- Μανόλης Λάσκαρης, στην πόρτα του σπιτιού του, 1994: «Υποσχεθείτε μου πώς θα με επισκεφθείτε σύντομα. Πρέπει να ασκούμαι στη γλώσσα της παραδόσεώς μου ούτως ώστε να μη λησμονήσω τις αρχές μου. Δεν υπάρχω όπως είμαι χωρίς αυτήν».
- Aστέριος, μοναχός, Άγιον Όρος, 1982: «Αυτός ο αιώνας ήρθε καβαλλημένος δαιμόνους. Δεν μας δόθηκε καιρός να θαυμάσουμε την ομορφιά του ήλιου σαν βασιλεύει ή σαν ανατέλλει. Ό,τι λείπει, μόνο αυτό μετράει. Μας λείψανε ακόμα και τα όνειρά μας. Δεν ονειρευτήκαμε αρκετά για να εξομολογηθούμε την αλήθεια μας».
- Έρικ, Άμστερνταμ, προτού, 1992: «Μπορείς να μου διαβάσεις στα ελληνικά το εδάφιο από τις επιστολές του Παύλου για τη δύναμη που ολοκληρώνεται στην αρρώστια; Είμαι άρρωστος και δεν νιώθω καθόλου δυνατός. Δεν πίστεψα αρκετά στη ζωή μου, έτσι;»
- Άγνωστος, Λένιγκραντ, 1987: «Χρειάζομαι δολλάρια να αγοράσω ρούχα. Αλλά καταλαβαίνω πως ίσως να μην έχεις ούτε ένα δολλάριο πια. Λυπάμαι τόσο πολύ: ο πανικός μας κάνει εγωιστές. Αλλά κάνει κρύο πολύ. Δεν έχω δύναμη πιά. Έχω ξεχάσει πώς να είμαι ο εαυτός μου».
- Αστυνομικός, Λονδίνο, 2007: « Υπάρχουν τρεις διαφορετικές διαδρομές που θα σε φέρουν εκεί που θέλεις να πας με τον υπόγειο —και είναι και οι τρεις εξίσου καλές. Είναι μόνο ζήτημα χρόνου. Θα μπερδευτείς λίγο αλλά θα φτάσεις με ασφάλεια. Έχε εμπιστοσύνη στη σύμπτωση. Ίσως σου δείξει πράγματα που διαφορετικά δεν θα συναντούσες ποτέ».
- Γιαγιά, Ολυμπία, 1975: «Εδώ στεκόντανε τα παλάτια των παλαιών θεώνε —αλλά μόλις φάνηκε ο αληθινός θεός φύγανε και τραβήξανε κατά το βορρά. Τόπος γιομάτος γκρεμίσματα και φαντάσματα. Δε γλέπεις γήλιο εδώ, δε νιώθεις αγεράκι».
- Ινδός, αεροδρόμιο Σιγκαπούρης, 1996: «Νομίζω πως σε έχω ξαναδεί. Ήσουνα ένας από τους πολεμιστές που σκοτώθηκαν νωρίς και δεν ακούσανε τη διδαχή του Κρίσνα στη Γκίτα.» Μίλαγε και κοίταγε συνέχεια το ρολόι του. «Πότε θα αρχίσει ξανά ο πόλεμος;» μονολογούσε. «Αυτή η ειρήνη είναι καταστροφική».
- Εβραίος, έξω από την Ιερουσαλήμ, 1986: «Αν χάσουμε αυτή τη γη, θα χάσουμε τον Θεό.»
- 1990, ξενοδοχείο, Ρέικιαβικ, ηλικιωμένος άνδρας, κρατώντας μπουκάλι βότκα, ρώτησε σε σπασμένα αγγλικά: «Μπορείς να μου διαβάσεις μερικούς στίχους από την Ιλιάδα του Ομήρου στο πρωτότυπο; Έχω ονειρευτεί αυτή τη στιγμή από τότε που πήγαινα σχολείο».
- Μαρσέλ, Ίος, 1985: «Ω, ναι, ναι, la Grèce, la Grèce. Αυτή η λέξη με εξοργίζει. Είναι σαν να μην ανήκει στην ιστορία. Hellas, Hellas ακούγεται πιο μελαγχολικό και ταιριάζει περισσότερο στους ντόπιους».
- Κυρία Λάικα, από τους αυτόχθονες, Τάουνσβιλ: «Δεν ξέρω πού γεννήθηκα κι έτσι δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα τραγούδι. Ζω χωρίς σκοπούς και ρυθμούς. Τα παιδιά μου χαθήκανε όλα. Ψάχνουνε τον πατέρα τους στα τραγούδια και τη μουσική των βράχων βαθιά μέσα στην έρημο».
- Τόμας, ιερέας, Πολωνία, κλαίγοντας στο αεροδρόμιο μετά την πτώση του κομμουνισμού: «Χύνω δάκρυα ευτυχίας, για κείνη την τρομερή ελπίδα που είχα, πως μια μέρα θα ήμασταν ελεύθεροι να βλέπουμε αμερικανική τηλεόραση. Η αλήθεια υπάρχει ατόφια μέσα στο τίποτα».
