Την 15η Μαΐου 2026, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ υπογράφει[1] την πρώτη Εγκύκλιο Επιστολή του ποντιφικάτου του με τίτλο Magnifica Humanitas και υπότιτλο «για την προστασία του ανθρώπινου προσώπου στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης». Το κείμενο της Εγκυκλίου αφιερώνεται στις προκλήσεις που θέτουν στην κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες και ιδίως η τεχνητή νοημοσύνη. Ενώ αναγνωρίζει την πρόοδο που επιφέρει η νέα αυτή τεχνολογία, καλεί συγχρόνως, η πρόοδος αυτή να κατευθυνθεί στην υπηρεσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του κοινού καλού, της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ειρήνης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου να καταστεί η ΤΝ το εργαλείο κάποιων εξουσιών και όχι να τεθεί στην υπηρεσία όλης της ανθρωπότητας.
Γιατί η Εγκύκλιος υπογράφτηκε την 15η Μαΐου; Τι δηλώνει η επιλογή της ημερομηνίας αυτής; H επιλογή της δεν είναι τυχαία. Υπογράφεται την ίδια ημερομηνία με εκείνη της υπογραφής της Εγκυκλίου του πάπα Λέοντος του ΙΓ΄, πριν από 135 χρόνια. Η Εγκύκλιος του 1891 έφερε τον τίτλο Rerum Novarum και θεμελίωνε την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Τα «νέα πράγματα» τότε ήσαν αυτά που έφερνε η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Απέναντι σ’ αυτήν και τις επιπτώσεις της ο Λέων ΙΓ΄ υπενθύμιζε τότε την υποχρέωση για τη χορήγηση ενός δίκαιου μισθού στους εργάτες και τόνιζε την ανάγκη ενός χριστιανικού συνδικαλισμού που θα αντιτασσόταν στους πειρασμούς που γεννούσε η επανάσταση αυτή. Αν τότε η Rerum Novarum καταπιανόταν με τα αιτήματα των εργατών απέναντι στις επιπτώσεις της βιομηχανικής επανάστασης, σήμερα, o Πάπας Λέων ΙΔ΄, με την Μagnifica Humanitas, παίρνοντας την σκυτάλη από τον ομώνυμο προκάτοχό του, επικαιροποιεί την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας και επισημαίνει μία από τις καινούργιες προκλήσεις της εποχής μας: την τεχνητή νοημοσύνη. Βιομηχανική επανάσταση τότε, ψηφιακή επανάσταση σήμερα, βιομηχανική επανάσταση τότε, τεχνητή νοημοσύνη σήμερα. Η Εγκύκλιος του Λέοντος ΙΔ΄ κινείται στο ίδιο πλαίσιο με εκείνο της Rerum Novarum. Έτσι, στη Magnifica Humanitasη σημασία που δίνεται στις αρχές του «κοινού καλού» και του «οικουμενικού προορισμού των αγαθών», αγαθών που συμπεριλαμβάνουν πλέον και τις ψηφιακές πλατφόρμες και τους αλγορίθμους, αποτελεί και μία προτροπή για επανάκληση στην τάξη, η οποία αποβλέπει στο να καταδικάσει τις τάσεις προς τον βιομηχανικό συγκεντρωτισμό όσον αφορά τις ψηφιακές τεχνολογίες, συγκεντρωτισμό που οδηγεί σε μία κατάσταση που παράγει καινούργιες μορφές αποκλεισμού.
Ο Πάπας Λέων, δεν χωρεί αμφιβολία, αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη σαν μία κεντρική πρόκληση για την εποχή μας, πλην όμως η Εγκύκλιός του δεν βάλλει κατά της νέας τεχνολογίας αυτής καθ’ εαυτήν αλλά κατά της απολυτοποίησής της, και εστιάζεται στο πώς απαντάμε στις προκλήσεις που η νέα αυτή τεχνολογία φέρνει στον κόσμο μας και πώς ζούμε τη ζωή μας υπό το φως της πίστεως και της διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας. Είναι παραλλήλως και μία προειδοποίηση προκειμένου να αποφύγουμε να περιπέσουμε σε ευρύτερες ανισότητες όταν τα χρησιμοποιούμενα μέσα βρεθούν συγκεντρωμένα σε λίγα χέρια. Κάτι τέτοιο θα διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των προνομιούχων και των αποκλεισμένων, αυτών που μπορούν να συμμετάσχουν και εκείνων που στερούνται προσβάσεως. Ο Πάπας είναι πολύ σαφής πάνω σ’ αυτό. Γράφει: «η τεχνολογία έχει τη δύναμη να θεραπεύσει, ενώσει, εκπαιδεύσει και προστατεύσει το κοινό μας ενδιαίτημα, αλλά μπορεί επίσης και να διαιρέσει, αποκλείσει και δημιουργήσει νέες μορφές αδικίας».
