Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Δήμητρα Κολλιάκου

La piscine

Παρασκευή μεσημέρι έχει ελάχιστο κόσμο. Πολύ ωραία, δεν είχε κόσμο, θα πει μετά στη συνάδελφο που θα τη ρωτήσει πώς ήταν, είχε ο καθένας το δικό του κουλουάρ. Με τέτοιο κρύο πώς να έχει κόσμο, θα γελάσει αυτή. Και Σε θαυμάζω που συνεχίζεις χειμωνιάτικα. Πόσα δημόσια σχολεία μπορεί να έχουν πισίνα στο Παρίσι; Οι γυμναστές κάνουν κρα να πάρουν μετάθεση εδώ – λέγεται ακόμη αυτό, κάνω κρα; Να ρωτήσει. Και από πού μπορεί να βγήκε, σκέψου λέει να είναι η ελληνική μετάφραση του je craque, πεθαίνω για κάτι. Με την καλή έννοια. Κολυμπώντας δεν μπορείς να γελάσεις, ακούς τις φωνές και δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι, σαν να ήταν σκέψεις αλλουνού. Να μη χρειάζεται να κάνεις κάτι, κι αυτό να σου αρκεί. Ελεύθερο, πρόσθιο, ελεύθερο, ελεύθερο, ελεύθερο, πρόσθιο, το ότι κολυμπάς δεν μετράει, και λίγο ύπτιο πού και πού για ξεκούραση, κάποια στιγμή θα το πει μια φωνή Σήμερα δεν μου βγαίνει, αλλά ας πάω άλλη μία ως πέρα και γυρνάω, δεν είναι κάτι που χρειάζεται να κάνεις, απλώς το κάνεις, έχει διαφορά. Αν τύχει κι είναι μέρα φωτεινή, φτιάχνει ωραία δίχτυα στο νερό το φως, όπως ο ήλιος στον βυθό το καλοκαίρι. Παράθυρα απ’ την πλευρά του δρόμου, κι από την άλλη παράθυρα που βλέπουν στην αυλή. Παράθυρα σε ύψος που δεν σε βλέπουν οι απ’ έξω. Είναι περιφραγμένη η πισίνα και στις δώδεκα το μεσημέρι ξεκλειδώνει την πορτούλα στο διάτρητο μεταλλικό πλέγμα ένας γυμναστής.

Άλλη μία ως πέρα και γυρνάω. Και άλλη μία, τελευταία. Και να που πήγε η ώρα μία. Και οι δυο γυμναστές έχουν φύγει, ο μαθηματικός έχει φύγει (με γένι, και δεν υπάρχει σκουφάκι για τα γένια), μείνατε πάλι τελευταίες, εσύ κι η Μασσαλιώτιδα που αγνοεί ότι τη λες Μασσαλιώτιδα. Αυτή μπορεί να σε λέει la grecque, γιατί σιγά μη θυμάται το όνομά σου, έχεις κι εσύ ξεχάσει το δικό της ή μπορεί και να μη συστηθήκατε ποτέ. Θα συστηθήκατε παλιά, γιατί είστε χρόνια και οι δυο εδώ, εσύ στο λύκειο κι εκείνη στο γυμνάσιο, τόσο μεγάλο το σχολείο που λέγεται cité, χωρίς υπερβολή καμιά διακοσαριά καθηγητές. Τα προβάρουν οι φωνές στο μυαλό της για να τα πει ίσως σε κάποιον κάποια άλλη φορά. Πέρυσι όμως, της είπες σαν να ήθελες να δικαιολογηθείς, έτυχε να έχω μάθημα όλες τις ώρες που άνοιγαν την πισίνα για το προσωπικό. Μένετε πάντα τελευταίες, γι’ αυτό της έπιασες κουβέντα. Έχεις το νου σου μη σε κλείσουν μέσα, όπως την άλλη φορά. Μου έχει τύχει δυο φορές, σου είπε, ευτυχώς είχα μαζί μου κινητό. Δεν είχες πάρει κινητό, είναι μια αίσθηση ελευθερίας. Βρήκες την έξω πόρτα κλειδωμένη – δεν έχει έξοδο αλλού, μόνο από την πορτούλα που είναι κομμένη στο πλέγμα της περίφραξης. Της είπες για τα δυο αγόρια, μάλλον παιδιά του γυμνασίου, που είδες στην άλλη άκρη της αυλής και κατάφερες να τα φωνάξεις, έμοιαζαν ντροπαλά παιδιά. Αυτά ειδοποίησαν να έρθει κάποιος να σου ανοίξει. Περίεργο, σχολίασε αυτή, δεν έχει τέτοια ώρα διάλειμμα το γυμνάσιο. 

Καμιά σας δεν μπαίνει στον κόπο να πει για πες μου πάλι το όνομά σου. Σου έδειξε όμως ποιο ντους έχει την καλύτερη πίεση. Βάζει δυο τρία προϊόντα στα μαλλιά της, κάποια φορά μπορεί να τη ρωτήσεις αν είναι για το χλώριο. Εγώ θα φύγω τελευταία! είπε σε μια στιγμή γελώντας, γιατί πάλι δεν πήρες κινητό. Μόνο που δεν τη βλέπεις στις καμπίνες. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες καμπίνες από την πλευρά των ανδρών.