- Λένινγκραντ, 22 Αυγούστου, 1991, Λουντμίλα, ξενοδοχείο Εουρόπα: «Πρέπει να ξύσω τη σημαία της Σοβιετικής Ένωσης από την τοιχογραφία, αλλά δεν ξέρω με τι να την αντικαταστήσω. Ζούμε άραγε εκεί που ανήκουμε;»
- Παππούς, Αθήνα, 1976: «Δεν υπάρχουνε κλαράκια σε τούτο τον τόπο. Και πώς περιμένεις να σου πω ιστορίες και να σου τραγουδήσω χωρίς να αφουγκραστώ τα ψίθυρα των φύλλων;»
- Σύδνεϋ, Ιούνιος, 1991: «Καπουτσίνο με σοκολάτα από πάνω; Ω, Θεέ μου, θα πρέπει να είσαι από την παλαιά ήπειρο και να μην ξέρεις ακόμα τι σημαίνει να ζεις σε άλλο τόπο! Μόνο σαν μαθαίνεις ξένες γλώσσες μπορείς να είσαι ο εαυτός σου».
- Βλαδιβοστόκ, Γενάρης 1987, κρυφακούγοντας συζήτηση δυο Γάλλων ναυτικών: «Κάτι διάβασα γι’ αυτήν την πόλη, στην πρώιμη πρόζα του Τσέχωφ». «Εννοείς στο ταξίδι στη Σαχαλίνη;» «Ναι, ναι, συναρπαστικό βιβλίο…» «Αναμφίβολα, ο Τσέχωφ στην καλύτερη στιγμή του… Μετά κάπου έχασε τον δρόμο του και αφέθηκε στο να καταγράφει επεισόδια». «Α, ναι, επεισοδιογραφία, ο μεγάλος πειρασμός της εποχής μας».
- Ρώμη, αφού πυροβόλησαν τον Ιωάννη Παύλο, Μαρωνίτισσα μοναχή: «Μετά από το θαύμα αυτό, όλοι οι άνθρωποι πρέπει να πιστέψουν. Ο κόσμος υποφέρει τώρα που ο Άγιος Πατέρας είναι στο νοσοκομείο: ένα καινούργιο σχέδιο για τη μοίρα της ανθρωπότητας πραγματώνεται μέσα από την απόπειρα δολοφονίας του. Ο θάνατος αναγεννάει τη συνείδηση.»
- Αθήνα, 1982, διαγραφή από το Διεθνές Εργατικό Κίνημα: «Δεν σου αξίζει οίκτος, ούτε αλληλεγγύη, ούτε φιλία. Βοήθησες τον ταξικό εχθρό να κλέψει βιβλία από το βιβλιοπωλείο της οργάνωσης κι έβλαψες ανεπανόρθωτα την επαναστατική μας επαγρύπνηση».
- Όταν πέθανε η γιαγιά, το 1986, τις μόνες λέξεις πού μπόρεσα να πω τις πήρα από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «… ότε ης νεώτερος, εζώννυες σεαυτόν και περιεπάτεις όπου ήθελες ̇ όταν δε γηράσης, εκτενείς τας χείρας σου, και άλλος σε ζώσει και οίσει όπου ου θέλεις». Δεν υπάρχουν λόγια δικά μας για τις δικές μας αποκλειστικά στιγμές.
- Αντώνης, χάθηκε στον Καναδά, τριάντα έξη χρονώ, μόνος: «Νωχελική, διαπεραστική υγρασία. Αποσύρομαι κάτω από τη σκιά των ποιημάτων του Ελύτη, μερικές σελίδες του Πρόκος, τις επιστολές του Οράτιου, κάποιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, αναμνήσεις, δάκρυα. Ανησυχώ και ωστόσο τεμπελιάζω. 12 Ιουλίου 1996: στείλε μου κάποια από τα δικά σου ποιήματα για να δω πως ζεις και πως ασκητεύεις. Μου μένει μόνο ένας μήνας ζωής».
- Άλκης, έφυγε, σαράντα χρονώ: «Η Βίβλος, ω ναι, δεν τη διάβασα ποτέ… Θα χάραζε ρυτίδες στο μέτωπό μου, να σκύβω πάνω από ένα τόσο μεγάλο βιβλίο για ώρες. Αυτές τις τελευταίες μου μέρες μόνο περιοδικά ποικίλης ύλης, σαν το Κοσμοπόλιταν, μπορώ να διαβάζω —απαιτούν ελάχιστη προσπάθεια και περιέχουν τα πάντα».
