Νικήτας Σινιόσογλου, Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων, Κίχλη, Αθήνα 2024.
Αυτό το κείμενο συντίθεται από τα τρία διακριτά μέρη του τίτλου του: Το «Kyrie Eleison» (από τη Μεγάλη Λειτουργία σε ντο ελάσσονα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ) αποτελεί το κύριο μουσικό θέμα της ταινίας Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε (Un condamné à mort s’est échappé, 1956) του Ρομπέρ Μπρεσόν, η οποία μου ήρθε αυτομάτως στον νου ολοκληρώνοντας τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων (Κίχλη, 2024) του Νικήτα Σινιόσογλου· το «Balthazar», που ακολουθεί, αποτελεί ένα ακόμα μπρεσονικό κλότσημα του νευρώνα από τo αριστουργηματικό Στην τύχη ο Μπαλταζάρ (Αu Hasard Balthazar, 1966), όπου παρακολουθούμε τη ζωή, από τη γέννηση ώς τον θάνατο, ενός γαϊδαράκου που αντιπροσωπεύει την αγνότητα, γι’ αυτό και οι άνθρωποι –που δεν έχουν καμία σχέση με αυτήν– βρίσκουν ευχαρίστηση στο να τον βασανίζουν. Θα σταθώ λίγο σε αυτή την αυστηρή, ασκητική ταινία, γιατί με έκανε να συνειδητοποιήσω κάτι σημαντικό: ότι ένα ζώο μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη συγκίνηση από έναν ανθρώπινο χαρακτήρα.
Ο Μπρεσόν είναι γνωστό ότι επέλεγε μη επαγγελματίες ηθοποιούς και χρησιμοποιούσε την απειρία τους για να δημιουργήσει έναν συγκεκριμένο τύπο ρεαλισμού στις ταινίες του. Τους εξωθούσε, τρόπον τινά, γυρίζοντας ξανά και ξανά την ίδια σκηνή, να αφαιρέσουν κάθε συναίσθημα από την ερμηνεία τους, ώστε απλώς να αντιδρούν σε όσα συνέβαιναν γύρω τους. Κάτι ανάλογο, θαρρώ, συμβαίνει και σε αυτή τη νουβέλα: ο Σινιόσογλου επιστρατεύει μη κατοικίδια, μη συνεργάσιμα, απροσάρμοστα ζώα και τους δίνει φωνή, ώστε η αφήγηση να καταστεί ψυχρή και κλινική, απαλλαγμένη από κάθε καθωσπρεπισμό και υποκρισία, αποτυπώνοντας με απόλυτη καθαρότητα το πλήρες φάσμα της ανθρώπινης κακίας και ανοησίας. Επιπλέον, ενώ τα ζώα αυτά αρχικά εμφανίζονται ως σύνθετα σημαίνοντα που μετουσιώνονται σε μεταφορές για την ανθρώπινη κατάσταση, όσο πάει οι λέξεις αποκτούν τη ζωτικότητα μιας άλλης έκφρασης· οι μεταφορές σαρκώνονται, υπερβαίνοντας την πρωταρχική σημασία των λέξεων.
Το πρώτο ζώο που συναντά μέσα στο Απομονωτήριο το Ανεπιτήρητο Παραγωγικό Ζώο, που αποτελεί τον ήρωα του βιβλίου, είναι μια γατούλα, η οποία, σε μια σεβαστική διασκευή του διηγήματος «Το γατί» του Μιχαήλ Μητσάκη με τίτλο «Εστροφοδίνει το κορμί μου», του εξομολογείται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τον άγριο, μέχρι θανάτου, βασανισμό της από μια παρέα μικρών παιδιών. Όμως, στον τρόπο με τον οποίο ο Σινιόσογλου επιλέγει να κλείσει την εν λόγω διασκευή τού διηγήματος του Μητσάκη, λανθάνει μια λεπτή διαφορά: Ενώ το γατί του Μητσάκη βλέπει, καθώς ψυχορραγεί, για μια τελευταία φορά τον ήλιο να βασιλεύει, διερωτώμενο, μέσα στην αθωότητά του, γιατί πρέπει μαζί μ’ εκείνο να σβήσει και να πεθάνει κι ο ήλιος ο ίδιος, το γατί του Σινιόσογλου δεν ενδιαφέρεται για τον ήλιο, αλλά για το οικείο βουνό πίσω από το οποίο εκείνος βασιλεύει (είναι ο λόφος της Ακροπόλεως; ο Λυκαβηττός; κανείς δεν ξέρει να πει), που χάνεται μες στο σκοτάδι μαζί του. «Γιατί, κι εσύ ακόμη, να πεθαίνεις;» αναρωτιέται το γατί. Μα εγώ που είμαι άνθρωπος, πάει να πει καθόλου αθώος και αγνός, αντί να διαβάσω το πικρό του παράπονο, διαβάζω το εξής κυνικό: μαζί μ’ εμένα, πεθαίνεις κι εσύ βουνό, πόλη, χώρα της φυλακής μου, του βασανιστηρίου μου, της γέννησής μου.
