[Στο πλαίσιο του 7ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, τον Σεπτέμβριο του 2021, είχα την ευκαιρία να συναντήσω και να συζητήσω με τους λογοτέχνες Λερντ Χαντ και Ελένη Σικελιανός. Ο Λερντ Χαντ είναι δεσμευμένος σε μία πειραματική μορφή της λογοτεχνίας, που επιχειρεί καινοτομίες στη δομή και σε μορφικά στοιχεία του μυθιστορήματος, συνδυάζοντας το τραγικό, τη φιλοσοφική εμβάθυνση, τη βιωματική εμπλοκή, το κωμικό και το αλλόκοτο, μεταφέροντας επίσης στην Αμερική το έργο σημαντικών πρωτοπόρων Γάλλων λογοτεχνών. Έχοντας ζήσει έναν καλλιτεχνικό νομαδικό βίο, αποδίδει τις εμπειρίες του από τη Γαλλία στο έργο του The Paris Stories [Smokeproof Press, Κολοράντο 2000], ενώ μεταξύ των σημαντικών έργων του συγκαταλέγονται το The Exquisite [Coffee House Press, Μιννεάπολη 2006], που αναφέρεται στη συνθήκη μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και το Neverhome [Πόλις, Αθήνα 2021, πρωτότυπο: Little Brown and Company, Νέα Υόρκη 2014], το οποίο αναφέρεται σε μια γυναίκα που περιπλανιέται ως Οδυσσέας στην Αμερική του Εμφυλίου Πολέμου. Ο Λερντ Χαντ διδάσκει επίσης ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown στο Ρόουντ Άιλαντ, ενώ προσπαθεί στο έργο του να χωνέψει τις μεγάλες πολιτικές εξελίξεις στην Αμερική του 21ου αιώνα με έναν τρόπο που να σέβεται τις απαιτήσεις των καινοτόμων καλλιτεχνικών του μέσων.
Μαζί με τη σύζυγό του Ελένη Σικελιανός, η οποία επίσης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Brown, αποτελούν ένα καλλιτεχνικό ζευγάρι που επιχειρεί να φτάσει τη λογοτεχνία στα μορφολογικά της όρια. Η Ελένη Σικελιανός είναι πρωτοπόρος στην οικοποίηση, δηλαδή στη θεώρηση της ποιητικής γλώσσας ως ενός οικοσυστήματος διαπερατού στη συνύπαρξη πολλών καλλιτεχνικών ιδιωμάτων και τρόπων. Από μικρή ηλικία έχει επηρεαστεί πολύ από την εξελικτική βιολογία, καθώς και τη θαλάσσια και κυτταρική βιολογία και τη ζωολογία, και έχει επιχειρήσει να εντάξει αυτήν τη γνώση και εμπειρία της στην ποίηση. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί έτσι μια ποιήτρια της φύσεως, με τρόπο εναλλακτικό ως προς τον προπάππου της Άγγελο Σικελιανό, του οποίου φέρει την κληρονομία σε μια συνέχεια μέσα από ασυνέχειες. Η λέξη που μάλλον χαρακτηρίζει αμφότερους τους συγγραφείς, την Ελένη Σικελιανός και τον Λερντ Χαντ, είναι το «καλειδοσκόπιο», καθώς η γραφή και των δύο ακολουθεί μία δυναμική μετάβαση από έκρηξη σε έκρηξη, με τρόπο αποκλίνοντα, αλλά εντούτοις αρμονικό. –Δ.Σ.]


Λερντ Χαντ: Η γραφή μου δημιουργεί ένα λογοτεχνικό καλειδοσκόπιο
Πώς άρχισε η ενασχόλησή σας με την πειραματική λογοτεχνία;
ΛΕΡΝΤ ΧΑΝΤ: Με πολλούς τρόπους η γενικότερη περιπέτειά μου ως συγγραφέας αρχίζει στο Στρασβούργο, όπου πέρασα ένα έτος ως φοιτητής, και διάβασα για πρώτη φορά μυθιστορήματα από τον Ζολά, τον Φλωμπέρ και τους άλλους μεγάλους ρεαλιστές. Στη συνέχεια σπούδασα στη Σορβόννη και ήρθα σε επαφή με το έργο του Ζωρζ Περέκ, που άφησε τη σφραγίδα του πάνω μου. Η διαμονή μου στην Γαλλία με έκανε να καταλάβω τι μπορεί να είναι ή τι μπορεί να γίνει η λογοτεχνία, καθώς άρχισα να ασχολούμαι με την πειραματική λογοτεχνία, που προσφέρει νέες δυνατότητες.