❧
Η Εγκύκλιος Επιστολή του Πάπα, με 245 παραγράφους, αποτελείται από μία Εισαγωγή, πέντε Κεφάλαια και έναν Επίλογο.
Στην Εισαγωγή, εκ προοιμίου, αντιπαρατίθενται δύο βιβλικές εικόνες που προτείνονται ως προσανατολιστικά κείμενα για την πορεία κατανόησης και πρόσληψης της ΤΝ: από τη μία στέκει η ιστόρηση του πύργου της Βαβέλ (Γεν. 11,4), επεισόδιο που παρουσιάζει μία απατηλή αίσθηση ισχύος, και από την άλλη η μετά την επιστροφή από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ από τον εβραϊκό λαό, υπό την καθοδήγηση του προφήτη Νεεμία (Νε. 2-6), μία προεικόνιση της Νέας Ιερουσαλήμ των εσχάτων για την οποία ομιλεί η Αποκάλυψη του Ιωάννη.
Στην αφήγηση της οικοδὀμησης του πύργου της Βαβέλ, σημειώνεται στην Εγκύκλιο, η οποία τοποθετείται στις αρχές της ιστορίας την ανθρωπότητας, οι άνθρωποι αποφασίζουν να κτίσουν μία πόλη και έναν πύργο, του οποίου η κορυφή θα φτάνει έως τον ουρανό. Θέλουν με τον τρόπο αυτόν να διασφαλίσουν σταθερότητα και εξουσία μπροστά στον φόβο να διασκορπιστούν επάνω στη γη. Το εγχείρημα εμφανίζεται κολοσσιαίο: μία και μόνη γλώσσα, μία και μόνη τεχνολογία, μία και μόνη διεύθυνση. Εν τούτοις το σχέδιο αυτό κρύβει μια επικίνδυνη παγίδα: είναι ένα έργο, η σύλληψη του οποίου έγινε χωρίς αναφορά στον Θεό, στηριγμένο επάνω σε μία ομοιομορφία που εξαφανίζει τη διαφορετικότητα, ενώ αντί της επιδίωξης της κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, επιλέγει την ομογενοποίηση. Όταν η πόλη οικοδομείται πλέον επάνω στην έπαρση και την αλαζονική αξίωση για αυτάρκεια, τότε οι γλώσσες συγχέονται, η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων καταρρέει και τα ανθρώπινα όντα δεν αλληλοκατανοούνται πια. Πλέον, το αποτέλεσμα δεν είναι η ενότητα, αλλά η διασκόρπιση την οποία ήθελαν να αποτρέψουν. Η Βαβέλ, γράφεται στην Εγκύκλιο, αποκαλύπτει τα όρια κάθε κατασκευής, η οποία, όσο μεγαλειώδης και εάν εμφανίζεται, με το να γεννιέται από την απολυτοποίηση του ανθρώπου και την αξίωσή του για αυτάρκεια, θυσιάζει την αξιοπρέπεια των προσώπων και αποβλέπει στο να φτάσει τους ουρανούς χωρίς να ζητήσει την ευλογία του Θεού.
Όσον αφορά την εικόνα από το βιβλίο του Νεεμία, ο Πάπας, στην Εισαγωγή πάντοτε της Εγκυκλίου του, σημειώνει ότι ο Νεεμίας, προκειμένου να ανοικοδομήσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ, δεν επιλέγει λύσεις ερχόμενες άνωθεν. Συγκαλεί τις οικογενειακές και τις άλλες κοινωνικές ομάδες και εμπιστεύεται στην κάθε μία να οικοδομήσει ένα τμήμα του τείχους, ακούει τους φόβους και τις αμφιβολίες που διατυπώνονται, συντονίζει τις προσπάθειες, έρχεται αντιμέτωπος με αντιθέσεις. Η αφήγηση δείχνει το πώς η πόλη αναγεννιέται, όχι χάρις στην πρωτοβουλία ενός και μόνο, αλλά από τις επί μέρους ευθύνες, οι οποίες είναι εδώ μοιρασμένες σε όλον τον λαό: σε ιερείς, βιοτέχνες, αρχηγούς οικογενειών, γυναίκες, νέους. Η πόλη της Ιερουσαλήμ, πριν τεθούν οι λίθοι των τειχών, βρίσκει τη δική της κοινή γλώσσα, όχι αυτήν της ομοιομορφίας αλλά εκείνη της κοινωνίας των ανθρώπων της.