Κλείνοντας στο σημείο αυτό τον μικρό κύκλο που άνοιξα με αφορμή το Στην τύχη ο Μπαλταζάρ, κάτι η βαθιά θρησκευτικότητα του Μπρεσόν, κάτι μια δήλωση που πήρε το μάτι μου ότι έκανε ο Σινιόσογλου –«γράφουμε», λέει, «γιατί είμαστε αποτυχημένοι μάγοι»– με κάνουν να πιστεύω πως το αταυτοποίητο Ζώο του θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί ως ιπποειδές, προσφέροντας έτσι στον γαϊδουράκο τού Μπρεσόν, που φέρει το όνομα ενός από τους τρεις μάγους της χριστιανικής παράδοσης, την ευκαιρία για μια Δευτέρα Παρουσία, την οποία, κατά τη γνώμη μου, δικαιούται απόλυτα.
Δεν έχω λησμονήσει ότι χρωστώ να εξηγήσω και το τρίτο μέρος του τίτλου αυτού του κειμένου: το «ιερό ελάφι». Ο ήρωας του Σινιόσογλου, αποκαλούμενος στο εξής «Μπαλταζάρ», συνεχίζει την περιπλάνησή του στα ενδότερα του Απομονωτηρίου, ώσπου συναντά μέσα σε ένα ενυδρείο έναν κάβουρα ερημίτη που μοιάζει να είναι βγαλμένος από τον Αστακό (The Lobster, 2015) του Γιώργου Λάνθιμου· από τον καιρό, δηλαδή, που ο ίδιος ο Λάνθιμος δεν είχε ακόμη μαντρωθεί στο Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων του Χόλιγουντ. Το δυστοπικό μέλλον της ταινίας –όπου όλοι οι άνθρωποι που είναι μόνοι στη ζωή υποχρεώνονται να βρουν έναν ταιριαστό σύντροφο εντός σαράντα πέντε ημερών, αλλιώς μεταμορφώνονται σ’ ένα ζώο της επιλογής τους– έρχεται να συναντήσει το παρόν στη νουβέλα του Σινιόσογλου. Ο ερημίτης κάβουρας, έχοντας αποτύχει κατά τα φαινόμενα να συνάψει μια σχέση της προκοπής, ξεκινάει με σκωπτική και ειρωνική διάθεση μια αδυσώπητη κριτική που συνεχίζεται αμείωτη στα επόμενα κεφάλαια, διατρέχοντας ολόκληρη τη γούνα του βιβλίου, ενάντια στις υποκριτικές οικολογικές μας ανησυχίες, τον άνευ όρων εξευγενισμό της ζωής μας, την ανικανότητα διαχείρισης της κούφιας αυτονομίας μας, τον ουδέτερο ανέραστο ερωτισμό μας, τον 21ο αιώνα της κενότητας εν γένει. «Μια εποχή», όπως γράφει ο Σινιόσογλου, «όπου έχουν λιώσει οι πάγοι της πολιτικής, της θρησκείας και της επιστήμης, και οι πάγοι της τέχνης ακόμη», για να συμπληρώσει αλλού, «κι ενώ τίποτα δεν συγκρατεί τον κόσμο, τα μέρη του δεν λένε να σκορπίσουν, από μια δειλία των πραγμάτων, ή έναν δισταγμό, ή μια καθυστέρηση να πάνε στον χαμό τους, τότε ξεθαρρεύει το ζώο» και ιδού, εμφανίζεται, επιτέλους, μες στα αίματα, το ιερό ελάφι για να αφήσει στα χέρια μας την τελευταία του πνοή.
Στην ταινία του Λάνθιμου Ο Θάνατος του ιερού ελαφιού (The Killing of a Sacred Deer, 2017), ένας καρδιοχειρουργός, αφού χάνει από δικό του λάθος έναν ασθενή, αναπτύσσει μια ιδιότυπη πατρική σχέση με τον έφηβο γιο τού αποθανόντος. Ωστόσο, η αφήγηση παίρνει μυστηριώδη τροπή όταν, ένα προς ένα, τα μέλη της οικογένειας του χειρουργού πέφτουν θύματα μιας θανατηφόρας κατάρας που απαιτεί θυσιαστική προσφορά για να τερματιστεί. Στην ταινία, εκτός από τον τίτλο, δεν υπάρχει ελάφι· υπάρχει απλώς μια φευγαλέα αναφορά στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη. Μόνο που στο τέλος, αντί να θυσιαστεί το ζώο, όπως συμβαίνει στην τραγωδία, θυσιάζεται ο γιος του χειρουργού.