Τι σημαίνει για εσάς η πειραματική λογοτεχνία;
Λ.Χ.: Σημαίνει ότι μπορούν να γίνουν πολλά στο μορφικό επίπεδο της λογοτεχνίας μέσα από ασυνήθεις δομές. Προσοχή! Αυτό δεν σημαίνει απλώς να αντιγράφεις κάποιον που έκανε κάτι πειραματικό στο παρελθόν και σε έχει επηρεάσει, γιατί αυτό πολύ απλά δεν είναι πειραματισμός, είναι αντιγραφή ενός ήδη υπάρχοντος μοντέλου. Πειραματική λογοτεχνία είναι να βρεις κάποιον απόλυτα δικό σου τρόπο να πειραματιστείς, παίζοντας με τη μορφή. Βεβαίως δεν αποκλείεται κάποιος να είναι πειραματικός και με την εισαγωγή καινοτομιών στο περιεχόμενο, αλλά για μένα η πειραματική λογοτεχνία έχει να κάνει κυρίως με τις καινοτομίες στη μορφή της λογοτεχνίας. Το τέλος του 19ου αιώνα και οι αρχές του 20ού ήταν ένας παράδεισος για την πειραματική λογοτεχνία στη Γαλλία, καθώς συνέβαιναν συνεχείς νεωτερισμοί. Ο ρεαλισμός του 19ου αιώνα θεωρήθηκε ότι δεν ήταν πλέον ο μοναδικός τρόπος.
Κοιτώντας εκ των υστέρων, ποια πιστεύετε ότι είναι η μεγαλύτερη συμβολή σας στη μορφή του μυθιστορήματος;
Λ.Χ.: Έκανα ορισμένες καλλιτεχνικές χειρονομίες που συνιστούν έναν νέο τρόπο θέασης του τι είναι ένα μυθιστόρημα. Το δεύτερο μυθιστόρημά μου, το Indiana Indiana [Coffee House Press, Μινεάπολη 2003], λαμβάνει ένα πολύ παραδοσιακό λογοτεχνικό περιεχόμενο και το βάζει σε ένα μορφικό μπλέντερ, ώστε το αποτέλεσμα να είναι διάσπαρτα αιχμηρά και ευκρινή θραύσματα ενός υποτιθέμενου πρωτοτύπου, το οποίο θα μπορούσε κανείς να είχε αφηγηθεί με ευθύ τρόπο. Στα πρώιμα μυθιστορήματά μου εξερεύνησα τις δυνατότητες της λογοτεχνίας. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν αποτελεί καθόλου ένα επίκαιρο σχόλιο στον σύγχρονο κόσμο μας από την οπτική ενός εκλεπτυσμένου αστού· πρόκειται ως προς το περιεχόμενο για μια απεικόνιση της παραδοσιακής επαρχιακής πολιτείας της Ιντιάνα, την οποία όμως πήρα και έβαλα σε ένα λογοτεχνικό «μπλέντερ», αν μου επιτρέπεται η έκφραση. Είναι λ.χ. σαν το πρώτο μέρος από τα Τρία Καλοκαίρια της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, δηλαδή ένα απολύτως κλασικό κείμενο, να έχει εκραγεί σε ένα καλειδοσκόπιο. Στη συνέχεια έγραψα ένα βιβλίο όπου κάθε κεφάλαιο ήταν μία μοναδική πρόταση περί τις 15 με 20 σελίδες. Δεν ενδιαφερόμουν να γράψω ληθαργικές στριφογυριστές προτάσεις σαν του Μαρσέλ Προυστ ή προτάσεις με μεθοδική ανάπτυξη σαν του Χένρι Τζέιμς. Δοκίμασα, αντιθέτως, μακρές προτάσεις που επιταχύνονται και εκρήγνυνται. Ο Χάρι Μάθιους, φίλος του Περέκ, έδειξε τότε έντονο ενδιαφέρον για το έργο μου, γεγονός που μου προσέδωσε αυτοπεποίθηση.
Είπατε πάντως ότι ενδέχεται στην πειραματική λογοτεχνία να έχουμε καινοτομίες και ως προς το περιεχόμενο. Υπάρχουν έργα σας που δοκιμάζουν παρόμοιες καινοτομίες;
Λ.Χ.: Το έργο μου χαρακτηρίζεται από έναν διχασμό ως προς τους τύπους μυθιστορημάτων που δούλεψα. Αυτό σχετίζεται και με την προσωπική μου βιογραφία, καθώς γεννήθηκα στη Σιγκαπούρη, έζησα στο Λονδίνο και την Ολλανδία, στη Χάγη, αλλά από την άλλη έζησα και σε μία φάρμα στην Ιντιάνα με τη γιαγιά μου, ενώ περνούσα τα καλοκαίρια στο Χονγκ Κονγκ με τον πατέρα μου. Αυτό υπήρξε ένας βιωματικός διχασμός λόγω των αποκλινουσών εμπειριών. Στην Ιντιάνα δεν με ρωτούσε κανείς για το Χονγκ Κονγκ και αντιστρόφως. Αυτή η σχάση αντανακλάται στο έργο μου, καθώς έχω γράψει πειραματικά έργα, όπως το Indiana, Indiana, αλλά υπάρχουν και τα πρόσφατα μυθιστορήματα, που έγραψα στην Ελλάδα, τα οποία διαδραματίζονται σε αγροτικό περιβάλλον. Πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στην ύπαιθρο και σε αυτά που διαδραματίζονται σε αστικό τοπίο θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί ότι αποτελεί έναν πειραματισμό στο επίπεδο του περιεχομένου.
