Ελίνα Λούκου

Κυκλαδίτικα Αποτροπαϊκά: Σχήματα Προστασίας

Το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου στη Φολέγανδρο βρίσκεται πάνω στον κεντρικό δρόμο που συνδέει τη Χώρα του νησιού με την Άνω Μεριά. Είναι ένα ταπεινό κτίσμα· όμως, δίπλα στο καμπαναριό του και εκατέρωθεν της καμπάνας και του κεντρικού σταυρού, βρίσκονται δύο κιονίσκοι κωνικού, μακρόστενου σχήματος, που μοιάζουν περισσότερο με προστάτες του σταυρού – «πνευματικά» αλεξικέραυνα – και όχι απλώς διακοσμητικά.

Τέτοιου είδους «κέρατα» ή «νύχια» βλέπει κανείς στη Φολέγανδρο όχι μόνο σε κτίρια εκκλησιών, αλλά και σε κατοικίες. Οι σχηματισμοί αυτοί βρίσκονται όχι μόνο στις κορυφές των κτισμάτων αλλά και σε εξωτερικούς τοίχους, σε σημεία που δεν είναι απαραίτητα λειτουργικά. Κάτι που, κατ’ ομολογία των κατοίκων, εξυπηρετεί απλά και μόνο τον σκοπό του να προστατεύει το εκάστοτε κτίσμα από «το κακό».

Μέσα στους αιώνες της αρχιτεκτονικής, τα αποτρεπτικά (αποτροπαϊκά) σύμβολα είχαν περιγραφικούς σχηματισμούς: γοργόνεια ή μέδουσες, οφθαλμούς, ανοιχτά χέρια ή χέρια με εκτεταμένα δάχτυλα, κέρατα ζώων, ζώα, φαλλούς και κόγχες. Η ιστορία της λαϊκής παράδοσης δείχνει ότι, σε γενικές γραμμές, αυτές οι αντιβασκανικές «χειρονομίες» κατέληγαν συνήθως σε οξύ σχήμα και σε μορφές που τρόμαζαν με την εμφάνισή τους, ώστε να προστατεύσουν από το βλέμμα του εχθρού ή του «επιβουλεύοντος».

Τα δύο κεφάλια των Τούρκων πολεμιστών που στρέφονταν ανατολικά και δυτικά, κατά τον Αλέξανδρο Ροδάκη, προστάτευαν το σπίτι του στην Αίγινα όταν εκείνος έλειπε, «κοίταζαν μακριά, σαν με μυστικό βλέμμα» (1) – αποτρόπαιο, σαν να έβλεπαν έναν κίνδυνο μη ορατό.

Στην Άνδρο, κατά τη διάρκεια μιας εσωτερικής κατεδάφισης, βρήκαμε σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια, ένα ψαλίδι και αποκόμματα από εφημερίδες, κρυμμένα σε μια εσοχή μέσα σε πέτρινο τοίχο – αντικείμενα «κατάθεσης» του προηγούμενου ιδιοκτήτη.

Στις Κυκλάδες, τα αποτροπαϊκά σύμβολα είναι κυρίως κτιστές κόγχες – μερικές φορές καλοσχηματισμένες και κάθετες προς τον ουρανό, μερικές φορές γέρνουν προς μια πλευρά. Έχω παρατηρήσει, όμως, και απλά σπασμένα κεραμικά, τοποθετημένα σε πυργάκια στις στέγες, με αιχμηρό προσανατολισμό προς τα πάνω· ή ακόμη και πέτρες στις τοιχοποιίες, που δεν συνάδουν με την υπόλοιπη λιθοδομή· είναι απλά εξογκώματα, τα οποία σοβατίζονται εξωτερικά μαζί με τον υπόλοιπο τοίχο. Οποιοσδήποτε σχηματισμός σπάει το εξωτερικό περίγραμμα, ακόμη και με τον πιο απλό τρόπο, μοιάζει να προσφέρει στην αντιμετώπιση της κακοτυχίας.