Ο Πάπας Λέων μας καλεί να αποφύγουμε το «σύνδρομο Βαβέλ»: την ομοιομορφία που σβήνει τις διαφορές, την αξίωση για μία και μόνη γλώσσα –και εδώ συμπεριλαμβάνεται και η ψηφιακή– φερόμενη ως ικανή να μεταφράσει τα πάντα, ακόμη και τα μυστήρια του προσώπου, σε δεδομένα και αποδόσεις. Εδώ είναι που έγκειται ο κίνδυνος της απανθρωποποίησης, ένας πειρασμός αρχαίος που σήμερα εμφανίζεται με το πρόσωπο της τεχνικής ισχύος.
Από την άλλη, συνεχίζει ο Ποντίφικας στην Εγκύκλιό του, το να οικοδομούμε επάνω στο κοινό καλό (ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ από τον Νεεμία) σημαίνει να δεχόμαστε τα όρια και την τρωτότητα της ανθρώπινης κατάστασης χωρίς να τα θεωρούμε ως σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν. Σήμερα, η επιθυμία του ανθρώπου για πληρότητα κινδυνεύει να εκτραπεί προς απατηλούς στόχους: την αυταπάτη για μία τεχνική που υπόσχεται να μας ελευθερώσει από κάθε ευαλωτότητα και μας τάζει μοντέλα ευημερίας, που αφήνουν όμως στην άκρη ολόκληρους πληθυσμούς.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, κατά την οποία η ανθρώπινη αξιοπρέπεια κινδυνεύει να εκλείψει από καινούργιες μορφές απανθρωποποίησης, ο Πάπας Λέων απευθύνει έκκληση να είμαστε οικοδόμοι από κοινού και όχι αρχιτέκτονες μίας Βαβέλ, να κλείσουμε το εργοτάξιο μιας νέας νιοστής Βαβέλ και να ενώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για την οικοδόμηση του καλού, ώστε η ανθρωπότητα να μη χάσει ποτέ την ομορφιά της.
Το πρώτο κεφάλαιο της παπικής Εγκυκλίου, με τίτλο «Μία σκέψη δυναμική, πιστή στο Ευαγγέλιο», υπενθυμίζει τους μεγάλους σταθμούς της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, αρχίζοντας από την Εγκύκλιο Rerum Novarum του πάπα Λέοντος ΙΓ΄ και συνεχίζοντας με τις παρεμβάσεις που την εμπλούτισαν, όπως εκείνες του πάπα Πίου ΙΑ΄ (1922-1939), του Πίου IB΄ (1939-1958) και μετά της Β’ Βατικανής Συνόδου (1962-1965), η οποία καλούσε να δώσουμε προσοχή στα σημεία των καιρών. Γίνεται συχνή αναφορά στη διδασκαλία του άμεσου προκατόχου του Πάπα Φραγκίσκου, κληρονομιά του οποίου φαίνεται να είναι η ασκούμενη κριτική της καπιταλιστικής οικονομίας και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Το δεύτερο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Θεμέλια και αρχές της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας», έρχεται να υπενθυμίσει τις θεμελιώδεις αρχές και τις έννοιες-κλειδιά της κοινωνικής διδασκαλίας αυτής. Εδώ επισημαίνεται η σύμφυτος και αναπαλλοτρίωτος αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η οποία θεμελιώνεται στη δημιουργία του κατ’ εικόνα του Θεού, το κοινό καλό και ο οικουμενικός προορισμός όλων των αγαθών, η αρχή της επικουρικότητας, της αλληλεγγύης και της αλληλεξάρτησης καθώς και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι πλέον κάτι που η Εκκλησία οφείλει να το αναλαμβάνει. Εν τέλει, όλα τα res novae πρέπει να τυγχάνουν εξονυχιστικού ελέγχου με βάση τις αρχές που εκτέθηκαν, αρχές τις οποίες πρέπει και η Εκκλησία να εφαρμόζει στους δικούς της θεσμούς και δομές.
Το τρίτο κεφάλαιο, «Τεχνολογία και όρια. Το μεγαλείο του ανθρώπινου προσώπου απέναντι στις υποσχέσεις της Τ.Ν.» είναι εκείνο στο οποίο η Magnifica Humanitas θα εισέλθει στο φλέγον θέμα της, αντιμετωπίζοντας κατά μέτωπον τα ζητήματα που ανακύπτουν από την τεχνητή νοημοσύνη.