Πειραματίζεστε επίσης με συναισθήματα στα έργα σας;
Λ.Χ.: Ποιητές, όπως ο Αντονέν Αρτώ και ο κόμης του Λωτρεαμόν έχουν αφήσει μια βαθιά επίδραση στη λογοτεχνία μου. Το ουρλιαχτό στον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ αντηχεί στα έργα μου. Το τρίτο μου μυθιστόρημα [The Exquisite, Coffee House Press, Μινεάπολη 2006] διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη μετά την 11η Σεπτεμβρίου και ασχολείται με τους διαφορετικούς βαθμούς συναισθημάτων που βιώνουν οι άνθρωποι. Είναι σαν το μυθιστόρημα να συντίθεται από συναισθηματικά χρώματα. Δεν εννοώ μια συναισθησία με τη στενή έννοια, ωστόσο αντιμετωπίζω τα αισθήματα ως διαφορετικές αποχρώσεις, τις οποίες προσπαθώ να αποδώσω, είτε είναι ο μπλε διάβολος της μελαγχολίας είτε το αποκαλυπτικό κόκκινο της οργής. Οπότε θα απαντούσα καταφατικά στο ερώτημά σας, ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα καταγράφει όντως μία ποικιλία αποχρώσεων του συναισθήματος. Ίσως το επιχειρώ και σε άλλα μυθιστορήματα αλλά όχι με την ίδια αποφασιστικότητα.
Μεταξύ των χωρών όπου έχετε ζήσει, έχετε επηρεαστεί στο έργο σας και από την Ελλάδα;
Λ.Χ.: Είμαι ένας λάτρης της Ελλάδας. Ενδιαφέρομαι για το πώς η σύγχρονη Ελλάδα ενοικεί στη μεγάλη της διάρκεια, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα όλες τις προκλήσεις του 21ου αιώνα, είτε είναι η λιτότητα, είτε η πανδημία, οι πυρκαγιές, οι σεισμοί. Υπάρχει μια αυξημένη αίσθηση ταυτόχρονης ιστορικής διάρκειας και επικαιρότητας στη χώρα. Ασφαλώς, όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα, θαύμαζα τα ερείπια και τα τοπία, αλλά γνωρίζοντας άλλους καλλιτέχνες, όπως τον μεταφραστή μου Χρήστο Οικονόμου, εντρυφώ σε όλη τη συνύφανση της Ελλάδας του τώρα, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και τα ερείπια και τα τοπία, αλλά σηματοδοτεί και μια ορισμένη στάση απέναντι στον σύγχρονο κόσμο. Σημειωτέον ότι είμαι ερασιτέχνης φωτογράφος και μου αρέσει να περιπλανιέμαι στην Αθήνα φωτογραφίζοντας τα γκράφιτι και άλλες λεπτομέρειες και αποκτώντας μια γενικότερη αίσθηση του τόπου. Γράφω επίσης μυθιστορηματικά δοκίμια, τα οποία είναι μεταξύ δοκιμίου και αφήγησης μιας ιστορίας. Σε αυτά βάζω πτυχές από τα ταξίδια μου και τις περιπλανήσεις μου, τα ονομάζω «δουλειές του αριστερού χεριού». Σχεδιάζω να δημοσιεύσω μία συλλογή από αυτά τα δοκίμια. Ως φωτογράφος φωτογραφίζω τις εγκαταλειμμένες πόρτες της Αθήνας. Δεν σημαίνω ότι φετιχοποιώ την εγκατάλειψη ή την ερειπιοποίηση, αλλά οξύνει πάντα την περιέργειά μου να φανταστώ ποια ιστορία υπόκειται σε αυτά τα εγκαταλειμμένα ερείπια.