Παρά το γεγονός ότι αυτοί οι σχηματισμοί δεν είναι περιγραφικοί – όπως μια μέδουσα ή ένα κέρατο – εξακολουθούν να εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό: να τρομάξουν και να απωθήσουν. Η αίσθηση του τρομακτικού δεν προκύπτει μόνο από την παραμόρφωση του εξωτερικού περιγράμματος με ένα σχήμα, αλλά και από την αδυναμία να ερμηνευτούν αυτά τα στοιχεία με τη λογική. Αρκεί, για παράδειγμα, μια μικρή στοίβα σπασμένων κεραμικών για να ανοίξει ένας διάλογος με το υπερφυσικό, το άλογο, την προστασία από το ακατανόητο.

Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική – «που νευρικά αναζητά ολοένα το τελειότερο»(2) – τα αποτρεπτικά σύμβολα δεν είναι πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας. Τα κτίσματα, εσωτερικά και εξωτερικά, έχουν «απαλλαχθεί» από την ανάγκη για προστασία από μη ορατούς κινδύνους. Η απουσία των αποτρεπτικών συμβόλων δεν περιορίζεται απλώς στην εξαφάνιση ενός διακοσμητικού στοιχείου· μαρτυρά μια βαθύτερη απώλεια νοήματος και σχέσης του ανθρώπου με το κτισμένο περιβάλλον του και το παρελθόν του. Τα αποτρεπτικά σύμβολα λειτουργούσαν ως υπενθύμιση της αόρατης διάστασης της ζωής· μιας πραγματικότητας όπου το σπίτι δεν ήταν απλώς καταφύγιο από τα καιρικά φαινόμενα, αλλά χώρος εμποτισμένος με παρουσία, πίστη, προσευχή και πρόθεση. Τα στοιχεία αυτά, μεταξύ άλλων, τόνιζαν την προστατευτική γραμμή μεταξύ των ιερών, ιδιωτικών εσωτερικών χώρων και του επικίνδυνου, χαοτικού εξωτερικού κόσμου.

Αναρωτιέμαι, μήπως το κτίσμα, χάνοντας αυτήν τη σχέση με το υπερφυσικό, έχασε και την ιερότητά του – και λίγο από το βάρος που είχε στους καιρούς της αντιβασκανικής πεποίθησης.

«Παράδοση… είναι προπάντων η παρουσία του άλλου ανθρώπου (ακριβέστερα: πολλών άλλων ανθρώπων, ζωντανών και πεθαμένων) μέσα μου ή μέσα στα έργα μου·»(3)

Πώς μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη σχέση των κτισμάτων με την πνευματικότητα – αυτή που χάθηκε μαζί με την απώλεια του «χρέους» της προστασίας από τις αόρατες δυνάμεις; Μήπως είναι καιρός να επανεισαγάγουμε στοιχεία που δεν υπακούν μόνο στη λογική· σχήματα και μορφές ανεξήγητες, που λειτουργούν ως άγκυρες για εκείνα τα αθέατα κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής που ταξιδεύει ίδια μέσα στους αιώνες;

Ίσως χρειάζεται να αναθεωρήσουμε από τι –και από ποιον– οφείλει να προστατεύει μία κατοικία. Όχι μόνο από την αναστάτωση της καθημερινότητας ή τη φθορά, αλλά και από την εσωτερική εξάντληση, την απώλεια νοήματος, την αποξένωση.

Και ίσως, εντέλει, χρειαστεί να ξαναδούμε την αξία του «άσχημου» – του ά-σχημου, αυτού που δεν φέρει προφανές σχήμα. Του μη κατανοητού, του ακανόνιστου. Εκείνων των στοιχείων που επιλέγουμε να αφήσουμε να αιωρούνται σε αμφισημία· όχι επειδή δεν ξέρουμε τι σημαίνουν, αλλά γιατί νιώθουμε πως σημαίνουν.

⸙⸙⸙

[Η Ελίνα Λούκου είναι Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ, MA Royal College of Art, London.]

  • Klaus Vrieslander – Τζούλιο Καΐμη, «Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα», Αθήνα, 1934.
  • Klaus Vrieslander – Τζούλιο Καΐμη, «Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα», Αθήνα, 1934.
  • Κιουρτσάκης, Γιάννης, Το Πρόβλημα της Παράδοσης. Αθήνα, Νεφέλη, 2003.
Κύλιση στην κορυφή