«Ποιος το ζώο, ποιος ο άνθρωπος, δύσκολο να πεις», σημειώνει ο Σινιόσογλου υποδεχόμενος το ιερό ελάφι που προσέρχεται αυτοβούλως να θυσιαστεί μες στη νουβέλα του, φτύνοντας αίματα παντού και υποτονθορύζοντας με παιδική, στα δικά μου αυτιά, φωνή «είμαι ελάφι, είμαι ελάφι». Μα η πραγματικότητα είναι ότι «δεν είναι ελάφι, δεν είναι ελάφι, είναι άνθρωπος», γιατί «τελικά δεν μπορείς να βγεις απ’ το καυκί σου, ή δεν σ’ αφήνουν να βγεις απ’ το καυκί σου, ούτε καν να ξεκολλήσεις απ’ το καθοίκι σου, που ’ναι ο πολιτισμός των ανθρώπων».
Αρκετά, όμως, με τις αναφορές –βοηθητικές ρόδες– στον Μπρεσόν και στον Λάνθιμο. Άλλωστε, ο Σινιόσογλου δεν αναγνωρίζει ούτε την παράδοξη χριστιανικότητα του ενός ούτε την αλλόκοτη ζωοσύνη του άλλου, πολλώ μάλλον προϊόντα εργαστηριακού πειραματισμού τύπου Μπέλα Μπάξτερ: «τι πιο ανθρώπινο απ’ το να περνάς τα όρια προς τη μια κατεύθυνση, ή προς την άλλην, ή προς όλες και πουθενά, αυτό δεν έκανε άλλωστε η επιστήμη, και η φιλοσοφία και η τέχνη των ανθρώπων, ώσπου έγιναν λίγο βαρετές», γράφει, για να προσθέσει παρακάτω, «εδώ και καιρό ν’ αλλάζεις θεό δεν είναι αρκετό, πας από τον έναν στον άλλον και τι έγινε, η ένταση που νιώθεις μειώνεται με τον χρόνο, ούτε η αλλαγή φύλου είναι καμιά ριζική λύση, εδώ χρειάζεται αλλαγή είδους, για να δεις τον κόσμο ανεμπόδιστα στ’ αλήθεια και με νέα μάτια, μήπως και τον ανανεώσεις, τώρα που βυθίζεται σ’ ένα πολύ μελαγχολικό σούρουπο».
Είναι ένα θαυμάσιο κείμενο του Δημήτρη Χατζή με τίτλο «Μικρό σχόλιο για την Ιφιγένεια εν Αυλίδι» που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Σπουδές του (Κείμενα, 1976), όπου σχολιάζει αυτό που κάποιοι κριτικοί και φιλόλογοι χρεώνουν στον Ευριπίδη, ότι δηλαδή «η ξαφνική μεταπήδηση της τελευταίας στιγμής απ’ την απόγνωση στην εθελούσια θυσία» της μικρής Ιφιγένειας δεν εξηγείται επαρκώς στο κείμενό του, μοιάζει αυθαίρετη. «Είναι ένας κρίκος που λείπει – τι έγινε στην ψυχή της, πώς γίνεται» φαίνεται να ρωτούν. «Καταλήγουν έτσι να πιστεύουν πως μόνο τα πρώτα μέρη της τραγωδίας, ώς το θρήνο της Ιφιγένειας, τ’ αρνητικά του μονάχα είναι τα γνήσια του Ευριπίδη», γράφει ο Χατζής. «Όλο το μέρος αυτό της κατάφασης, της εθελούσιας θυσίας δε βρίσκουν να ’ναι στα μέτρα του», συμπληρώνει, ενώ στο κλείσιμο παραθέτει και τη δική του γνώμη: «Εγώ; Δεν έχει βέβαια καμιά σημασία τί σκέφτομαι εγώ – μα δε θα συμφωνούσα μαζί τους. Υπάρχει, νόμιζα πάντοτε μια τελική κατάφαση στον Ευριπίδη πέρα απ’ την άρνηση, μέσα απ’ την άρνηση – και με το έγκλημα ακόμα, την τρέλα, την πτώση του ανθρώπου».
Ο Σινιόσογλου δεν είναι ο Ευριπίδης, κι εγώ, φυσικά, δεν είμαι ο Χατζής. Μολαταύτα, νομίζω πως και σε τούτο εδώ το βιβλίο, πέρα και μέσα από την ειρωνεία, τον μηδενισμό και την άρνηση, αχνοφαίνεται, «στο αγαθό σκοτάδι της νύχτας», μια κατάφαση· πως είναι, εν τέλει, μπορετό να σαλτάρουμε πάνω από τις μάντρες που μας απομονώνουν, αρκεί πρώτα να συνειδητοποιήσουμε αυτό που κραυγάζει ο συγγραφέας: είμαστε όλοι μαντρωμένοι. Ίσως μετά από αυτή τη συνειδητοποίηση, αντί να εφευρίσκουμε απεγνωσμένα τρόπους να γελάμε τον οντολογικό μας πανικό, να προσπαθήσουμε να τον αγκαλιάσουμε, εντείνοντάς τον στα άκρα όρια της ύπαρξης, ώστε να αναγκαστούμε να αποζητήσουμε, με μεγαλύτερη πείνα από πριν –βίαιη, ζωώδη πείνα–, το άγγιγμα, την ψυχική και πνευματική επαφή, την άπιαστη, αλλά τόσο λυτρωτική, ποιότητα του απλού.