Εκτός από την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη, έχετε ζήσει σε πολλούς διαφορετικούς τόπους, λ.χ. τη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κόνγκ, την Ιντιάνα, το Σαν Φρανσίσκο, τη Χάγη, το Λονδίνο, το Παρίσι, το Στρασβούργο και αλλού. Αυτός ο νομαδικός χαρακτήρας επηρεάζει το γράψιμό σας;
Λ.Χ.: Ήταν όντως δύσκολο για μένα να μάθω πώς να μείνω σε ένα μέρος. Σίγουρα με έχει επηρεάσει σε αυτό το ότι έχω παντρευτεί και έχουμε μια κόρη, που είναι τώρα 16 ετών, οπότε έχουμε εγκατασταθεί σε ένα μέρος στο Ρόουντ Άιλαντ. Έχω αρχίσει να μαθαίνω να εκτιμώ τη σταθερότητα. Και θεωρώ, εντέλει, ότι αυτό κάνει κάποιον καλύτερο μυθιστοριογράφο. Δεν χρειάζεται πλέον να μεταπηδήσω από τη μια ιδέα στην άλλη με την ίδια ταχύτητα, όπως παλιότερα. Δεν χρειάζομαι να κάνω διαρκείς καινοτομίες με τη μορφή. Προσπαθώ να πάω βαθύτερα. Ακολουθώντας μια σχετική παρότρυνση του Μονταίνιου, δεν προσπαθώ να πάω όσο μακρύτερα μπορώ, αλλά όσο βαθύτερα μπορώ. Η φιλοδοξία μου είναι να αισθανθώ λίγο περισσότερο, θέλω να σκάψω.
Διαπραγματεύεστε όμως και τη χρωματική γκάμα των συλλογικών συναισθημάτων. Ένα από τα πιο σημαντικά σας μυθιστορήματα γράφτηκε μετά από την 11η Σεπτεμβρίου. Σήμερα θα προσπαθούσατε να αποδώσετε τη συλλογική ψυχολογία στην Αμερική μετά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ και την πανδημία του κορονοϊού Covid-19;
Λ.Χ.: Οπωσδήποτε, αν είσαι ένας ενεργός διανοούμενος ή καλλιτέχνης, υπάρχουν ιστορικές στιγμές που χρειάζονται λεκτικοποίηση. Το ερώτημα όμως είναι το πώς. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, κάποιοι είχαν μια βιασύνη να πάρουν θέση, εξέδιδαν τα βιβλία τους μόλις έξι μήνες μετά. Εγώ χρειάζομαι να περιμένω και να σκεφτώ γι’ αυτά τα θέματα. Ο Ίταλο Καλβίνο μιλάει για την περιφερειακή όραση και αυτόν τον τρόπο διάλεξε για να μιλήσει για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν έγραψε ένα ρεαλιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα, αλλά διάλεξε να πειραματιστεί με αυτό το μεγάλο θέμα. Αυτή είναι και η δική μου προσέγγιση, ενώ άλλοι γράφουν επιλέγοντας να κοιτάξουν το θέμα ευθεία και κατάματα. Θεωρώ ότι δεν υπάρχουν καλύτεροι και χειρότεροι τρόποι. Με όποιον τρόπο μπορεί κανείς, είτε με τη λογοτεχνία είτε με την ποίηση, χρειάζεται να μιλήσουμε γι’ αυτές τις μεγάλες προκλήσεις.
Μιλήσατε για συναισθησία. Πώς θα περιγράφατε τα συναισθήματα στη σύγχρονη Αμερική;
Λ.Χ.: Η συνθήκη της πανδημίας έχει θέσει σε δοκιμασία την ικανότητα εμβίωσης συναισθημάτων και του να βγάζουμε νόημα από τις καταστάσεις. Είχαμε όλοι μία πλημμυρίδα αισθήσεων και συναισθημάτων. Συχνά αισθανόμαστε πράγματα με τόσο άμεσο τρόπο σαν να τα γευόμαστε. Ακούμε κάτι και το προσλαμβάνουμε σαν οσμή. Άλλοτε βιώνουμε κάτι σαν μια αιμορραγία μεταξύ των διαφορετικών αισθήσεων. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε μέσα σε αυτήν υπερεκχείλιση συναισθημάτων, με αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε να τα κατονομάσουμε, επειδή είμαστε ακόμη μέσα τους.
❧
Ελένη Σικελιανός: «Έργο της ποίησης είναι η στοργή για τον κόσμο»
Με ποιο τρόπο έχει επηρεάσει η οικολογία την ποίησή σας;
ΕΛΕΝΗ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: Βίωνα την οικολογική ανησυχία από μια πολύ νεαρή ηλικία, ήδη από όταν ήμουν 5 ή 6 ετών αγωνιούσα για την εξαφάνιση των ζώων. Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1990 και με κορύφωση το ποίημά μου για την Καλιφόρνια [The California Poem, Coffee House Press, Μινεάπολη 2004], το έργο μου επικέντρωσε σε ό,τι μπορεί να ονομαστεί οικολογική ποίηση ή οικοποίηση. Το έργο αυτό ξεκίνησε με ένα όνειρο που είχα για την πολιτεία μου, την Καλιφόρνια, και την οικολογική καταστροφή που συμβαίνει σε αυτήν. Όταν ξύπνησα, είχα τους στίχους του ποιήματος στο κεφάλι μου και τους κατέγραψα αμέσως. Από τότε τρία ή τέσσερα από τα βιβλία μου επικεντρώνουν στην οικοποιητική, όπως και το βιβλίο στο οποίο εργάζομαι τώρα.