Ξαναπιάνοντας τις βιβλικές εικόνες του πύργου της Βαβέλ και της ανοικοδόμησης των τειχών της Ιερουσαλήμ υπό τον συντονισμό του προφήτη Νεεμία, ο Ποντίφικας έρχεται να διερωτηθεί για το τι είναι εκείνο το οποίο έχουμε βαλθεί σήμερα να κατασκευάσουμε. Στο ερώτημα αυτό θα απαντήσει με αταλάντευτη βεβαιότητα ότι δεν χτίζουμε κάτι μελλοντικό και παντοτινό αλλά κάτι το παροντικό. Τόσο η ΤΝ όσο και τα άλλα ψηφιακά στοιχεία που δημιουργούμε αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας. Άλλωστε, το να ζήσεις τις κοινωνικές σχέσεις υπό το φως του Ευαγγελίου δεν καθορίζεται μια για πάντα, αλλά παραμένει ένα καθήκον που, από γενεά σε γενεά, έχει ανατεθεί στην χριστιανική κοινότητα. Περαιτέρω, θα σημειώσει ότι η ΤΝ εγγράφεται απολύτως και πλήρως στο τεχνοκρατικό παράδειγμα εκείνο στο οποίο η ανθρωπότητα, περιοριζόμενη πλέον σε ένα παιχνίδι αναγωγής της σε δεδομένα, φαίνεται να καθίσταται θύμα των ίδιων της των κατακτήσεων. Πλέον συγκεκριμένα και ιδιαίτερα, ο Λέων ΙΔ΄ έρχεται να καταγγείλει τον ολιγοπωλιακό συγκεντρωτισμό των επιχειρήσεων της ΤΝ στα χέρια κάποιων αρχόντων της τεχνολογίας που συγκεντρώνουν στην κατοχή τους πρωτοφανείς εξουσίες και καλεί σε μία κρατική και διεθνή ρυθμιστική παρέμβαση πιο ελεγκτική.
Απ’ όλα τα παραπάνω, σημειώνει ο Πάπας, απορρέει ότι, σε αντίθεση με άλλες τεχνολογίες, η ΤΝ δεν μπορεί να θεωρηθεί «ηθικά ουδέτερη». Η Εγκύκλιος, απέναντι στην αναγωγή του ανθρώπου σε δεδομένα και στον πειρασμό της μίμησης της ανθρώπινης σκέψης, αντιπαραθέτει μία ηθική και σχεσιακή ανθρωπολογία, όπου εκείνο που εξανθρωπίζει τον άνθρωπο καθορίζεται πρωτίστως από το ηθικώς πράττειν, την ικανότητα της προσοχής και της κρίσης, τη σχέση με τον άλλον και αυτήν την ίδια την ανθρώπινη τρωτότητα με τα όρια που αυτή συνεπάγεται. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο καταδικάζει με σθένος τον διανθρωπισμό (transhumanism) και τον μεταανθρωπισμό (posthumanism) και υπενθυμίζει ότι μέσα στο χριστιανικό πλαίσιο η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται όχι με την «επηυξημένη ανθρωπινότητα», αλλά από αυτήν την ίδια την πορεία της θείας χάριτος.
Όταν προτείνει έναν πιο αυστηρό έλεγχο επάνω στην τεχνητή νοημοσύνη, η Εγκύκλιος σημειώνει ότι ακόμη και μία ΤΝ πιο ηθική δεν χρησιμεύει σε τίποτα εάν αυτή η ηθική αποφασίζεται από μία χούφτα ανθρώπων. Η ηθική που θα διέπει την ΤΝ θα πρέπει να υπόκειται σε όργανα συλλογικής διαβούλευσης, άρα της πολιτικής. Σε μία φράση του, που τράβηξε την προσοχή πολλών σχολιαστών, ο Πάπας καλεί να προχωρήσουμε στον «αφοπλισμό» της ΤΝ, δηλαδή στο να την τοποθετήσουμε έξω από τις λογικές του ανταγωνισμού και της εξουσίας, με άλλα λόγια να «διαρρήξουμε την ισοτιμία μεταξύ τεχνικής ισχύος και δικαιώματος του κυβερνάν»
Στο τέταρτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Να διαφυλάξουμε τον άνθρωπο μέσα στον μετασχηματισμό. Αλήθεια, Εργασία, Ελευθερία», ο Λέων ΙΔ΄ επιχειρεί να αναζητήσει τα αντίδοτα απέναντι στα αρνητικά που διαγνώστηκαν στις προηγούμενες παραγράφους. Απέναντι στον σχετικισμό της πληροφορίας και στις ψηφιακές φούσκες συνιστά την υπεράσπιση της αλήθειας ως κοινού αγαθού και μία ηθική της νοητικής προσπάθειας. Απέναντι στην κοινωνική αναδιαμόρφωση του φαντασιακού μέσω των εργαλείων της εικονικής πραγματικότητας, προτείνει την δημιουργική πράξη και τη δυνατότητα να ονειρεύεσαι. Η Εγκύκλιος προτρέπει σε μία «εκπαιδευτική συμμαχία για την ψηφιακή εποχή» προκειμένου να αναπτυχθούν μοντέλα εκπαιδεύσεως που