Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Άννα Ενεπεκίδου – Χρήστος Χρηστίδης

Κύπρος 1974: Η μνήμη είναι η μόνη πατρίδα του ανθρώπου

Ανασυνθέτοντας τη δημιουργία μίας έκθεσης

Η οργάνωση μίας έκθεσης ιστορικού περιεχομένου συνιστά εξ αντικειμένου πρόκληση για έναν επιμελητή. Προθέσεις, επιλογές και γεγονότα του παρελθόντος δύσκολα μπορούν να συνοψισθούν σε μία αφηγηματική γραμμή, χωρίς τον κίνδυνο παρερμηνειών για τις προθέσεις ή τη στόχευση του επιμελητή. Αν αποδεχθούμε αυτή την παραδοχή, καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή ενός θέματος της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, καθιστά αυτή την επισφάλεια ακόμη ισχυρότερη.

Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων έχει πολλές φορές στο παρελθόν οργανώσει εκθέσεις με αντικείμενο κρίσιμες καμπές της ελληνικής ιστορίας που έχουν σφραγίσει την πορεία της χώρας. Μεταξύ άλλων, το 2013 με την έκθεση «Βία κατά εκπροσώπων του λαού: 50 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη», επιχειρήθηκε να ανασυσταθεί ο βίος και η επίδραση του βουλευτή της Αριστεράς στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, να φωτιστεί το πλέγμα των υπευθύνων της δολοφονίας του και να αναδειχθεί η επιρροή του θανάτου του στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής. Την επόμενη χρονιά η έκθεση «Σκοτεινή Επταετία 1967-1974: η δικτατορία των συνταγματαρχών», επιχειρούσε να αποτυπώσει τον τρόπο που επιβλήθηκε η χούντα, τη στάση της ελληνικής κοινωνίας έναντι του καθεστώτος, την αντίδραση στο εξωτερικό και την αντίσταση στο εσωτερικό, μέσα από μία προσέγγιση βιωματική. Ο επισκέπτης καθίστατο ερευνητής, που μέσα από τις πηγές καλείτο να επαναπροσεγγίσει ή να γνωρίσει τη δικτατορία με νέους όρους.

Αντίστοιχα το 2022, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Ίδρυμα της Βουλής επέλεξε να προσεγγίσει την μεγαλύτερη τραγωδία του σύγχρονου ελληνισμού, μέσα από το πρίσμα της μουσικής και των τραγουδιών. Η καταγραφή του βιώματος και η αποτύπωσή του σε νότες και στίχους, αναδεικνύει την απόφαση των προσφύγων να ξεπεράσουν την τραγωδία και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους στον νέο τόπο, πάντα κρατώντας όμως ζωντανή τη σύνδεση με το παρελθόν, τις ρίζες και τις καταβολές τους.

Ένα στοιχείο όμως που διαφοροποιεί την παρούσα έκθεση από τις προηγούμενες, είναι – αν και έχουν παρέλθει πενήντα χρόνια – πως  η μνήμη δεν είναι απλά υπαρκτή, αλλά ζώσα. Το βίωμα είναι εξαιρετικά ισχυρό, επιδρώντας στην καθημερινότητα των υποκειμένων κατά τρόπο καταλυτικό. Στην περίπτωση της διχοτόμησης της Κύπρου, η πληγή παραμένει ανοικτή αναμένοντας ακόμη τη λύτρωση. Η διαφορά είναι εξαιρετικά σημαντική. Ακόμη και στην περίπτωση του ’22, οι πρόσφυγες πρώτης και δεύτερης γενιάς, ενσωματώθηκαν στην ελληνική κοινωνία, και πρόκοψαν· η παλιά πατρίδα ήταν εκεί, μόνο ως ανάμνηση ή σημείο αναφοράς. Στην περίπτωση της Κύπρου, όμως, η λύτρωση δεν επήλθε και η πληγή παραμένει ανοικτή.

Με αυτά τα δεδομένα, έγινε εξ αρχής κατανοητό ότι το θέμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα, παράλληλα όμως και με μία σύγχρονη ματιά, δίνοντας την ευκαιρία στον επισκέπτη να αναστοχαστεί, να λάβει ερεθίσματα που θα τον κινητοποιήσουν, με άλλα λόγια να γίνει συμμέτοχος. Αυτή υπήρξε και η δική μας προσέγγιση, όταν κληθήκαμε να αναλάβουμε την έρευνα και την επιμέλεια μίας έκθεσης με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τις δραματικές εκείνες ημέρες του καλοκαιριού του 1974. Με συνδιοργανωτές την Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, η έκθεση όφειλε να αναδείξει όλες τις πτυχές του θέματος με νηφαλιότητα, αλλά και ιστορική ακρίβεια.