- Βερολίνο, κυρία Μάγιερ, ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου: «Ο πατέρας μου πέθανε στην Ολυμπία και τον έχουμε ενταφιάσει εκεί. Κάθε χρόνο, επισκέπτομαι τον τάφο του σε έναν λόφο που βλέπει από ψηλά τον ποταμό. Πάντα μου εμπνέει δέος και μεγαλείο —εκεί νιώθω πληρότητα ύπαρξης, όταν ακούω τα πουλιά να κελαϊδάνε στον τόπο που δεν μπόρεσα ποτέ να γεννηθώ. Αλλά με κυνηγάει παντού η Βαλχάλα της παιδικής μου ηλικίας. Δεν κατόρθωσα ποτέ να ενηλικιωθώ, ξέρετε. Καθηλώθηκα στα δεδομένα μου».
- 1987, Μόσχα, μπροστά από το θέατρο Μπαλσόι, ζητιάνος: «Ό,τι μου δώσεις, θα τα πάρεις πίσω —ο άγιος Γεώργιος είναι ο προστάτης μου, με έσωσε από τους Γερμανούς το 1945. Όπως σκότωσε τον δράκοντα, θα σκοτώσει σήμερα τη μοναξιά μου. Χρειάζεται πίστη, απόλυτη πίστη. Τίποτα δεν συμβαίνει έξω από την ψυχή μας».
- 2003, Τάουνσβιλ, κυρία Ράφτερ: «Έλληνας; Α, ναι, θυμάμαι, σαν ήρθαν Έλληνες στο Μάουντ Άιζα, το 1932 κι ανοίξανε το πρώτο καφενείο στην πόλη. Μας έκαναν κοινωνικά όντα. Μπορούσαμε να καθίσουμε και να μιλάμε. Κι εκείνη η μυρωδιά του καφέ! Ακόμα τη νιώθω στη μύτη μου. Τόσες δεκαετίες αργότερα».
- Γιώργος, φιλόσοφος: «Όποιος συμμετέχει σε παιχνίδια εξουσίας πρέπει να είναι προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο να νικήσει.» Δεν αποδέχτηκε ποτέ τη διάκριση μεταξύ προφήτη και φιλοσόφου.
- «Μόλις γυρνάς στο σπίτι σου φέρνεις ένα άλλο σπίτι μαζί σου. Κάθε φορά που έρχεσαι πίσω, διπλασιάζεις τα πάντα γύρω σου, χωρίς να το θέλεις.» Τζόναθαν, αφού είχε γυρίσει από μακρύ ταξίδι. Μιλούσε πάντα με γρίφους.
- Φελίσια, Δουβλίνο, 1992: «Τον είδα σε μια πάμπ, τον παντρεύτηκα, δεν μου βγήκε σε καλό.» Έπινε πολύ και κάπνιζε μονάχη. «Μόνο το τσιγάρο θα με σώσει», μονολογούσε.
- Μπέλφαστ, Δεκέμβριος 1983, στρατιωτική αστυνομία. «Καθολικός ή Προτεστάντης;» «Κοιτάξτε, για μένα είστε και οι δυο αιρετικοί.» Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι. Ξύπνησα στη φυλακή με δυο σπασμένα δόντια. Κι έναν φοβερό πονοκέφαλο. Στους δυο ο τρίτος δεν χωρά —σοφή κουβέντα.
- Τορόντο 1994, Φλόυντ άρρωστος στο νοσοκομείο. «Το μυστήριο του γαλάζιου χρώματος με συνέπαιρνε πάντα —το ινδικό γαλάζιο είναι το σύμβολο του μεταμορφωμένου σώματος στη Βυζαντινή τέχνη, έτσι δεν είναι;» Μετά έπεσε σε κώμα και έσβησε την επόμενη μέρα.
- «Ήθελα να αλλάξω τον κόσμο και με αυτά κι εκείνα ξέχασα ποιος ήμουνα.» Φραντζέσκο, φούρναρης, Βενετία, 1988.
- Γκουίντο, καμεραμάν της RΑΙ στη Σαντορίνη, μέρες του 1986: « Πρέπει να ξεχάσεις πως με συνάντησες. Καταστρέφω τους ανθρώπους γύρω μου. Αφού πέθανε η μάνα μου, έμπλεξα με λάθος κόσμο. Σκότωσα. Πούλησα ναρκωτικά. Λεηλάτησα ζωές. Ξέχασέ με. Δος μου λύτρωση μέσα από τη λήθη.»
- Γκουίντο και πάλι: «Δεν περίμενα πως ήτανε τόσο εύκολο να σκοτώνεις. Δεν θα ξεχάσω το πρόσωπο κάποιου αστυνομικού στο Μιλάνο. Καθώς σωριάστηκε καταγής, είπε σε κάποιον, αλλά όχι σε μένα: Δεν είπα ποτέ στη μάνα μου πόσο την αγαπούσα. Τα λόγια του άλλαξαν τη ζωή μου. Τώρα ξέρω πως μόνο στα στίγματα του αγίου Φραγκίσκου βρίσκεται όλη η αλήθεια της ζωής».
- «Κοίτα γύρω σου. Μάζεψα όλα αυτά από το τίποτα.» Κοίταξα το άδειο δωμάτιο. Γιώργος, φτηνό ξενοδοχείο, Αθήνα, 1982. «Έχασα την ψυχή μου για να τα μαζέψω όλα αυτά».