Τώρα δουλεύω σε δύο σχέδια. Το πρώτο είναι μία ποιητική συλλογή που περιλαμβάνει και ένα μεγάλο ποίημα, όπου γράφω για μια σαλαμάνδρα που έρπει πάνω σε έναν κορμό. Όπως την έβλεπα, θυμήθηκα από τις σπουδές μου στη βιολογία ότι οι ώμοι και τα ισχία μας «εφευρέθηκαν» για πρώτη φορά από τα αμφίβια, γιατί ήταν τα πρώτα ζώα που άρχισαν να έρπουν από τους ωκεανούς προς τη γη και έπρεπε να ανακαλύψουν μία ορισμένη δομή, που θα τους επέτρεπε να επιβιώσουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χρωστάμε το πώς χρησιμοποιούμε τους ώμους και τα ισχία μας στα αμφίβια. Άρχισα μετά να σκέφτομαι όλα τα στοιχεία που φέρουμε και τα οφείλουμε στα ζώα, είτε είναι τα μάτια, τα δάχτυλα ή ο τρόπος που πολλές από τις ανθρώπινες δομές σχετίζονται με ανάλογες σε άλλα ζώα. Για παράδειγμα, δεν σχετιζόμαστε μόνο με τους χιμπατζήδες, αλλά και με τα ψάρια-ζέβρες (danio rerio), με τα οποία μοιραζόμαστε το 70% του DNA μας. Σχεδόν με κάθε ζώο που βλέπουμε έχουμε μεγάλο μέρος κοινού DNA. Σε προηγούμενα βιβλία μου έγραφα για είδη ζώων που έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχει μια μεγάλη λύπη σε αυτό. Αισθάνομαι οικολογική λύπη σχεδόν κάθε μέρα. Σε αυτό το βιβλίο, όμως, αποσκοπούσα σε μια πιο χαρούμενη μελέτη του πάνω στο τι μοιραζόμαστε με τα ζώα. Η οικολογική λύπη, ωστόσο, ελλοχεύει πάντοτε. Είναι δύσκολο να γίνει αλλιώς, ύστερα από την κλιματική κρίση που βιώνουμε.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποστολή της ποίησης είναι να δίνουμε φωνή στα όντα που εξαφανίζονται;
Ε.Σ.: Η γλώσσα είναι σίγουρα ένας τρόπος μνήμης κι ακόμα περισσότερο η κορωνίδα της, η ποίηση. Οπωσδήποτε με την ποίηση θυμόμαστε τις ρίζες μας. Η λειτουργία της μνήμης διέπει όλη τη γλώσσα, ακόμη κι όταν πρόκειται για μια λίστα με ψώνια. Θεωρώ πάντως ότι η αποστολή της ποίησης είναι πολλαπλή και πολυποίκιλη. Δεν μπορούμε να την εξαντλήσουμε σε έναν μόνο σκοπό, γιατί τότε γίνεται βαρετή. Πιστεύω ότι αυτό που κάνει κυρίως η ποίηση είναι να προσέχει τον κόσμο με φροντίδα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που να είναι ιδιαιτέρως στοργική για τον κόσμο. Και ως προς τα όντα που εξαφανίζονται, ναι, θεωρώ ότι η ποίηση είναι ένας τόπος όπου θυμόμαστε. Και διακρατούμε τα απολεσθέντα όντα σε εκτίμηση και σε αγάπη μέσα από τη γλώσσα της.
Μιλήσατε για την ποίηση ως μνημοσύνη των ριζών. Με αυτήν την αφορμή ήθελα να σας ρωτήσω αν μέσα από την λογοτεχνία ψάχνετε και τις δικές σας ρίζες στην Ελλάδα, την προσωπική σας γενεαλογία.