Πρώτο βήμα σε αυτή την προσπάθεια ήταν να τεθούν τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα, μέσω των οποίων θα όφειλε να συγκροτηθεί το αφήγημα της έκθεσης. Ποια είναι η εμπειρία του 1974; Πώς καταγράφονται η εισβολή και η προσφυγιά στον δημόσιο βίο, στην καθημερινότητα, την ιστορία, την τέχνη και τη λογοτεχνία; Πώς συγκροτείται η συλλογική και ατομική ταυτότητα των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν, που βίωσαν την απώλεια, αλλά και που βρήκαν τη δύναμη να δημιουργήσουν ξανά; Πρόκειται για ορισμένα μόνο από τα ερωτήματα που όφειλαν να αναδειχθούν ως κεντρικοί άξονες αναφοράς ενός εξαιρετικά σύνθετου και απαιτητικού εγχειρήματος.

Στην προσπάθεια αυτή σημαντική υπήρξε η συμβολή της επιστημονικής επιτροπής της έκθεσης, που αποτελείτο από τον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη, τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Βοσκό, το μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πασχάλη Κιτρομηλίδη, την αρχαιολόγο Άννα Μαραγκού, τον αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Πέτρο Παπαπολυβίου και τον γενικό γραμματέα του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάνθη Χατζηβασιλείου.

Η σημαντικότερη όμως πρόκληση που οφείλαμε να διαχειριστούμε ήταν ο διττός χαρακτήρας της έκθεσης. Δεν επρόκειτο για μία έκθεση που θα μεταφερόταν – αυτούσια ή εν μέρει – σε μία άλλη πόλη ή χώρα, αντιθέτως θα έπρεπε το ίδιο αρχειακό και εποπτικό υλικό να ενταχθεί σε δύο αφηγηματικές ροές που θα έπρεπε να εξυπηρετούν τις ανάγκες των εν δυνάμει επισκεπτών. Με άλλα λόγια, η μεν έκθεση της Λευκωσίας απευθυνόταν σε ένα κοινό που είτε είχε βιώσει την εισβολή και την προσφυγιά είτε είχε ανάλογες αναφορές μεγαλώνοντας, σε κάθε περίπτωση όμως ένα κοινό που συνεχίζει να ζει σε μία βιαίως διαιρεμένη χώρα. Αντιθέτως, οι Ελλαδίτες επισκέπτες, ενήλικες και μαθητές, στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να είχαν μία γενική εποπτεία – και πάντως όχι βιωματικού χαρακτήρα – και γνώση του θέματος, το πιθανότερο όμως είναι να γνωρίζουν ελάχιστα για την κυπριακή τραγωδία. Σε αυτή την περίπτωση, το αφήγημα πρέπει να περιέχει και ορισμένα ιστορικά στοιχεία που ερμηνεύουν την πορεία των γεγονότων, που σε συνδυασμό με τα εκθέματα θα ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον του επισκέπτη.

Η έκθεση στην Αθήνα απευθύνεται κυρίως στο ελλαδικό κοινό, μαθητές, μαθήτριες αλλά και ενήλικες. Τι γνωρίζουμε για την Κύπρο; Για την Κυπριακή ιστορία; Πολλές είναι οι πιθανές απαντήσεις – ανάλογα με την ηλικία, τα ενδιαφέροντα και άλλους παράγοντες. Όσοι και όσες έζησαν τα γεγονότα έχουν αδιαμφισβήτητα μια βιωματική σχέση – θυμούνται τι έκαναν τη στιγμή της εισβολής, της επιστράτευσης. Θυμούνται τη δική τους ζωή τη στιγμή των τραυματικών γεγονότων. «Εκείνη η 20ή Ιουλίου 1974, στο πεζοδρόμιο μπροστά από το ιατρείο απέναντι από τον Άγιο Αθανάσιο, είναι η πρώτη πολιτική μνήμη που διαθέτω. […]. Η πρώτη πραγματική, σχηματισμένη ανάμνησή μου ήταν εκείνης της τόσο λαμπερής ημέρας, με τις τόσο σκοτεινές απηχήσεις. Και μετά, θυμάμαι τον Άκη, το Κυπριωτόπουλο που φιλοξένησαν ο θείος Μίμης, η θεία Ελένη (η αδελφή της μάνας μου)…» γράφει ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου στην έκδοση που συνοδεύει την έκθεση[1].  Όσοι και όσες δεν τα έζησαν –αναφερόμαστε στους νεότερους και φυσικά στο μαθητικό κοινό που θα επισκεφτεί την έκθεση και θα ξεναγηθεί– είναι πολύ πιθανό ότι δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα, ίσως και τίποτε.