- Σύδνεϋ, φίλος, ξεχασμένος τώρα: «Το ράσο κρύβει μαύρο θάνατο πολύ.»
- Νέα Υόρκη, στον υπόγειο, 1991, Ιρλανδός ελεγκτής: «Τα τρένα αυτά σε πηγαίνουν εκεί που δεν θέλεις να πας. Αυτό οφείλεται στην περιπλοκότητα των σύγχρονων συστημάτων συγκοινωνίας. Ξέρεις όμως πού θέλεις να πας;»
- Βουκουρέστι, 1989, μια μέρα πριν την πτώση του Τσαουσέσκου, ένας ιερωμένος: «Τα πάντα θα τα καταστρέψει κεραυνός. Ακούω την ταραχή της ιστορίας που πλησιάζει.» «Ηράκλειτος;» «Πάντα εκείνος, πάντα», απάντησε.
- Γιώργος, Πειραιάς, 1989: «Έζησα αρκετά και δοκίμασα τα πάντα. Τώρα θέλω να μείνω ακίνητος και να αφήσω όλες τις μυρωδιές, όλους τους ήχους, όλους τους παλμούς να περάσουν μέσα από το σώμα μου και να με κάνουν να ξεχάσω πως υπάρχω. Θέλω να νιώσω τον κόσμο όπως θα είναι χωρίς εμένα.»
- Ταξιδεύοντας, Μπουχάρα, γύρω στα 1989, πεινασμένος δερβίσης: «Η πίστη είναι σαν την άμμο της ερήμου που μετακινείται από τον άνεμο και δεν σταματάει να πλάθει νέα σχήματα που υπνωτίζουν. Χορεύω μαζί τους, μεθυσμένος, χωρίς ιστορία, χωρίς σκέψη, χωρίς σώμα.»
- Τη μέρα που πέθανε η Νταϊάνα, περπατώντας στη λεωφόρο Γεωργίου στο Σύδνεϋ: «Η ομορφιά μας κάνει κυνικούς. Δεν αντέχουμε την εικόνα μιας όμορφης γυναίκας, χωρίς να νιώθουμε ένοχοι επειδή δεν δόθηκε αποκλειστικά σε εμάς.» Δεν κατάλαβα ποιος το είπε, αλλά ούρλιαζε δίπλα στ’ αυτί μου.
- Νίκος, αδελφός, τηλέφωνο, 1982, από το στρατόπεδο: «Μίλα μου, μίλα μου. Μας δώσανε μόνο δέκα λεπτά. Μίλα μου για ό,τι θέλεις. Νιώθω τόσο εγκαταλειμμένος και μόνος σε αυτό το απόμακρο βουνό. Χτες, μου ριχτήκανε γεράκια στη σκοπιά σα να ʼμουνα βορά του τίποτα».
- Μάικα, Μάαστριχτ, 1988: «Οι μύγες τσιμπάνε και οι πεταλούδες δαγκώνουν, καθώς αγωνίζεσαι να θυμηθείς εκείνο το ασήμαντο περιστατικό που σε καθόρισε σαν ήσουνα μικρό παιδί.»
- «Και ποιος ευθύνεται για την κρίση της κοινωνίας μας; Το ανθρωπολογικό ντελίριο μέσα στο υπερτροφικό εγώ μας!» Λόγια φιλοσόφου, Γενάρης, 2012.
- Ελσίνκι, σιδηροδρομικός σταθμός, 1988: «Τα κλειδιά για το μοναστήρι του Παλαιού Βάλαμον βρίσκονται στον πάτο της λίμνης Λάτογκα. Ο τελευταίος μοναχός τα πέταξε εκεί κάτω προτού τον εκτελέσουν οι μπολσεβίκοι. Είναι ένα γεγονός που ελάχιστοι από εμάς έχουν ξεχάσει μέχρι σήμερα. Πολλοί βουτάνε στα κρύα νερά για να βρουν τα χαμένα κλειδιά. Κάποιοι χαθήκανε από τα ρεύματα κι άλλοι γυρίσανε θεόκαυτοι.»
- Κυρία Φαν Ντονγκ, Άμστερνταμ, 1990: «Πόλεμος και πάλι! Δεν έχω ξεχάσει τους Γερμανούς σαν μπήκανε στο Άμστερνταμ. Με εκείνη την τρομακτική μυρωδιά από μπότες καμωμένες από δέρμα αληθινό».
- Παπάς, Ελσίνκι, Φεβρουάριος του 1990: «Μη σκέφτεσαι μόνο τις αμαρτίες που διέπραξες εναντίον του φίλου σου, αλλά κυρίως τις αμαρτίες που διέπραξες μαζί του.»
- Πρώτη αγάπη, 1986, Φιλανδία, Ροβανιέμι: «Φύτεψα δυο δέντρα και καθώς μεγάλωναν, άρχισα να τους μιλάω. Κάποιες φορές μου απαντούσαν, ιδιαίτερα τα μερονύχτια που φαινότανε το βόρειο σέλας».
