαν οι καφρίλες μας και κατουριόταν πάνω της απ’ τα γέλια. Η Τσατσιράτσι κατέληξε να πετάει γυμνή πάνω από τις γλάστρες με τους φοίνικες που είχε βάλει η γιαγιά στα σκαλιά της εισόδου. Η Ισόρα άρχισε να έχει μια τσαντίλα πολύ μεγάλη γιατί τελικά η Χουανίτα όλο μας χαλούσε το παιχνίδι. Δεν ήθελε να κάνει πράγματα ρεαλιστικά, ήθελε να πετάει, να βάζει τις μπάρμπι να σκαρφαλώνουν γκρέμια ή να βγάζουν από το στόμα τους φωτιά. Χουανίτα, γαμωτοχριστοσουβλαμμένη, της είπε η Ισόρα, ή που θα κάνεις τα πράγματα σωστά ή που δεν θα παίξεις! Και τότε ακούσαμε βήματα στον δρόμο και μια σκοτεινή φωνή σαν σπηλιά, γρεζιασμένη, παμπάλαια. Χουάν, κατέβα αμέσως κάτω! Ήταν ο παππούς του Χουανίτο με τη ζώνη στο χέρι. Ήρθε μέχρι εκεί που ήμασταν και του άρπαξε την Τσατσιράτσι από τα χέρια. Από τον φόβο μου άρχισα να θέλω να κατουρήσω πάρα πολύ. Η Ισόρα είπε ότι ο Χουανίτο μας βοηθούσε απλώς να βάλουμε τις μπάρμπι στη θέση τους, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Ο παππούς του τον γράπωσε από το αυτί και του το ’στριψε λες και στράγγιζε βρεγμένο πετσετάκι κουζίνας, τον έσυρε στον δρόμο και τον έβαλε μέσα στο σπίτι. Η μπάρμπι έμεινε πεταμένη στο πάτωμα με τα πόδια ανοιχτά. Στο γυμνό κορμί της έπεφτε η σκιά της μπουκαμβίλιας. Η Ισόρα μου έκλεισε τα αυτιά με τα δάχτυλά της και εγώ έκανα το ίδιο. Κοιταζόμασταν στα μάτια χωρίς να κουνηθούμε καθόλου πολλή ώρα. Μέσα στα αυτιά μου άρχισα να ακούω ένα πολύ δυνατό χτύπο, λες και η καρδιά μου ήταν μέσα στο κεφάλι μου, τουτουτούμ, λες και ο χτύπος της καρδιάς μου κοπανούσε τα δάχτυλά της στα τοιχώματα του σώματός μου. Συγκεντρώθηκα ώστε να νιώσω τα δικά μου δάχτυλα, αλλά τίποτα. Δεν υπήρχε χτύπος, λες και το κορμί της ήταν γεμάτο σπλάχνα.
Αφήσαμε η μία την άλλη. Οι κραυγές της Χουανίτα αντηχούσαν μέχρι πέρα από το σταυροδρόμι. (σσ. 73-74)
Το δεύτερο λογοτεχνικό έργο που επιλέξαμε είναι το Roja catedral (Κόκκινος καθεδρικός) της Γκλόρια Φορτούν (εκδ. Dos Bigotes, 2022). Πρόκειται για ένα είδος ποιητικής πρόζας που μας διηγείται μια πολύ προσωπική βιογραφία μιας γυναίκας που λέγεται Θιέλο. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια ονειρική εκδοχή μιας μελλοντικής Μαδρίτης που θυμίζει Φαρ Ουέστ, ένα ταξίδι στο παρόν και στο παρελθόν ταυτόχρονα, μια ποιητική ετεροτοπία με περισσότερα άλογα από ό,τι αυτοκίνητα. Η Θιέλο ζει στην παρανομία, οι εγκληματίες μονομαχούν με στίχους και ο μόνος λόγος επανάστασης είναι η επιθυμία. Πρόκειται για μια ωδή στην ποίηση, τον έρωτα και τη ζωή σε κάθε ηλικία. Μεταφράζουμε και εδώ ένα ενδεικτικό απόσπασμα:
Ένας πόλεμος σάρωσε τον πλανήτη και τώρα περπατάμε πάνω στα θρύψαλα. Οι ελάχιστες υποσχέσεις ανθρωπιάς που είχαν μείνει σταθερές, έσπασαν και η δεύτερη πολιτική, αυτή της εξουσίας, αυτή στην οποία βασίστηκε η πατριαρχία αιώνες ολόκληρους, δεν προσφέρει τίποτα πια, ούτε καν σε εκείνους τους ελάχιστους που επωφελούνταν. Η πρώτη πολιτική, αυτή των σχέσεων, πρέπει να εξαπλωθεί για να κυριεύσει επιτέλους η ζωή.