διαφυλάττουν τις δυνατότητες της προσοχής και της εγρήγορσης των μαθητών. Τέλος, στο κεφάλαιο αυτό, ο Πάπας εγκύπτει στους ψηφιακούς μετασχηματισμούς της εργασίας που δημιουργούν τον κίνδυνο του υποβιβασμού των πνευματικά εργαζομένων και της διόγκωσης της ανεργίας, η οποία εν τέλει πλήττει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Στο πέμπτο κεφάλαιο, με τίτλο «Η κουλτούρα της ισχύος και ο πολιτισμός της αγάπης», η Εγκύκλιος ξαναπαίρνει τις βιβλικές εικόνες της Βαβέλ και του Νεεμία, τις οποίες ερμηνεύει ως την αντίθεση μιας νέας «κουλτούρας της εξουσίας» απέναντι στον «πολιτισμό της αγάπης», μια έκφραση που εισήγαγε ο Παύλος ΣΤ΄, δηλαδή μία κοινωνική μορφή της φιλάνθρωπης αγάπης, η οποία μένει να οικοδομηθεί μέσα από την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Για να οικοδομηθεί αυτός ο «πολιτισμός της αγάπης», και απέναντι σε έναν κόσμο τεχνοποιημένο, ο Πάπας προτείνει μέσα: να αναζητούμε την αλήθεια και να τη λέμε, να ασκούμε διακριτικά το καλό και το δίκαιο, να οικοδομήσουμε μια διαρκή ειρήνη διά της δικαιοσύνης, να αναπροσανατολίσουμε το βλέμμα μας αναλαμβάνοντας την οπτική γωνία των θυμάτων της εκμετάλλευσης, να καλλιεργήσουμε έναν υγιή ρεαλισμό με το να αναζητούμε την αντιπαράθεση των γνωμών. Στο τέλος του κεφαλαίου το ζήτημα της ειρήνης εμφανίζεται κυρίαρχο. Φαίνεται ότι το θέμα αυτό τείνει να γίνεται ένας από τους βασικούς άξονες του ποντιφικάτου του Λέοντος ΙΔ΄. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Πάπας, εισερχόμενος στα θέματα του πολέμου, προσδίδει στην Εγκύκλιό του μία διάσταση πιο πολιτική. Σημειώνει ότι δεν είναι επιτρεπτό και ανεκτό να εμπιστευόμαστε σε τεχνητά συστήματα αποφάσεις φονικές ή μη αναστρέψιμες και υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «καμία μηχανή δεν μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό με μεγαλύτερη συνέπεια απ’ ό,τι ένα ανθρώπινο όν», και τούτο διότι η ηθική κρίση «εμπλέκει τη συνείδηση, την προσωπική ευθύνη και την αναγνώριση του άλλου ως προσώπου». Έτσι, φτάνει να θεωρήσει ακόμη και τη θέση της θεολογικής διδασκαλίας περί «δικαίου πολέμου» ως ξεπερασμένη, μια και πολύ συχνά χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση.
Στον συμπερασματικό επίλογο της Εγκυκλίου, στον οποίο προσδίδεται ένας πιο πνευματικός τόνος, απευθύνεται μία έκκληση για προσευχή και μία επίκληση της προστασίας της Παρθένου Μαρίας. Υπενθυμίζεται ότι ο χριστιανισμός είναι μία θρησκεία της σάρκωσης, η οποία βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με έναν αναγωγισμό σε δεδομένα και με κάθε αλγοριθμοποίηση του κόσμου, πίσω από τα οποία αποκαλύπτεται η προμηθεϊκή και γνωστική αυταπάτη, η οποία λαμβάνει εδώ το πρόσωπο της ΤΝ που έχει τεθεί στην υπηρεσία του μεταανθρωπιστικού ονείρου. Βεβαιώνει ότι τα πραγματικά θεμέλια της ενότητας του ανθρώπινου γένους πρέπει να αναζητηθούν στην φιλάνθρωπο αγάπη, της οποίας η Εκκλησία είναι το ορατό σημείο. Ο Πάπας ζητάει και πάλι, χωρίς περιστροφές, να στρέψουμε τα νώτα στη Βαβέλ και να ακολουθήσουμε την οδό του Νεεμία, λιγότερο θεαματική βεβαίως αλλά πιο υπομονετική και πιο σταθερή, θεμελιωμένη στον βράχο και οδηγούσα στην οικοδόμηση της Νέας Ιερουσαλήμ.
Η εγκύκλιος τελειώνει με την επίκληση του Magnificat, της ωδής της Θεοτόκου προς τον Κύριο (Λουκ. α΄,46-56), τον οποίο μεγαλύνει διότι «καθεῖλε δυνάστας ἀπό θρόνων καί ὓψωσε ταπεινούς, πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καί πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς».