Καθισμένη στον πάγκο, σκουπίζει τα πόδια για να βάλει τα μποτάκια της. Είναι ζεστά εδώ. Οι φωνές τεμπελιάζουν στο μυαλό της. Δηλαδή περιγράφουν γαλήνια. Στ’ αριστερά ο διάδρομος με τις καμπίνες των αντρών, στο βάθος το τιρκουάζ νερό. La piscine, παλιά ταινία με κάποιο φόνο ή θάνατο από πνιγμό. Δεν τη θυμάται όμως. Ίσως και να υπάρχει και δεύτερη ταινία με τον ίδιο τίτλο, La piscine. Κάπου ανοίγει μια πόρτα, και τώρα τι; Είσαι ασφαλής εδώ, πετιέται μια μικρή φωνή που μοιάζει να μαθαίνει ακόμα τον ρόλο της. Βγαίνουν μπροστά της δυο αγόρια, δεν έχει ξανασυναντήσει μαθητές εδώ. Λέει bonjour και δεν της απαντάνε, και οι φωνές στο μυαλό της εξανίστανται. Πότε θα μάθουν τρόπους, τι περιμένεις όμως, και με βρεγμένα τα μαλλιά σου δεν μοιάζεις καθηγήτρια. Εκτός κι αν τρύπωσαν σκαστοί εδώ. Δεν είναι πάντως δικό σου θέμα, ούτε χρειάζεται να κάνεις κάτι. Περνάει από μπροστά τους με κατεύθυνση την πόρτα χωρίς να τους απευθύνει το λόγο. Έξω τη χτυπάει το κρύο. Η πορτούλα στο πλέγμα της περίφραξης είναι κλειστή. Δεν μπορείς να ξέρεις αν είναι κλειδωμένη πριν γυρίσεις την μπετούγια. Αλλά γιατί πάντα να θριαμβεύει ο φόβος; ακούει στο μυαλό της την ισορροπημένη φωνή. Δεν ανοίγει, αλλά μήπως σου φάνηκε. Δεν ανοίγει, γιατί είναι κλειδωμένη, σαρκάζει η πιο αρχαία φωνή εκεί μέσα, που είναι και η πιο ξινή. Η Μασσαλιώτιδα έφυγε πρώτη, και δεν την άκουσες. Και κάποιος ήρθε και σε κλείδωσε μέσα. Σαν να της λένε ότι φταίει αυτή.

Η αυλή είναι άδεια πέρα ως πέρα. Γυρίζει πίσω, όμως κι η πόρτα απ’ την οποία μόλις βγήκε είναι τώρα κλειδωμένη. Απ’ το τζαμάκι μπορεί να τους δει, καθισμένοι κι δυο τους στον πάγκο, με το κεφάλι κάτω, ωστόσο δεν κρατάνε κινητά. Πλάκα της κάνουν; Ούτε που τους ξέρει. Και φαίνονται παιδιά του γυμνασίου. Χτυπάει στο τζάμι, αλλά δεν γυρίζουν. Χτυπάει ξανά και ξανά. Δοκιμάζει τώρα την μπετούγια. Ξανά και ξανά. Ο ένας τους σηκώθηκε απ’ τον πάγκο, αλλά δεν κάνει βήμα προς το μέρος της. Ανοίξτε! Ανοίξτε! Κλείστηκα απ’ έξω! Ο όρθιος πάντα ακίνητος, ο καθιστός στραμμένος προς τον διάδρομο, δεν φαίνεται απ’ το τζάμι της πόρτας το τιρκουάζ νερό. Χτυπάει ξανά το τζάμι και την πόρτα, όταν βγει από δω θα τους δείξει. Δοκιμάζει πάλι την μπετούγια, θα τη σπάσει στο τέλος και θα βρει μπελά. Και πριν καλά καλά προλάβει ν’ αντιληφθεί την παρουσία του, στέκεται πίσω απ’ την πόρτα και τραβάει από μέσα τον σύρτη. Είναι ψηλός και δεν τον έχει ξαναδεί εδώ, κρατάει δυο ζευγάρια γυαλάκια κολύμβησης – καινούργιος γυμναστής; Αν ήξερε πως ήταν κάποιος μέσα, θα χτυπούσε πιο διακριτικά. Κλείστηκα απ’ έξω, του λέει σχεδόν απολογητικά. Κάποιος κλείδωσε την έξω πόρτα. Χτυπούσα και δεν ερχόντουσαν να μου ανοίξουν, δείχνει τα δυο παιδιά. Ο γυμναστής –αν είναι γυμναστής– βγάζει με το ελεύθερο χέρι απ’ την τσέπη της φόρμας το κλειδί. Τους φέρνω απ’ έξω, της λέει φιλικά, είναι μαθητές Ulysse. Τον Οδυσσέα εδώ τον λένε Ulysse, ανακοινώνει μια μικρή φωνή στο μυαλό της. Είναι ωραίος, είναι και μαύρος και θα μπορούσαν να τον λένε Οδυσσέα, ή μάλλον Ulysse. Κι ύστερα ξέρει, της το λέει μια περιπαικτική φωνή. Είπε Ulis, όχι Ulysse. Ακούγονται το ίδιο. Unités Localisées pour l’Inclusion Scolaire. Τοπικές μονάδες για τη σχολική ένταξη παιδιών με αναπηρία. Συγγνώμη! λέει παίρνοντας απ’ το απλωμένο χέρι το κλειδί. Δεν το κατάλαβα, συγγνώμη! Δεν πειράζει, κάνει ο Ulysse μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Του γυρίζει την πλάτη, τρέχει στην πόρτα της περίφραξης και ξεκλειδώνει χωρίς δυσκολία. Καλό κολύμπι! του λέει επιστρέφοντας. Γιατί ήρθαν να κολυμπήσουν στην πισίνα, και θα επιβλέπει αυτός. Γιατί πόσα δημόσια σχολεία στο Παρίσι μπορεί να έχουν πισίνα; Δεν αποφεύγει να τον αγγίξει στο χέρι φευγαλέα όπως του δίνει το κλειδί.

Κύλιση στην κορυφή