Ε.Σ.: Με την ερώτησή σας μπορώ να έρθω στο δεύτερο από τα σχέδιά μου, που είχα αναφέρει προηγουμένως. Ύστερα από το Βιβλίο του Τζον [Πατάκης, Αθήνα 2014, τίτλος του πρωτοτύπου: The Book of Jon, City Lights, Σαν Φρανσίσκο 2004], που έχει ως θέμα τον πατέρα μου, δούλεψα άλλο ένα βιβλίο για την πλευρά της οικογένειάς μου από τη μητέρα, το οποίο περιλαμβάνει και φωτογραφίες εκτός από τα ποιήματα. Στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει και αυτό από τις εκδόσεις Πατάκη. Με αυτήν την αφορμή αναλογίστηκα πάλι την Εύα Πάλμερ και τον Άγγελο Σικελιανό και τη δική μου σχέση μαζί τους. Πρόκειται για μια περίπλοκη ιστορία, γιατί δεν μεγάλωσα στην Ελλάδα όπου ο Άγγελος Σικελιανός είναι μια πολύ γνωστή και σεβαστή μορφή. Το βιβλίο για τον Τζον δείχνει την εγκατάλειψη στην οικογένειά μου, την υπερβολή και την αυτοκαταστροφή, οπότε για μένα το να σκέφτομαι για τον Άγγελο σήμαινε το να σκέφτομαι μια μορφή επιδιόρθωσης των σχέσεων. Εντέλει οι γενεαλογίες των ζώων και οι γενεαλογίες των οικογενειών συνδέονται.
Και το διακύβευμα ήταν το πώς θα συγκεντρώσω στις οικογενειακές ιστορίες όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες, ώστε να φτιάξω μια δομή που να μου επιτρέπει να ζήσω με αυτήν τη γενεαλογία των προγόνων, βγάζοντας νόημα από αυτήν. Δεν ακολούθησα μια δομή γραμμικής συνέχειας, η οποία δεν ταιριάζει ούτε και στην ιστορία της ανθρωπότητας ούτε και σ’ αυτήν των ζωικών ειδών. Επέλεξα, αντιθέτως, μια δομή καλειδοσκοπίου ή μωσαϊκού. Έχω, δηλαδή, στο βιβλίο αυτό διαφορετικά είδη γραψίματος και κειμενικής συνύφανσης, το ένα δίπλα στο άλλο, για τον λόγο ότι διαφορετικά είδη συναισθήματος ή ιστοριών απαιτούν διαφορετικούς τρόπους γραφής.
Κατά πρώτον, ο τρόπος με τον οποίο οι διαφορετικές μορφές παρατίθενται η μία δίπλα στην άλλη μου επιτρέπει να ανιχνεύσω το μυστήριο που υπάρχει μεταξύ τους. Όταν άρχισα να δουλεύω το Βιβλίο του Τζον, σκέφτηκα πως επειδή ήταν η ζωή του πατέρα μου, δεν ήθελα να είναι όλο ποίηση, γιατί η ποίηση έχει μια δική της μουσική, δηλαδή μία ξεχωριστή δομή, σημαίνει να αισθάνεσαι με έναν πολύ ορισμένο τρόπο και εγώ αισθάνθηκα ότι είχα ανάγκη από προτάσεις άλλου είδους. Βέβαια, άλλες φορές χρειάζεται και ο λυρισμός και γι’ αυτό ήθελα μία ευλύγιστη δομή, η οποία να αντανακλά την περίπλοκη πραγματικότητα, με όλες τις πολύπλοκες ιστορίες και τα συναισθήματα. Διάλεξα μια δομή «καλειδοσκοπική», με την έννοια ότι μπορούσα να κινηθώ μεταξύ διαφορετικών δομών. Με είχε επηρεάσει η σκέψη του Δάντη Αλιγκέρι ότι, όταν ζούμε πάνω στη γη, ενεργοποιούμε μόνο ένα μικρό μέρος των αισθήσεών μας, ας πούμε ένα 10%, ενώ είναι μετά τον θάνατο που βιώνουμε το 100% –ο Τζον, σημειωτέον, ήταν ένας πολύ πιστός καθολικός. Αυτό το σκεφτόμουν πολύ ως προς τη σχέση με τους άλλους ανθρώπους και τα μέλη της οικογένειάς μου, ότι μπορώ να δω μόνο το 10% του πατέρα μου. Τι θα γινόταν, λοιπόν, αν προσπαθούσα να κινηθώ λίγο γύρω από τη δομή; Ένα παρόμοιο εγχείρημα ανέλαβα και στο βιβλίο για τον Άγγελο Σικελιανό. Ονομάζω τη λογοτεχνική μου κίνηση «καλειδοσκοπική», με την έννοια της κινήσεως μεταξύ διαφορετικών δομών.