❧
H Magnifica Humanitas δέχθηκε μία κριτική που την χαρακτηρίζει ως αντινεωτερική και βαθιά θεολογική. Μεταξύ άλλων, ο ιστορικός Paul Airiau[2], κάνοντας υπαινιγμό στον τίτλο της εγκυκλίου του Λέοντος ΙΓ΄ (Rerum Novarum), του οποίου, όπως λέει, ο σημερινός Πάπας θέλει να εμφανιστεί ως συνεχιστής, σημειώνει ότι στην εγκύκλιο διδασκαλία του Λέοντος ΙΔ΄ περισσότερο ανακυκλώνεται το παλαιό παρά αναζητείται το νέο (Rerum Novarum), απέναντι στο οποίο επιδεικνύεται μία δυσπιστία, δεδομένου άλλωστε ότι η Καθολική Εκκλησία εμφανίζεται σήμερα σε πλήρη ασυμφωνία με τις αρχές της Νεωτερικότητας που εξαπλώθηκαν στις κοινωνίες μας από τον 18ο αιώνα και μετά. Ο ιστορικός, μεταξύ άλλων, επικρίνει τον συντάκτη της Εγκυκλίου ότι, με το να τονίζει το πρωτείο του «κοινού καλού», αρνείται την εξατομίκευση, την ηθική αυτονομία της οικονομικής δραστηριότητας, την ατομική θρησκευτικότητα, ανάγεται στο πνευματικό χωρίς κοινωνικοπολιτικές συνέπειες και προβάλλει μια αλήθεια χωρίς αυτή να συνδέεται με τον φυσικό νόμο και τον ορθό λόγο.
Μέσα στο πνεύμα της κριτικής αυτής, ο Paul Airiau θα κριτικάρει και τη χρήση από τον Πάπα Λέοντα των δύο βιβλικών εικόνων, του πύργου της Βαβέλ και της ανοικοδόμησης των τειχών της Ιερουσαλήμ υπό την επιστασία του προφήτη Νεεμία, και θα συγκρίνει τη διάκριση αυτή με εκείνη των δύο Πολιτειών του Αυγουστίνου, της γήινης Πολιτείας και της Πολιτείας του Θεού. Ισχυρίζεται ο Airiau ότι ο Πάπας χρησιμοποιεί την ερμηνεία της αντιπαράθεσης των δύο εικόνων για να απευθύνει μία πρόταση για αντίταξη σε μία έκφραση της αυτονομίας, όπως λέει, του ανθρώπου, μιας αυτονομίας που την χρεώνει παραλλήλως με κακούς εν τέλει καρπούς και αποτελέσματα (Βαβέλ), καθώς και μία προτροπή για επιδίωξη συνεργασίας για την οικοδόμηση μιας γήινης Ιερουσαλήμ. Όμως, για τον Airiau, η περάτωση της οικοδόμησης, που θα είναι πια η ουράνια Ιερουσαλήμ, δεν μπορεί να έρθει παρά από τον Θεό και μόνο στα τέλη των καιρών. Η επιδίωξη αυτή, συμπεραίνει ο ιστορικός, είναι χρωματισμένη με μεσσιανικές προσδοκίες, κριτικάροντας έτσι και κατά τούτο την παπική εγκύκλιο.
Θα έλεγα, χωρίς να εξετασθούν μία προς μία οι αποδιδόμενες μομφές, ότι η κριτική αυτή είναι άδικη, αλλά συγχρόνως αδυνατεί να κατανοήσει το πνεύμα, και ορισμένες φορές, και τα νοήματα της Εγκυκλίου. Ως προς το παράδειγμα του πύργου της Βαβέλ ο Πάπας δεν καταδικάζει την αυτονομία του ανθρώπου αλλά την έπαρσή του και την αλαζονική ματαιοδοξία του. Από την άλλη, με το παράδειγμα της ανοικοδόμησης των τειχών της Ιερουσαλήμ, ο Ποντίφικας δεν κάνει μεσσιανικό κήρυγμα. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω (σύνοψη τρίτου κεφαλαίου) είτε την Βαβέλ, είτε τον Νεεμία ακολουθήσουμε, το έργο στο οποίο καλούμαστε δεν είναι μια επιλογή που αφορά το μέλλον, αλλά κάλλιστα το παρόν, καθ’ όσον η τεχνητή νοημοσύνη και οι άλλες αναδυόμενες τεχνολογίες αποτελούν ήδη μέρος της καθημερινότητάς μας. Όσον αφορά τη βιβλική εικόνα της ανοικοδόμησης της Ιερουσαλήμ υπό την επίβλεψη του Νεεμία και την παραπομπή της εικόνας αυτής στη Νέα Ιερουσαλήμ, στην οποία ο Paul Airiau εντοπίζει μεσσιανιστική συνδήλωση, και πάλι πρέπει να τονίσουμε ότι, κατά την Εγκύκλιο, η ανοικοδομούμενη Ιερουσαλήμ δεν είναι η μεσσιανική εκπλήρωση, αλλά προτύπωση και προεικόνισή της.