- Σύδνεϋ, συνέλληνας, πατριώτης: «Πρέπει να επιστρέψουμε στην αρχαία θρησκεία, να λατρέψουμε τους θεούς του Ολύμπου και να προσφέρουμε θυμίαμα στον Δία.» «Αυτό να πας να το κουβεντιάσεις με τη μάνα σου», είπε η κυρία Πόπη από την Πόλη.
- «Επιθυμούμε να εξαπατηθούμε. Η διανοητική μας κατασκευή απορρίπτει την πραγματικότητα. Ο τρόμος της αναγνώρισης του πραγματικού δημιουργεί όλους τους προσωπικούς μας μύθους. Κανείς δεν επιθυμεί την πραγματικότητά του —ούτε κι εγώ που σου μιλώ». Γιώργος, Πειραιάς, 1980.
- Πρώτη φορά που διάβηκα σύνορα. «Σαν περνάς απέναντι, ο αντινομικός χαραχτήρας των ιστορικών φαινομένων γίνεται άμεση εμπειρία.» Μαΐου 29, Πόλη. Θρήνος από ʼδω, πανηγύρια από ʼκει. Απόσταση ελάχιστη.
- Κάιρο, Μουσείο Αρχαιοτήτων, ηλικιωμένος νυχτοφύλακας: «Τη νύχτα, ακούω τους θορύβους των αντικειμένων καθώς τρίζουν, γρυλίζουν και τραυλίζουν. Σου το δηλώνω κατηγορηματικά: θέλουνε να ξεφύγουνε από δω μέσα. Το μουσείο δεν είναι ο καλύτερος τόπος για πράγματα με τόσους αιώνες στην πλάτη τους.»
- Μήνυμα από βιβλιοπώλη, Καλλιφόρνια: «Το βιβλίο είναι μεγάλο αλλά θα σου το στείλω δωρεάν: το διάβασμα του έργου Η νομιμότητα της σύγχρονης εποχής από τον Μπλούμεργκ πρέπει να είναι πρώτιστο καθήκον κάθε ενεργού πολίτη. Εξάλλου, είχε μείνει στα ράφια μου για παραπάνω από δέκα χρόνια. Σπάνια διαβάζονται σήμερα τα σημαντικά βιβλία».
- «Ο σκοπός της ζωής είναι να βρίσκει νόημα σε ό,τι κάνουμε μέρα με τη μέρα χωρίς μάλιστα να το σκεφτόμαστε. Απλώς να σκεφτόμαστε πως κάποιος εδώ δίπλα, περιμένει αποκλειστικά εμάς στη ζωή του.» Φοιτήτρια, Κέιτ, στην εργασία της πάνω στον Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι.
- Αναστασία, 1992, σύντομο μήνυμα: «Έλαβες το πουκάμισο που σου έστειλα με τους γείτονες; Πρέπει να κάνει κρύο εκεί, τόσο κοντά στην Ανταρκτική, πέντε ηπείρους μακριά από μένα. Να μας ξεχάσεις. Δεν αξίζει να ζούμε στη σκέψη κανενός. Ούτε καν στο νου αυτών που αγαπάμε».
- «Όταν μπήκες στο δωμάτιο, όλα τα πράγματα αρχίσανε να μετατοπίζονται. Συμβαίνει πάντα ή ήτανε κάτι τυχαίο;» Πολ, 1992, στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο.
- Γιώργος, Πειραιάς, 1981: «Η χειρότερη παράκρουση είναι να πιστεύει κάποιος ότι η απουσία μπορεί να είναι κάτι το εμπράγματο. Μας ήτανε αδύνατο να πιστεύουμε, κατά τη γερμανική κατοχή, πως η απουσία τροφίμων ήτανε κάποιας μορφής παρουσία!»
- «Το ότι πέθανε μόνος του ήταν η υπέρτατη καταδίκη που του επιφυλάχτηκε —σε παγερό, αδιάφορο, άδειο δωμάτιο νοσοκομείου.» Κυρία Ευτυχία, μιλώντας για κάποιον άγνωστο άνθρωπο το 2011.
- «Τόσα πράγματα γύρω μας αλλάζουν θέση όταν μιλάμε γι’ αυτά. Γίνονται ένα σύμπαν ρευστό, μια ακατανόητη εμπειρία. Είναι σαν να βιώνεις έναν ανεπαίσθητο σεισμό. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη Θεία Κοινωνία.» Τόμας, Πολωνός ιερέας.
- «Καθώς μπήκες μέσα στο γραφείο μου ένιωσα ένα κρύο ρεύμα να μου παγώνει το πρόσωπο. Είσαι πάντα τόσο ενοχλητικός;» Υπάλληλος στο τελωνείο του Άμστερνταμ.
- «Μιλώντας με αφορισμούς δεν σκοπεύεις να κλείσεις μια συζήτηση. Προσφέρεις ένα σημείο εκκίνησης για την ανασκευή μιας ιδέας, δημιουργείς ένα άνοιγμα για να αναδυθεί η αντίθεσή της.» Γιώργος, τελευταία συνομιλία, Πειραιάς, 1990.