Αναζητώντας τις ρίζες σας μέσω της ποίησης, προσεγγίζετε και την Ελλάδα ως πηγή έμπνευσης;
Ε.Σ.: Η πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα ήταν στα είκοσί μου και αισθάνθηκα κάτι πολύ ισχυρό. Αν και ήθελα πάντα να γράψω, ήταν στην Ελλάδα που σκέφτηκα ότι μπορώ να γράψω και ποίηση αντί για μυθιστορήματα. Ήμουν μια εικοσάρα περιπλανώμενη, που έκανε οτοστόπ και η Ελλάδα ήταν ένα πολύ αγαπημένο μέρος. Βεβαίως, είμαι λίγο επιφυλακτική απέναντι σ’ ένα είδος ποίησης που γράφεται από εραστές της Ελλάδας και είναι ρηχό και σχεδόν τουριστικό. Εμπνέομαι, εξάλλου, και από τις ελληνικές λέξεις, από τους ήχους τους και από τους Έλληνες ποιητές. Αλλά πάντα με κάποια επιφύλαξη, δεν θέλω να καταλήξω να γράφω για την υπέροχη ελληνική θάλασσα κ.ο.κ.
Όταν αναφερθήκατε στην έμπνευσή σας από Έλληνες ποιητές, εμπνέεστε και από το έργο του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ; Ή η οικογενειακή σας σχέση το καθιστά αυτό αδύνατο;
Ε.Σ.: Μίλησα για το ζήτημα αυτό πρόσφατα, καθώς έγραψα έναν επίλογο σε μια έκδοση Απάντων του Σικελιανού. Οφείλω να πω ότι ο παππούς μου ο Γλαύκος δεν έτρεφε καλά αισθήματα για τον Άγγελο, τον χαρακτήριζε ως «παγόνι» λόγω της επιδειξιομανίας του. Και για τον λόγο αυτό δεν άκουγα πολλά για τον Άγγελο, ούτε παράπονα ούτε θαυμασμό, μιλούσε για τον Άγγελο μόνο αν τον ρωτούσαν. Ο Άγγελος Σικελιανός υπήρξε οπωσδήποτε μία πολύπλοκη προσωπικότητα και εξίσου περίπλοκη ήταν η εικόνα που κληρονόμησα γι’ αυτόν, η οποία δεν περιελάμβανε κατ’ ανάγκη την αίγλη του μεγάλου ποιητή. Όταν όμως ήρθα στην Ελλάδα, όπου όντως είναι διαδεδομένη η εικόνα του ως μεγάλου ποιητή, άλλες φορές το θεωρούσα αυτό σπουδαίο, ενώ άλλες φορές μου φαινόταν τρομερό να υπάρχει μία κοινότητα σύγχρονων ανθρώπων που τον τιμούν με θρησκευτική αφοσίωση. Ο Άγγελος Σικελιανός υπήρξε βεβαίως μια εντόνως ναρκισσιστική προσωπικότητα, αλλά η λατρεία προς αυτόν υπερβαίνει το πρόσωπό του. Aισθάνομαι, λοιπόν, ότι έχω μία αντιφατική στάση απέναντί του. Ένα από τα ποιήματα που αγαπώ, όπως και ο γιος του ο Γλαύκος, είναι η «Ιερά Οδός». Επιχείρησα να μεταφράσω τον Αλαφροΐσκιωτο, προσπαθώντας να καταλάβω ποιος ήταν στην πραγματικότητα. Θεωρώ ότι υπήρξε μια πιο περίπλοκη προσωπικότητα από ό,τι ξέρουμε.
Το ίδιο ισχύει και για την Εύα Πάλμερ, στη συμβολή της οποίας θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή. Ο Γλαύκος αισθανόταν πολύ κοντά στην Εύα και την αγαπούσε, οπότε κληρονόμησα αυτήν την αγάπη και, όταν προσέγγισα το έργο της, είδα πόσο σκληρά εργαζόταν και πόσο επαναστατικά πράγματα έκανε. Ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα ο Άγγελος θεωρείται ως πιο σημαντικός από την Εύα, δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται σε εθνικιστικούς λόγους, καθώς πολλοί Έλληνες δεν την θεωρούν Ελληνίδα. Εγώ προσωπικά δεν την βλέπω ως Αμερικανίδα, αλλά σαν κάποια που υιοθέτησε την Ελλάδα και κατά μία έννοια ήταν άπατρις, αλλά οπωσδήποτε υπήρξε συνδεδεμένη κυρίως με την Ελλάδα. Εντρύφησα στο έργο της, μελετούσε τους αγγειογράφους για να είναι ακριβή τα κοστούμια που κατασκεύαζε, εντρυφούσε στη βυζαντινή μουσική και έγραφε βυζαντινή μουσική για τα έργα. Ήταν η πρώτη γυναίκα που αναγνωρίστηκε στις Βυζαντινές Μουσικές Σπουδές με έναν παρόμοιο τρόπο. Μελετούσε επίσης τον χορό. Σκεφτόταν συνεχώς πώς να μεταφέρει την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, ακόμα και πριν τον Άγγελο. Και η σχέση τους είναι δύσκολο να κατανοηθεί, γιατί ήταν λεσβία και προφανώς λάτρευε την ποίησή του και τη διανόησή του. Νομίζω ότι επρόκειτο περισσότερο για έναν πνευματικό και καλλιτεχνικό γάμο.