Ως προς την άλλη μομφή που απευθύνεται από τον Γάλλο ιστορικό, ότι η Εγκύκλιος είναι βαθιά θεολογική, αυτή δεν είναι μία εξωπραγματική εκτίμηση. Πώς όμως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Πρόκειται για μία κατ’ εξοχήν ποιμαντική παρέμβαση της Εκκλησίας και θα ήταν προς έκπληξιν εάν εστερείτο θεολογικής θεμελίωσης. Άλλωστε, τα ανθρωπολογικά ζητήματα δεν είναι άσχετα με τη θεολογία. Μία εύστοχη παρατήρηση του Ιησουίτη Antonio Spaddaro[3] επάνω στην Εγκύκλιο και ειδικότερα στη θέση του Πάπα για την τεχνητή νοημοσύνη θέτει τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Σημειώνει ο Spaddaro: «Η Εκκλησία δεν παίρνει θέση απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη διότι ισχυρίζεται ότι έχει μία σχετική τεχνική καταλληλότητα. Παρεμβαίνει διότι το τεχνολογικό ζήτημα είναι, θεμελιωδώς, ένα πνευματικό ζήτημα. Δεν πρόκειται απλώς για μία εκτίμηση του τι κάνει η τεχνολογία στον άνθρωπο, αλλά σε τι αλλάζει τον άνθρωπο: πώς τροποποιεί τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, συνδεόμαστε ο ένας με τον άλλον, ιδίως το πώς φτάνουμε να δίνουμε πίστη. Στην εποχή μας η αληθής ερώτηση δεν είναι να γνωρίζουμε το εάν η τεχνητή νοημοσύνη μπορέσει να γίνει ανθρώπινη, αλλά το εάν η ανθρώπινη νοημοσύνη μπορεί να παραμείνει ανθρώπινη. Το ερώτημα αυτό είναι ανθρωπολογικό, άρα θεολογικό».
❧
Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση αυτή της παπικής Εγκυκλίου, θα ήθελα να εμμείνω λίγο στη βιβλική εικόνα στην οποία παραπέμπει ο Ποντίφικας για να επισημάνει τους κινδύνους που μπορεί να περικλείει η νέα ψηφιακή επανάσταση: την οικοδόμηση του πύργου της Βαβέλ. Διαβάζοντας το κείμενο της αφήγησης (Γεν. ΙΑ΄) το εγχείρημα που ανέλαβαν τότε οι άνθρωποι αρχίζει ως εξής: «Δεῦτε πλινθεύσωμεν πλίνθους και ὀπτήσωμεν αὐτάς πυρί. καί ἐγένετο αὐτοῖς ἡ πλίνθος είς λίθον και ἄσφαλτος ἦν αὐτοῖς ὁ πηλός». Με άλλα λόγια, για την οικοδόμηση άρχισαν να χρησιμοποιούνται ψητοί στη φωτιά πλίνθοι αντί για λίθους, που χρησιμοποιούνταν έως τότε, και πίσσα αντί για λάσπη. Υπάρχει εδώ σαφώς η ένδειξη ενός δομικού μετασχηματισμού σε επίπεδο κατασκευαστικής τεχνικής. Ο πλίνθος καταλαμβάνει τη θέση της πέτρας. Συμβαίνει, θα μπορούσαμε να πούμε, μία πολιτισμική αλλαγή. Και κατά τη μετάβαση αυτή, οι άνθρωποι εμφανίζονται να έχουν μία φωνή και μία γλώσσα. (Καί ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν καί φωνή μία πᾶσι). Μία φωνή και μία γλώσσα! Ο άνθρωπος από την ευφορία της τεχνικής προόδου ωθείται στην έπαρση, η οποία του υπαγορεύει μία και μόνο κυρίαρχη φωνή. Ωθείται και περιπίπτει σε μία ολοκληρωτικού τύπου ομογλωσσία. Φαίνεται ότι η ανθρωπότητα είχε καταστεί τότε μία μονολιθική πραγματικότητα. Επρόκειτο για έναν ενωτικό ολοκληρωτισμό που έθετε σε κίνδυνο την πολλαπλότητα των ανθρωπίνων πνευμάτων, για έναν ολοκληρωτικής φύσεως πολιτισμό, αξίωμα του οποίου ήταν η άρνηση της ύπαρξης κάθε άλλης διαφορετικής φωνής. Μπροστά στον κίνδυνο αυτόν της ενιαίας και ομοιόμορφής ανθρωπότητας, ήρθε η σύγχυση των γλωσσών και η διασπορά των ανθρώπων (Γεν, ΙΑ, 7-9). Μπροστά στον κίνδυνο της δημιουργίας μίας ενιαίας και ομοιόμορφης ανθρωπότητας, η θεραπεία ήταν η διασκόρπιση και η διασπορά. Και εδώ ανακύπτει το ερώτημα. Επρόκειτο για μία ποινή ή μια κατάρα, ή μήπως ήταν ευλογία και θεραπεία;