Ποια είναι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για μια εισαγωγική παρουσίαση του θέματος της έκθεσης, τα γεγονότα αυτά που διαμόρφωσαν την Κύπρο του σήμερα; Πώς μπορεί η έκθεση να αποτυπώσει το τραύμα –προσωπικό και συλλογικό, γεωγραφικό και πολιτικό– της Κύπρου; Να μεταδώσει τα ιστορικά γεγονότα αλλά και τη βιωμένη εμπειρία;

Bασική στόχευση δεν θα μπορούσε να είναι μια εξαντλητική αποδελτίωση και επισκόπηση της Ιστορίας ούτε όμως μια προσέγγιση χωρίς γερές βάσεις στην πραγματικότητα. Έτσι, ‘ραχοκοκαλιά’ της έκθεσης, με τη μορφή μεταλλικών κατασκευών που διατρέχουν τον εκθεσιακό χώρο[2], είναι το απέριττο χρονολόγιο με επιλεγμένα γεγονότα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα έως και τις μέρες μας. Η ‘ραχοκοκαλιά’ διακόπτεται απότομα από την επιφάνεια που φέρει τις πληροφορίες και τα εκθέματα που αναφέρονται στην εισβολή. Το γεγονός της εισβολής –τομή στην ιστορία της Κύπρου– καθορίζει στο εξής τον χώρο και την πορεία των επισκεπτών.

Ο αφηγηματικός άξονας της έκθεσης παρακολουθεί την ιστορική γραμμή: η ζωή πριν το 1974 στην Κύπρο, η συνύπαρξη και οι συγκρούσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας· το χουντικό πραξικόπημα· η τουρκική εισβολή· οι πρόσφυγες· οι εγκλωβισμένοι· οι αιχμάλωτοι και οι αγνοούμενοι. Παράλληλα, η έκθεση αφηγείται τον αντικατοχικό αγώνα στην Κύπρο και το εξωτερικό· την ανασυγκρότηση της οικονομίας· τη μέριμνα για την πολιτιστική κληρονομιά και την εκπαίδευση, τη δημιουργία και τη ματιά στο μέλλον μέσα στην Ευρώπη.

Σε κάθε μία από αυτές τις ενότητες, τα γεγονότα και οι μνήμες βρίσκονται σε συνεχή συνομιλία και αλληλεπίδραση. Ο επισκέπτης συναντάται ποικιλοτρόπως με την ιστορία και τα ίχνη της. Σε αυτή τη συνάντηση, ο εκθεσιακός χώρος έχει ‘κατασκευαστεί’ με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί ένα γόνιμο μουσειοπαιδαγωγικό, «μη ορατό μορφωτικό» περιβάλλον που να προκαλεί και να «επιτρέπει διαδικασίες μάθησης αισθητικές, ενσώματες και επιτελεστικές[3]» για τους νεότερους αλλά και να καθίσταται ένας χώρος πρόσληψης και νοερής συνομιλίας για τους μεγαλύτερους, τους έχοντες μνήμες. Ως μουσειοπαιδαγωγικό περιβάλλον, η πολλαπλότητα και ποικιλότητα των εκθεμάτων δίνει την ευκαιρία για συμμετοχή, σύγκριση, συζήτηση και ομαδοσυνεργατική έρευνα και ερμηνεία[4].

Με ποιους τρόπους λοιπόν γίνεται αυτή η συνάντηση με το παρελθόν στην έκθεσή μας; Τα συστατικά που συνθέτουν την αφήγηση της έκθεσης είναι πολλά: αρχειακά τεκμήρια, φωτογραφίες, έργα τέχνης, χάρτες, μουσική, διαδραστικά εκθέματα, εφημερίδες, εποπτικό υλικό, ντοκιμαντέρ, λογοτεχνικά αποσπάσματα, συνεντεύξεις, προσωπικά αντικείμενα και κειμήλια, αναμνήσεις και άλλα. Για να δούμε κάποια από αυτά τα συστατικά λίγο καλύτερα:

Η λογοτεχνία «…είναι η μοναδική κιβωτός που έχει διαφυλάξει και αποδώσει τη συγκίνηση, την ψυχική διέγερση που τα αλγεινά γεγονότα προκάλεσαν και εξακολουθούν να προκαλούν σε άτομα και συλλογικότητες, τα οποία έγιναν άθελά τους φορείς του τραύματος»[5] όπως σημειώνει η Βασιλική Σελιώτη. Η λογοτεχνία, παράλληλα, «έχει σημαίνοντα ρόλο και εξέχουσα συμβολή στη μετα-μνήμη, στη διαγενεακή μεταφορά δηλαδή του τραύματος του 1974 στους απογόνους των φορέων του, οι οποίοι το εγκολπώνονται και κοινωνούν την οδύνη του και μέσω αυτής, καθιστώντας το μέρος και της σήμερον παρά τις δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει από το ίδιο το πλήγμα»[6].

Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.
Βράδυ
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός[7].

Και ο Κύπριος συγγραφέας Νίκος Ορφανίδης επισημαίνει τη δύναμη της ποίησης: «Εκείνο που απομένει από την ανάγνωση των ποιημάτων […] είναι η δυναμική της ιστορίας στον τόπο της ποίησης, και η συνακόλουθη πολυδύναμη πρόσληψη των ιστορικών δρωμένων»[8]. Αυτή η συμπύκνωση νοήματος στον ποιητικό λόγο επιβεβαιώνεται πολλές φορές στην έκθεση: από τον ευσύνοπτο αλλά τόσο εύγλωττο τίτλο της έκθεσης, φράση του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη: «Η μνήμη είναι η μόνη πατρίδα των ανθρώπων»[9] μέχρι το ποίημα στην τελευταία ενότητα:

Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο.
Ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ[10];

Τα προσωπικά αυθεντικά αντικείμενα –τα σχολικά τετράδια των μικρών προσφυγόπουλων, το τελευταίο σημείωμα ενός οπλίτη που μετά την εισβολή παρέμεινε αγνοούμενος για 45 χρόνια, τα κεντήματα «εγίναμεν πρόσφυγες»– συνδέουν τον εκθεσιακό (κατασκευασμένο) χώρο με τον ψηφιακό και τον πραγματικό, κινητοποιούν τις αισθήσεις, ερεθίζουν τη μνήμη και δημιουργούν ένα μονοπάτι προς το παρελθόν. Μουσειοπαιδαγωγικά προσδίδουν στην ιστορία την τρισδιάστατη υλικότητα που απουσιάζει από τη σχολική μάθηση. «Θα σας παρακαλούσα αν θέλεται [sic] και γίνεται να μας δίναται [sic] στο σπίτι μας ένα παιδάκι Κυπριόπουλο, να το φροτίζωμαι για όλα. Ο πατέρας μου έχουν καϊκη και ψαρεύει, ήμαστε 5 αδέλφια. Κοντά μας θα περάση πολύ καλά», γράφει ένα μαθητής από την Ίο ζητώντας να βοηθήσει έναν συνομήλικό του. Το πρωτότυπο αυτό χειρόγραφο σημείωμα συνοψίζει και υπογραμμίζει με τον καλύτερο τρόπο μια άλλη διάσταση της έκθεσης που αναφέρεται στους δεσμούς μεταξύ Ελλαδιτών και Κυπρίων, όπως αυτοί ενισχύθηκαν στα δύσκολα χρόνια ιδιαίτερα της δεκαετίας του 1970. Προσφορές, μαζικές κινητοποιήσεις, συναυλίες, φιλοξενία παιδιών από τα Κατεχόμενα, είναι μερικές μόνο από τις εκφάνσεις αυτού του πρωτόγνωρου κύματος συμπαράστασης.

Η σκηνογραφία στην έκθεσή μας –μεταλλικά βαρέλια και σακιά αναπαριστούν ένα οδόφραγμα στην έκθεση– φέρνει την ωμή πραγματικότητα που γνωρίζουμε από τις φωτογραφίες στο παρόν μας και στον χώρο μας.