Η δική σας εμπειρία ποια είναι όντας ένα ζευγάρι λογοτεχνών με τον σύζυγό σας; Έχετε διάδραση;
Ε.Σ.: Διαβάζουμε πάντα ο ένας τα χειρόγραφα του άλλου και τα σχολιάζουμε κατά τη συγγραφή τους. Συχνά συνειδητοποιούμε ότι δουλεύουμε πάνω σε κάτι παρόμοιο, με τον τρόπο του βέβαια ο καθένας, δεδομένου ότι αυτός είναι μυθιστοριογράφος, ενώ εγώ είμαι ποιήτρια. Για παράδειγμα, όταν δούλευα το ποίημά μου για την Καλιφόρνια, εκείνος δούλευε το μυθιστόρημά του για την Ιντιάνα, που είναι η δική του γενέτειρα πολιτεία. Βρίσκουμε λοιπόν συχνά ότι οι ανησυχίες μας είναι κοινές, ο ένας περιέχει τον άλλο στο έργο του.
Συμμερίζεστε αυτό στο οποίο αναφέρθηκε ο σύζυγός σας, ότι χρειάζεται ένας πνευματικός μεταβολισμός για τα γεγονότα των τελευταίων ετών, όπως η τετραετία Τραμπ και η πανδημία του κορονοϊού Covid-19, ώστε να αναδυθούν βαθύτερες διαστάσεις;
Ε.Σ.: Και πάλι έχω γράψει κι εγώ ένα μακρό ποίημα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όπως και ο Λερντ το δικό του έργο. Ενίοτε γράφω ποιήματα αμέσως μετά από ένα πολιτικό γεγονός, άλλοτε όχι. Και πάλι νιώθω μια επιφύλαξη, γιατί δεν θέλω να καταλήξω σε έναν πολιτικό τουρισμό. Χρειάζομαι κι εγώ χρόνο για μεταβολισμό. Συχνά ακούω άλλους πολιτικούς ποιητές να γράφουν πολιτικά ποιήματα που με συγκινούν. Ένας από τους πλέον αγαπημένους μου ποιητές είναι ο Περουβιανός Σέσαρ Βαγιέχο, ο οποίος συμμετείχε στον ισπανικό εμφύλιο, αλλά ήταν πάντα ικανός να διευρύνει την πολιτική στιγμή σε κάτι πιο καθολικό.
Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;
Ε.Σ.: Χρειάζεται να τελειώσω τα δύο βιβλία που ανέφερα, το ένα για την Εύα και τον Άγγελο που λέγεται The Human Performance, ενώ πρόσφατα έκανα βιντεοποιήματα, στα οποία κινηματογραφώ το νερό σε ένα ρεύμα και σκέφτομαι από πού έρχεται το νερό, τι κουβαλά μαζί του.
Εμπνέεστε από άλλες μορφές τέχνης;
Ε.Σ.: Χρησιμοποιώ και εικόνες στα βιβλία μου με τρόπο ώστε οι σελίδες να είναι σαν ινσταλέισιονς και εντέλει το ίδιο το βιβλίο να μετατρέπεται σε «εγκατάσταση». Εμπνέομαι από κάθε μορφή τέχνης, από μουσικούς, σκηνοθέτες, εικαστικούς καλλιτέχνες. Έχω κάνει εγκαταστάσεις με εικαστικό καλλιτέχνη, που χρησιμοποίησε στίχους μου, έχω συνεργαστεί με τον Φίλιπ Γκλας, που συνέθεσε μουσική γύρω από τα ποιήματά μου ή κάνω ζωντανή περφόρμανς με μουσικούς. Μου αρέσει να το κάνω αυτό, βρίσκω ότι με εμπλουτίζει ως καλλιτέχνιδα. Αυτό έχει σχέση και με την οικολογική μου συνείδηση. Η τέχνη είναι ένα οικοσύστημα, όπως και η γλώσσα είναι ένα οικοσύστημα, ιδίως η ποίηση. Όπως όλα τα ζώα και τα φυτά ζουν σε ένα οικοσύστημα και υπάρχει μία διαπερατότητα μεταξύ οικοσυστημάτων. Κανείς δεν είναι ανεξάρτητος. Λ.χ. δεν είμαστε ανεξάρτητοι από τις μέλισσες, αν σκεφτούμε ότι κάθε φρούτο που τρώμε έχει αγγιχτεί από μία μέλισσα προτού το φάμε. Μια παρόμοια διαπερατότητα υπάρχει και στη γλώσσα και στην τέχνη.

