Λένια Ζαφειροπούλου

Μαδώντας τη μαργαρίτα της ενηλικίωσης

Ενηλικιώθηκα 10 μηνών. Όταν η ιατρική μού πήρε κάτι για να με σώσει. Και με ανάγκασε να παρακάμψω οριστικά την ταμπέλα που έγραφε «Προς βίον ανθόσπαρτον».

Δεν ενηλικιώθηκα ποτέ. Μια που ποτέ δεν πίεσα κανέναν να μου πει με το χέρι στην καρδιά αν όντως υπάρχει ο Άγιος Βασίλης. Ή οι νεράιδες τη νύχτα στην απάτητη εξοχή, όταν η παρουσία τους μυρίζει καθαρά.

Ενηλικιώθηκα στα 5. Όταν άρχισα να φαντάζομαι τον θάνατο ως εξής. Όλη μου η οικογένεια είναι μαζεμένη στο καθιστικό της θείας Μερόπης. Τρώνε, πίνουν και αστειεύονται με θόρυβο. Κι εγώ είμαι ξαπλωμένη κάτω απ’ το τραπεζάκι του καναπέ, βουβή και ασάλευτη, διαφυγή δεν υπάρχει από εκεί και κανείς δεν δείχνει να με αντιλαμβάνεται.

Αλλά όταν λίγο πριν με πάρει ο ύπνος λέω με δάκρυα στη μητέρα ότι φοβάμαι τον θάνατο, οι παρήγορες λέξεις της δεν έχουν καμιά ισχύ. Και τότε καταλαβαίνω πως οι ενήλικες δεν χρησιμεύουν σε τίποτε σοβαρό.

Δεν ενηλικιώθηκα. Γιατί όταν πρωτοπήγα στο θέατρο γύρω στα 2 και η παράσταση τελείωσε, είχα μιαν απέραντη ερήμωση. Επειδή ο πυκνός θεατρικός χρόνος μας ξέβρασε και πάλι στον αραιό χρόνο της πραγματικότητας. Και δεν συμφιλιώθηκα ποτέ μ’ αυτό.

Ενηλικιώθηκα μια μέρα γύρω στα 7. Ως τότε, στους αγώνες δρόμου του σχολείου όπου τρέχαμε σε μια ευθεία μέσα σε ένα άδειο τσιμεντένιο προαύλιο χωρίς εμπόδια, έβγαινα πάντα πρώτη. Εκείνη την ημέρα, ως θεία αντιεπιφοίτηση, κατέβηκε πάνω μου και με κατέλαβε η Συνείδηση: Δεν βλέπω αρκετά καλά για να τρέχω με τόση φόρα. Από εκείνη την ημέρα άρχισα να βγαίνω πάντα δεύτερη.

Δεν ενηλικιώθηκα. Γιατί συνέχισα ακάθεκτη να πνίγομαι στις τρικυμίες του Πηλίου. Ακόμα και αφού, γύρω στα 8 μου, πνίγηκα στ’ αλήθεια παρά ένα δευτερόλεπτο. Και με έσωσε από τον στρόβιλο που με ξέβρασε σαν κουβάρι στην ακτή, ο θείος μου ο ποδοσφαιριστής που ήταν πολύ σέξυ.

Ενηλικιώθηκα γύρω στα 13. Όταν με πήγαιναν στο Θέατρο Εμπρός, σε έναν όντως (και όχι τάχα) εγκαταλελειμμένο χώρο, σε ένα όντως (και όχι τάχα) εγκαταλελειμμένο και παντελώς έρημο κομμάτι της πόλης. Εκεί διατύπωναν τα απόλυτα διλήμματα του Ίψεν, εξέθεταν την απόλυτα ανέφικτη ευτυχία και ξαναζούσαν την απόλυτη πλήξη των ηρώων του. Γύριζα σπίτι, καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού και έλεγα ότι μετά απ’ τα ζητήματα που είχαν τεθεί εκεί, δεν άξιζε να συνεχίσει μια ζωή στην οδό Ιπποκράτους και δεν άξιζε να ξυπνήσεις το επόμενο πρωί για την Τρίτη γυμνασίου, όπου έφτανες με πούλμαν σχολικό.

Δεν ενηλικιώθηκα. Γιατί την ίδια εποχή, έφτιαχνα μια νησίδα μυστηρίου πάνω στη βιβλιοθήκη, έντυνα την κούκλα με πάλλευκα φορέματα, τη φώτιζα με πλάγιο φωτισμό και της σήκωνα το πόδι σε αραμπέσκ, για να θυμίζει την χορεύτρια στον Μολυβένιο Στρατιώτη.