Οι συνεντεύξεις που πραγματοποίησαν μέλη της Εταιρείας Προφορικής Ιστορίας Κύπρου, ευσύνοπτες αποτυπώσεις βιωμένης εμπειρίας και ερμηνείας του βιώματος, δίνει ένα ακόμα βήμα για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου. Είναι εύκολο μια τέτοια έκθεση να είναι πολυφωνική; Να επιτρέπει και να διευκολύνει τις πολλαπλές οπτικές; Δεν είναι εύκολο όταν μάλιστα πραγματοποιείται από τους κατεξοχήν θεσμικούς φορείς των δύο χωρών. Όμως η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση έγινε σε πολλά επίπεδα. «Εκείνη την ημέρα ήταν συγκλονιστικό τούτο που έγινε. Βάλαμε τα καλά μας, η μάνα μου μάζεψε από την αυλή λουλούδια που είχε φυτέψει ο πατέρας μου και τα διατηρούσε[…].Εκείνη η στιγμή ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι να κάνω. Έβλεπα οστά, τα οποία ήθελα να αγκαλιάσω…» αναφέρει ο γιος ενός αγνοούμενου, περιγράφοντας την στιγμή της απόδοσης των οστών του πατέρα του. [11]

Όλα αυτά τα συστατικά, τα πρωτότυπα αντικείμενα και τα ιστορικά τεκμήρια συνυπάρχουν με τις εικαστικές, λογοτεχνικές, κινηματογραφικές αναπαραστάσεις για να κατασκευάσουν ένα σύνολο που αποκτά νόημα για τον επισκέπτη/τρια, νεότερο ή μεγαλύτερο, που γνωρίζει και θυμάται ή όχι. Όλες μας οι εκθέσεις είναι μια κατασκευή χώρου και χρόνου. Στην έκθεση για την Κύπρο, η ‘ραχοκοκαλιά’ του χρόνου παραθέτει τα γεγονότα και προσκαλεί σε νοηματοδοτήσεις μέσα από τα ποικίλα τεκμήρια που φέρει κάθε γεγονός. Η ‘ραχοκοκαλιά’ κόβει τον χώρο στη μέση τονίζοντας τα δίπολα που συνυπάρχουν, το τραύμα και την ελπίδα, τον πόλεμο και την ειρήνη, την καταστροφή και τη δημιουργία, το παρελθόν και το μέλλον. Η ίδια η έκθεση, ένας χώρος σκέψης αλλά και διαλόγου, είναι μια πράξη πολιτισμού, είναι έκφραση δημοκρατίας, είναι προάσπιση της ειρήνης.


[1] Κύπρος 1974: η μνήμη είναι η μόνη πατρίδα των ανθρώπων, Βουλή των Αντιπροσώπων και Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2024, σ. 39

[2] Τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και την καλλιτεχνική επιμέλεια της έκθεσης στην Αθήνα ανέλαβε η αρχιτέκτονας Ναταλία Μπούρα.

[3] Νίκη Νικονάνου (επιμ.), Μουσειακή μάθηση και εμπειρία στον 21ο αιώνα, Σύνδεσμος Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, (Αθήνα, 2015) http://hdl.handle.net/11419/712, 52

[4] Κατά τη διάρκεια της έκθεσης (1/10/2024-18/6/2025) θα πραγματοποιούνται καθημερινά εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε μαθητές και μαθήτριες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και ξεναγήσεις ενηλίκων σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η έκθεση θα πλαισιωθεί με παράλληλες δράσεις, ομιλίες και συναντήσεις δίνοντας την ευκαιρία να συζητηθούν σε περισσότερο βάθος ποικίλες σχετικές θεματικές.

[5] Βασιλική Σελιώτη, Λογοτεχνία και τραύμα: το 1974 στην κυπριακή και ελλαδική λογοτεχνία. (Θεσσαλονίκη, 2021), 20

[6] Ο.π.

[7] Απόσπασμα από το ποίημα «Ερπύστριες» του Άνθου Λυκαύγη, 1974

[8] Νίκος Ορφανίδης, Η λογοτεχνία της περιφέρειας, της εξορίας και της διασποράς, (2012), 265

[9] Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το δοκίμιο του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Αιγιαλούσης επίσκεψις.

[10] Νεσιέ Γιασίν, «Ποιο μισό;», 1976

[11] «Κλάτσες δκυολοήτιτζιες» ντοκιμαντέρ των μαθητών του Γυμνασίου Αγλαντζιάς

[Η Άννα Ενεπεκίδου είναι μουσειολόγος, υποψήφια διδάκτορας Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθύντρια Υπηρεσιών του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων. Ο Χρήστος Χρηστίδης είναι διδάκτωρ Ιστορίας του ΕΚΠΑ και επιμελητής εκθέσεων στο Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.]

Κύλιση στην κορυφή