- «Κάθε νύχτα ένα άλλοκοτο ζώο σκαρφαλώνει στο στήθος μου και σκαλίζει την καρδιά μου. Το βλέπω να μου τρώει το μυαλό. Και όμως παρατηρώ την ίδια μου τη διάλυση. Περίεργο πράγμα για κάποιον που δεν σκέφτηκε ποτέ οτιδήποτε δυο φορές.» Νίκος, καρκινοπαθής, 2008.
- «Όταν μιλάω για την πατρίδα μου, το μόνο πράγμα που μου έρχεται στο νου είναι το χωριό μου, χιονισμένο, φτωχό και άδειο, όπου δεν θα γυρίσω ποτέ. Θέλω να πεθάνω σε ζεστούς τόπους, τροπικούς, κάτω από καλοκαίρι καυτό και να μη θυμάμαι, να μη σκέφτομαι, να μη νιώθω, και να μη με ξέρει κανένας, ένας άνθρωπος χωρίς πεπρωμένο». Γκρεγκ, Μάιος 2012, από την Πολωνία.
- «Αφού υποχώρησε ο πόθος, η φλόγα αντικαταστάθηκε από μια θερμή αίσθηση τρυφερότητας, μια ατμόσφαιρα στοργής, ένα βαθύ αίσθημα προστασίας. Ένιωθα τόσο υπεύθυνος, που δεν θα μπορούσα να τον εξαπατήσω και να καταστώ ανέντιμος.» Μιχάλης για τον φίλο του, Σύδνεϋ, 2001.
- «Μόνο αφού ό,τι αγαπάς σωριαστεί σε ερείπια μπορείς να καταλάβεις τα όρια των ηθικών σου αντιστάσεων. Όλα όσα μας δίνει η πραγματικότητα αναγκάζουν το μυαλό να έχει παραισθήσεις.» Νίκος, καρκινοπαθής, λίγο πριν.
- Σε δρόμο της Αθήνας, 1992, ζητιάνος, πρόσφυγας από Αλβανία: «Το μόνο πράγμα που με κρατάει ζωντανό είναι η ιδέα πως ίσως κάπου κάποιος να με χρειάζεται.»
- Κυρία Έληνορ, ιδιοκτήτρια καφέ στο Καντερμπέρυ, Αγγλία: «Δίνουμε αυτό που είμαστε —και όχι αυτό που έχουμε.»
- «Το γεγονός πώς η πραγματικότητα επιδέχεται πολλών εκδοχών, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει: είναι οι πολλαπλές της εκδοχές που την κάνουν τόσο συγκεκριμένη γιατί μας περικυκλώνει από παντού.» Φιλόσοφος, ο Ιάκωβος, αφού επέστρεψε από Χαϊδελβέργη, το 1984.
- Βανκούβερ, Ιανουάριος, 2012, Ρώσος σερβιτόρος. «Είμαι από πολύ μακριά, από την Τασκένδη. Άφησα πίσω γονείς και γυναίκα. Δεν τους έχω δει για πολλά χρόνια. Έμαθα πως γίνανε πιστοί Μουσουλμάνοι ξανά, ενώ εγώ διατηρώ τον αχαλίνωτο σοβιετικό μου αθεϊσμό. Κρατήστε νεκρούς όλους τους θεούς —ίσως τότε να ξανακερδίσουμε την ανθρωπιά μας, ακόμα και αν χάσουμε εκείνους που αγαπάμε.»
- Μήνυμα, από Άντυ τον Αμερικάνο: «Αν υπάρχει παράδεισος, θα πρέπει να βρίσκεται σε ένα μικρό νησί στο Αιγαίο, όπου ένας παπάς μετά τη λειτουργία αρχίζει να παίζει ζουρνά και να τραγουδάει για την πρώτη του αγάπη».
- Νίκος, προτού φύγει: «Δεν υπάρχει πια δύναμη μέσα μου. Τα μόνα πράγματα που μου απομένουν είναι οι παρανοήσεις μου. Δεν γνώρισα ποτές ποιος ήμουν. Αν με θυμηθείς και γράψεις κάτι για μένα, να πεις μόνο, πως ήμουνα καλός μάγειρος, πως έφτιαξα νόστιμο φαγητό και τίμησα τη γεύση ως τη σημαντικότερη αίσθηση.»
- Με την κυρία Τζούλια, σε καφέ του Εδιμβούργου: «Με λένε Τζόνη Νίκολσον». Κι εκείνη: «Νίκολσον ακούγεται καλά, αλλά δεν μου φαίνεσαι για Τζόνης. Υπάρχει όμως, ξέρεις, πολλή σοφία στα ψεύτικα ονόματα».
- Γρηγόρης, κάποιο βράδυ, μεθυσμένος, φέσι: «Πάντα μιλάω με λάθος ανθρώπους —πόσο τυχερός είμαι! Και όλοι ξεχνάνε το όνομά μου, σαν να είμαι το αρχέτυπο του ανώνυμου μεθύστακα».