Δε μας ενδιαφέρει καθόλου η επιστροφή ορισμένων ηλίθιων που θέλουν να αφήσουν τα πράγματα όπως ήταν. Δεν θέλουμε να ξαναδούμε τον φόβο μιας τιμωρητικής ιεραρχίας να ορίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Δεν μας νοιάζει η εκπαίδευση ζόμπι και τα 25 χιλιόμετρα την ώρα ενός αυτοκινήτου. Δεν ενδιαφερόμαστε για τη σκλαβιά που θα μας δίνει φαγητό. Δεν θέλουμε φαρμακευτική αγωγή για να ανεχόμαστε τη ζωή μας. Δεν μας ενδιαφέρει ο παλιός κόσμος.
Γιορτάζουμε τo παγκόσμιο μπλακάουτ.
Φτύνουμε πάνω στην ανθρώπινη ανωτερότητα που αναζητά τη φρίκη των πρησμένων συκωτιών χήνας.
Δεν χρειαζόμαστε παραδείγματα προς μίμηση αλλά ζωές που μπορούμε να τις φανταστούμε, ζωές στις οποίες τα άτομα θα μπορούν να ακολουθήσουν το καθένα το δικό του μονοπάτι. Τα αφηγήματα που προδιέγραφαν τη μοίρα μας μέχρι τώρα, δεν μας προσφέρουν τίποτα πλέον. Ας κλείσουμε πια αυτό το βιβλίο. Μας έκαναν να πιστέψουμε πως είχαμε χαλάσει αλλά αυτό που είχε χαλάσει τελικά ήταν ο κόσμος.
Ας πιστέψουμε στον άνεμο που χτενίζει τη χαίτη του άγριου αλόγου. Ας πιστέψουμε πως μπορούμε να μας φτιάξουμε από την αρχή με γνώμονα τα όνειρά μας και όχι τα ελαττώματα. Ας πιστέψουμε στην ομορφιά των σωμάτων που ξεφεύγουν από τη νόρμα. Ας πιστέψουμε πρώτα στην εσωτερική μας αυτάρκεια, πριν από οποιαδήποτε εξωτερική επιταγή.
Δεν θέλουμε να έχουμε πια την ευθύνη για τον πόνο όλου του κόσμου. Θέλουμε να αναλάβουμε τη θεραπεία του.
Θα υπακούμε σε έναν νόμο πολύ μεγαλύτερο από τον δικό σας: τον Νόμο της Επιθυμίας. (σσ. 33-34)
Επομένως, ποιος είναι ο συνεκτικός δεσμός όλων αυτών των βιβλίων που παραθέσαμε και γιατί επιμένουμε να μιλάμε για το «κουήρ»; Στη δική μας ανάγνωση, το κουήρ είναι πολυφωνικό και πολυσήμαντο, περιθωριακό και κάποτε αδιανόητο, είναι καταφύγιο, είναι αναλυτικό εργαλείο, είναι θεωρία και ακτιβισμός, είναι τραύμα και ενδυνάμωση, είναι ρίζες και γενεαλογία, είναι προβολή και μέλλον, είναι ελπίδα, ευφορία και δυσφορία, αλλά κυρίως είναι μια αίσθηση ανήκειν, κατανόησης και αμοιβαίας αναγνώρισης. Είναι τα παρακάτω λόγια του Πωλ Μπ. Πρεθιάδο από το τελευταίο βιβλίο του Dysphoria mundi (εκδ. Anagrama, Βαρκελώνη 2022):
Πάνω απ’ όλα να θυμάστε πως δεν είστε μόνα. Υπάρχει ένα πάνθεο αγίων και μαγισσών φεμινιστών, κουήρ, τρανς και, παρότι εγώ ήμουν άτυχος με την κουλτούρα στην οποία μεγάλωσα και με απαρνήθηκαν για χρόνια ολόκληρα οι γονείς μου, πάντα ένιωθα την προστασία τους. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία μέρα που οι κουήρ άγιοι να μην κάνουν το πέρασμά τους από τις ζωές μας. Αυτός ο καθεδρικός ναός των καταραμένων αγίων είναι πολύ ισχυρότερος από την εθνική κουλτούρα, πολύ πιο φιλόξενος από τη βιολογική οικογένεια, πολύ πιο προστατευτικός από την εκκλησία, πολύ πιο περιποιητικός από την πόλη στην οποία γεννηθήκατε. Σας προσφέρω, λοιπόν, αυτή τη γενεαλογία τη γεμάτη παρίες ως συμμετοχή στον αγώνα σας. Είμαι μαζί σας. Όπου και αν βρίσκομαι, μπορείτε να έρθετε. Θα