Ενηλικιώθηκα το πρώτο βράδυ που έμεινα μόνη στο φοιτητικό δωμάτιο στην ξένη χώρα, μπροστά στο στρογγυλό μου τραπεζάκι με ένα αυτοσχέδιο δείπνο πάνω του και είδα μπροστά μου την ατελείωτη σειρά από τέτοιες κενές βραδιές που θα ʼπρεπε να τις γεμίσω χωρίς βιβλίο οδηγιών.

Δεν ενηλικιώθηκα ούτε στην ξένη χώρα. Τη μέρα που έπρεπε να παίξω την χωριατοπούλα των Άλπεων, δανείστηκα ένα αλπικό σιγκούνι με μπούστο extra large, δανείστηκα όλα τα σουτιέν όλων των συμφοιτητριών της τάξης, τα φόρεσα το ένα πάνω στ’ άλλο για να γεμίσω το κενό, αγόρασα απ’ τα αποκριάτικα του πολυκαταστήματος μια παιδική πεντάξανθη περούκα με κοτσίδια που άφηνε το μισό μου κρανίο ακάλυπτο και βγήκα στη σκηνή όπου με υποδέχτηκε ο πιο τερπνός συμφοιτητικός περίγελως που έγινε ποτέ.

Ενηλικιώθηκα στο Λονδίνο. Όταν μου έμαθαν τη σωτήρια τέχνη του small talk και το χαρίεν ύφος που υπονοεί τίποτα και τα πάντα. Και όταν ήταν να περάσω από τη μια σχολή στην άλλη, η επιτροπή των ακροάσεων της νέας σχολής μού έδωσε τα εύσημα γιατί είχε λέει κυκλοφορήσει η φήμη πως είχα άψογη αίσθηση του χιούμορ. Εκεί κατάλαβα εμβρόντητη ότι κατασκοπεύομαι παντού. Και άρχισε να παίρνει σχήμα στο μυαλό μου η έννοια του branding. Που είναι ένα όνομα που οι άλλοι καρφώνουν στην πόρτα σου. Άραγε θα σε βάλει ο δαίμονας να το ξεκαρφώσεις με το ζόρι, κι ας μένει για πάντα εκεί πάνω ο τύπος των ήλων;

Δεν ενηλικιώθηκα ούτε στο Λονδίνο. Γιατί είδα την πόλη σε όνειρο σαν σιωπηλό, περιμάχητο φρούριο ή σαν ιερό πεδίο, όπου τα γόνατά τους φθείρουν μύριοι προσκυνητές, αδιάφορο πόσοι και ποιοι κάθε φορά. Και τον εαυτό μου ονειρεύτηκα σαν αμφίθυμο επίδοξο ένοικο του φρουρίου, ούτε επαρκώς υπήκοο ούτε αρκετά αντάρτη, ούτε άσωτο ούτε ασκητή, ούτε αληθινά ευπρόσδεκτο ούτε ακριβώς απόβλητο.

Ενηλικιώθηκα. Όταν με την αγαπημένη φίλη μου Ιζαμπέλ είπαμε πως θα σφίξουμε τη ζώνη μας. Γιατί μας γέννησαν σε χρόνους γελαστούς, σε χρόνους αναβάσεων. Αλλά συμβόλαιο δεν είχαμε με τη θεά Τύχη ούτε με τη θεά Ιστορία (της οποίας το τέλος μάς είχαν πείσει να εορτάσουμε πρόωρα). Συμβόλαιο δεν είχαμε ότι οι αναβάσεις μας θα μας συνόδευαν μέχρι τα ενενήντα, ώστε να αποχαιρετήσουμε τη ζωή πάνω σε κάποια ολύμπια κορυφή, χωρίς καν να χρειαστούμε κλίμακα προς τα ουράνια ύψη.

Δεν ενηλικιώθηκα ποτέ. Συνεχίζω να βρίσκω τον καθημερινό εαυτό μου άνοστο και λίγο. Τον βάζω διαρκώς να παίζει το παιχνίδι της τέχνης. Και του θυμίζω ότι η πραγματικότητα έχει σφετεριστεί τον θρόνο εδώ και αιώνες. Και μεγεθύνοντας με δόλο τα δικά της, καταναγκάζει σε σμίκρυνση ή και εξαφάνιση τα άλλα.

Κύλιση στην κορυφή