- Καθηγητής οικονομικών, επίσκεψη, Πανεπιστήμιο Πεκίνου, 2008: «Κερδίζεις αρκετά χρήματα! Τι εννοείς με τη λέξη αρκετά; Αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο λεξικό μου!»
- Μελβούρνη, Ιούνιος 2012, περίεργος δικηγόρος: «Η ποίηση είναι χρέος. Χρωστάμε ποίηση στους ανθρώπους που ζητάνε δικαιοσύνη. Δεν έγραψα ποτέ έναν στίχο και ξέρω βαθιά μου τι σημαίνει να θέλεις να γράψεις ποίηση και να μη μπορείς».
- Νίκολας, σε διάλεξη, Μελβούρνη και πάλι: «Μιλάει για τον Θεό σαν να ήταν ο Χάιζενμπεργκ και ο Αϊνστάιν συγχωνευμένοι σε κάποιο αμερικανικό εργαστήριο. Ούτε ο Σπινόζα δεν υπάρχει γι’ αυτήν την καθηγήτρια. Γεμάτη από τη θολούρα των σύγχρονων αποφατιστών που ξέρουν και δεν ξέρουν χωρίς να θέλουν να μάθουν».
- Κεν, περπατώντας στα Κυανά Όρη: «Καθώς ανατέλλει ο ήλιος, μπορούμε να διακρίνουμε θολά τα ερείπια μιας αρχαίας πολιτείας πέρα μακριά στον ορίζοντα, όραμα που μας υπενθυμίζει τους τόπους που δεν επισκεφτήκαμε».
- Τζεν, τον καιρό της ευτυχίας: «Εμπιστευόμαστε τώρα, για να είμαστε δυνατοί την ώρα της απελπισίας».
- Γιάννης, πριν χρόνια: «Φοβάμαι πολύ όσους αποκηρύσσουν την ανοησία της ζωής και ψάχνουν να βρουν νόημα σε όλα. Ζούμε στο βασίλειο της ανοησίας. Τα υπόλοιπα είναι ψυχολογικές προβολές».
- Κίγκαν, ο άθρησκος: «Αιωνιότητα είναι μια άλλη λέξη για την πλήξη κι εμένα μου αρέσει η μονοτονία της αιωνιότητας, το μονότροπο της μουσικής της».
- Ρικ, κουβεντιάζοντας για τον Κίρκεγκαρντ: «Μίλησε τόσο πολύ για το άτομο, επειδή έβρισκε αποκρουστική την ικανότητα κάθε ανθρώπου να είναι μοναδικός».
- Νουθεσία προς εαυτόν: «Ο φόβος του τετριμμένου κάνει τους σημερινούς φιλόσοφους τόσο παρωχημένους». Τι να προκάλεσε άραγε μια τέτοια σκέψη;
- «Καθώς περπατούσα», είπε ο Γιώργος, «συνειδητοποίησα το σφάλμα του Φρόυντ: το εγώ δεν θέλει να γίνει ο αφέντης του οίκου του. Το εγώ επιθυμεί να συναντήσει οτιδήποτε θα το παραλύσει και θα το κάνει ανέστιο».
- «Αυτό που μας εξανθρωπίζει είναι μόνο στιγμές γαλήνης και μονοτονίας ύστερα από χρόνια αναταράξεων και ανασφάλειας». Γιάννης, προτού φύγει για χώρα μακρινή.
- «Όλες οι ταυτολογίες διερευνούν αυτό που ξεφεύγει από κάθε λεκτική άρθρωση και βρίσκεται έξω από την επικράτεια της γλώσσας. Υπάρχει άραγε σιωπή χωρίς γλώσσα ή μήπως είναι και αυτή μια άλλη μορφή δήλωσης νοήματος»; Γιώργος ο φιλόσοφος, από τη Μελβούρνη, μιλώντας για τους λεγόμενους αναλυτικούς.
- «Πρέπει να σου υπενθυμίσω ότι αυτή η χώρα χρειάζεται επειγόντως έναν χάρτη! Σπεύδε! Ειδάλλως άνθρωποι θα χαθούν!» Αξέχαστη προειδοποίηση, Γιάννης, Ρώμη, 2014.
- «Η μόνη ανάγκη μας είναι να πολλαπλασιάζουμε προβλήματα μόνο και μόνο για να επιλύσουμε ένα ή δύο: όσα δεν κατορθώσαμε να επιλύσουμε θα είναι η κληροδοσία στους απογόνους μας». Τζέμμα, Λονδίνο, 2007.
- Τζέμμα και πάλι: «Αυτό που συνδέει τον εαυτό μου σήμερα με τον χτεσινό εαυτό μου είναι πως και οι δύο πίνουνε κρύο καφέ κάθε πρωί: μόνο οι καθημερινές τελετουργίες εξασφαλίζουν συνέχειες».