σας απλώσω το χέρι μου και θα σας αγκαλιάσω. Αν θέλετε κάτι από όσα έμαθα από την παράδοση της πολιτικής αντίστασης και την κουλτούρα των αποστατών, θα σας το δώσω. Αυτή η παράδοση είναι και δική σας. Αυτή η κουλτούρα ανήκει και σε εσάς. Τη διατήρησα για εσάς. Αν πεινάτε, θα σας δώσω τροφή. Αν έχετε χάσει κάθε ελπίδα, θα σας διαβάσω Λέσλι Φάινμπεργκ. Αν χρειάζεστε κουράγιο, θα ακούσουμε τα τραγούδια της Λύντια Λαντς. Αν ψάχνετε λίγη χαρά, θα σας πάω να δείτε την Άννι Σπρινκλ και τη Μπεθ Στήβενς. Θα σας δοθώ ολόκληρος γιατί με κατασκεύασα για εσάς. Το σώμα μου, την καρδιά μου, τη φιλία μου. Τα όργανά μου ζωντανά και ψεύτικα, αν τα έχετε ανάγκη, είναι δικά σας. Μπορείτε να έρθετε με τις πληγές σας και τις αναμνήσεις σας, αλλά και με την αμνησία ή τη δυσκολία έκφρασής σας. Θα σας υποδεχτώ όπως και να έχει. Δεν χρειάζεται καν να κάνω προσπάθεια. Μου αρέσει η δυσφορία και o εγκωμιασμός της ενάντια στη νόρμα γιατί αυτό ξέρω από παιδί. Η δυσφορία είναι δυσάρεστη. Είναι μιζέρια. Είναι απαιτητική. Είναι επώδυνη. Μας καταστρέφει. Μας μεταμορφώνει. Όμως, είναι και η αλήθεια μας. Είναι σημαντικό να μάθουμε να την ακούμε. Είναι ο πλούτος μας, η δυσφορία. Η διαίσθηση που μας επιτρέπει να ξέρουμε τι πρέπει να αλλάξει. Θα σας αναγνωρίσω από τη δυσφορία σας. Δεν θα με ενοχλήσετε ποτέ. Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω. Επομένως, από τώρα και στο εξής, συνεχίστε το δρόμο σας. Μπορείτε να με σύρετε μαζί σας στον ανεμοστρόβιλο. Αν έρθετε να με αναζητήσετε, θα σας αναγνωρίσω. (σσ. 546-547)
[1] Austin, J. L., How to Do Things With Words, Clarendon Press, Οξφόρδη 1962.
[2] Ενδεικτικά βλ. A. Sinfield, The Wilde Century: Effeminacy, Oscar Wilde and the Queer Moment, Cassell, Νέα Υόρκη 1994 & Μ. Douglas, Bosie: A Biography of Lord Alfred Douglas, Hodder & Stoughton, Λονδίνο 2000. Επίσης, στις ΗΠΑ εισάγεται το εξής λήμμα «queer adjective 1. homosexual. Derogatory from the outside, not from within US» στο λεξικό The Concise New Partridge Dictionary of Slang and Unconventional English το 1914.
[3] Ενδεικτικά βλ. S. Crook, C. Jeffries (επιμ.), Resist, Organize, Build: Feminist and Queer Activism in Britain and the United States During the Long 1980s, SUNY Press, Νέα Υόρκη 2022 καθώς και το φυλλάδιο Queers Read This που κυκλοφορεί στο pride της Νέας Υόρκης τον Ιούνιο του 1990 (τελευταία πρόσβαση: 20.12.2022).
[4] Παράφραση του τίτλου του έργου του Πωλ Μπ. Πρεθιάδο, Είμαι το τέρας που σας μιλά: Αναφορά σε μια ακαδημία ψυχαναλυτών, μτφρ. Α. Μ. Ελευθερίου, Αντίποδες, Αθήνα 2022.
[5] Στο παρόν άρθρο θα περιοριστούμε σε μια ενδεικτική παρουσίαση έργων που εκδίδονται εντός του ισπανικού κράτους στο διάστημα 2019-2022 και γράφονται στα καστιλιάνικα και όχι στις υπόλοιπες γλώσσες άλλων Αυτόνομων Κοινοτήτων όπως τα βασκικά, τα καταλανικά ή τα γαλικιανά.
[6] D. Defoe, (Captain Charles Johnson), A General History of the Pyrates, Sastrugi Press Classics, Τζάκσον WY 2020.