- «Να ζεις και να επαναλαμβάνεσαι: τότε θα γίνεις παρουσία, αισθητή από όλους». Ποιος το είπε αυτό; Πότε;
- Ντέιβιντ, στο μαγαζί του Στρατού της Σωτηρίας: «Αν το άλογο μιλούσε, μόνο ο καβαλάρης του θα μπορούσε να γράψει το λεξικό της γλώσσας του.» Με μένα μιλούσε ή με τον Βίτγκενσταϊν;
- Μαίρη, καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο: «Δεν κατανοούμε τη φύση παρά μόνο σαν μας συμβαίνει κάτι αφύσικο».
- Τζόζεφ, μεθυσμένος, χωρίς αισθήσεις, Αδελαΐδα, 1999: «Τα σημερινά ιερά τελεστήρια είναι τα μπάρ και τα νυχτερινά κέντρα. Ενσαρκώνουν τις μοναδικές ιερές ιδιότητες που μπορούμε να κατέχουμε: έκσταση και ανωνυμία».
- «Είναι ευκολότερο να κατανοήσουμε το κοσμικό άπειρο παρά να καταλάβουμε την πεπερασμένη ζωή μας». Η Στέισι, αφού διάβασε Χάιντεγκερ.
- «Ήτανε μια σκοτεινή, ασφυκτική άβυσσος, το απόλυτο μαύρο. Με είχε καταβροχθίσει το τίποτα και ήμουνα ωστόσο απόλυτα ευτυχής, πλήρης, ολοκληρωμένος». Άλκης, αφού συνήλθε από κώμα, Φεβρουάριος 2000.
- Άλκης και πάλι: «Η θλίψη ήταν το πεπρωμένο μου: έζησα με θλίψη και αποχαιρετάω τον κόσμο με θλίψη. Πώς ζούμε χωρίς θλίψη; Μπορείς να μου πεις;» «Θλίψη είναι η αρρώστια της Βαβυλώνας», του απάντησε ο Άγιος Φραγκίσκος, σε μια συνομιλία που διάρκεσε δευτερόλεπτα.
- «Στο τραπέζι άφησα φαγητό, ψωμί και νερό. Θα πρέπει να είσαι κουρασμένος σαν επιστρέψεις. Ακόμα και αν γυρίσω αργά, θα είμαι μαζί σου μόλις θα αρχίσεις να τρως. Μην ξεχάσεις να πλύνεις πρώτα τα χέρια σου». Πρώτη αγάπη, αξέχαστη.
- Κώστας, στην πρώτη μας συνάντηση, 1993, Βρισβάνη: «Και ποιο άλλωστε είναι το νόημα της Αγίας Τριάδας πάρα εκείνο της ενότητας εν ποικιλία;» Ήταν αμετακίνητα άθεος.
- Τζέιμς, από την Αδελαΐδα, σε μπαρ: «Ο πατέρας μου εξαφανίστηκε όταν γεννήθηκα. Δεν έμαθα ποτέ ποιος ήταν. Πες μου, πώς νιώθεις σαν ξέρεις τον πάτερα σου;»
- Τζέιμς και πάλι: «Κάθε θρησκευτική τέχνη, κάθε κοσμική τέχνη, κάθε μορφή αναπαράστασης, όλες οι εικόνες, είναι σύμβολα πεθαμένων προγόνων. Όλη η τέχνη είναι νεκρολατρεία, που εξιλεώνει το αμάρτημα της λήθης, το βαρύ κρίμα τού να είμαστε ζωντανοί και αυτοί να μην υπάρχουν. Τα όνειρά μας έρχονται από αυτούς, τα λόγια μας απευθύνονται σε αυτούς, κάθε χτίσμα τούς ενταφιάζει βαθύτερα. Καθώς μιλάμε όμως μας τραβάνε κάτω στο τίποτα, μας στοιχειώνουν και γίνονται οι σκέψεις μας. Δεν μπορούμε να τους ξεφύγουμε, δεν μπορούμε να τους αποχωριστούμε –αυτοί είναι οι Άρχοντές μας.» Γιατί το είπε άραγε αυτό;
- «Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι ένα σύμπαν χωρίς ανθρώπους. Ή ένα σύμπαν παραμορφωμένης ανθρωπότητας, μιας φύσης χωρίς ανθρώπους. Η κόλαση είναι το προφανέστερο παράδειγμα μιας παραμόρφωσης καθ’ υπερβολήν». Ο φίλος, ο ιερωμένος. Πέθανε θάνατο οικτρό.
- «Τα τελετουργικά μνημεία πάντα γεννούν ταυτότητα. Όσο υπάρχουν οι πυραμίδες, θα γεννιούνται Αιγύπτιοι». Ιωάννης, ποιητής, χάθηκε στο Λίβανο.
- «Οι συζητήσεις αρχίζουν πάντα με ανταλλαγή ιδεών και καταλήγουν αναπόφευκτα στην αυτοβιογραφία». Θεόδωρος, σε μια πολύ βαρετή συνάντηση στο πανεπιστήμιο.
- «Γεννιόμαστε, μόνο αυτό υπάρχει!» Ποιος μου παρέδωσε το λόγιον;