Αξίζει να σταθούμε εδώ σε έναν στίχο από το κεφάλαιο της Γενέσεως. Είναι η στιγμή που ο Θεός αποφασίζει να προχωρήσει στη σύγχυση των γλωσσών των οικοδομούντων τον πύργο. Διαβάζουμε εκεί: «Δεῦτε καί καταβάντες, συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τήν γλῶσσαν» (Γεν. ΙΑ, 7). Γιατί «συγχέωμεν»; Γιατί ο πληθυντικός αριθμός; Κάποιοι ερμηνευτές[4] δίνουν την ερμηνεία ότι ο Θεός, προχωρώντας στη σύγχυση των γλωσσών, δεν ενεργεί μόνος του, αλλά εν διαβουλεύσει και συνεργασία. Με ποιους όμως; Με τους ἁγγέλους των εθνών, απαντούν. Και ποιοι είναι οι άγγελοι των εθνών; Είναι τα ιδιαίτερα «πνεύματα» που κυριαρχούν στην ιστορία κάθε ανθρώπινης οικογένειας. Είναι οι ιδιαίτερες τυπολογίες όχι μόνο κάθε έθνους, υπό την έννοια που προσδίδουμε σήμερα στον όρο αυτόν, αλλά κάθε μίας από τις πολλές ιεραρχικές βαθμίδες μέσα στις κοινωνίες, όπως φυλές, ευρύτερες και στενότερες οικογένειες, ομάδες, επαγγελματικά στρώματα και άλλες. Στη σημερινή γλώσσα της Νεωτερικότητας οι «άγγελοι», τα «πνεύματα» αυτά, θα μπορούσαμε να τα αποδώσουμε ως τις ιδιαίτερες τυπολογίες κάθε κοινωνικής συνομάδωσης.
Βλέπουμε ότι μέσα στο κείμενο του κεφ. ΙΑ΄ της Γενέσεως (πύργος Βαβέλ), όπως αυτό ερμηνεύεται στην ιουδαϊκή τουλάχιστον παράδοση, υπάρχει μία σιωπηρά παραπομπή, η οποία οδηγεί e contrario στο πνεύμα της άλλης βιβλικής εικόνας της οποίας κάνει χρήση η Εγκύκλιος (Νεεμίας). Αυτά τα έθνη, αυτές οι φυλές, αυτές οι ομάδες, αυτές οι οικογένειες που ανοικοδομούν τα τείχη της Ιερουσαλήμ δείχνουν τους διαφορετικούς τρόπους του είναι και του υπάρχειν τους. Στην περίπτωση αυτή η χρησιμοποιούμενη «γλώσσα» δεν είναι αυτή της ομοιομορφίας, αλλά στηρίζεται στη διαδραστικότητα των ομάδων της κοινωνίας.
Η Magnifica Humanitas, στην κατακλείδα της, απευθύνει μία συγκεκριμένη έκκληση: να μείνουμε πιστοί στην αλήθεια, να επενδύσουμε στην παιδεία, να καλλιεργήσουμε αληθινές ανθρώπινες σχέσεις. Αυτά έχει κατά νουν ο Λέων ΙΔ όταν παραπέμπει στη βιβλική εικόνα από τον Νεεμία και στην ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ πέτρα πέτρα. Για τον Πάπα, το να είσαι χριστιανός στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ακριβώς το να ξαναχτίσεις υπομονετικά έναν ανθρώπινο κόσμο στην καρδιά μιας χωρίς προηγούμενο τεχνολογικής επανάστασης.
Είναι πρόδηλο ότι η παπική Εγκύκλιος, καίτοι υπογράφεται από τον αρχηγό της Καθολικής Εκκλησίας, δεν είναι διόλου απαραίτητο να είναι κανείς πιστός για να θεωρήσει ότι απευθύνεται και σ’ αυτόν. Η Εγκύκλιος συνιστά μία αξιοπρόσεκτη προέκταση της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας της Ρώμης. Η θεμελιώδης έγνοια της δεν είναι η τεχνολογία εν εαυτή, αλλά το μέλλον της ανθρωπότητας. Απέναντι στην εξουσία του οικονομισμού επαναφέρει ως κεντρική αρχή το κοινό καλό· απέναντι στην τεχνολογική εξουσία καλεί σε μία υπεύθυνη κρίση και διάκριση των πραγμάτων· απέναντι στη λογική των πολεμάρχων προτείνει μία οδό ειρήνης· απέναντι στη Βαβέλ καλεί σε μία συμμετοχική ανοικοδόμηση της ανθρώπινης πολιτείας.
Κλείνοντας το δημοσίευμα αυτό θα ήθελα να ανατρέξουμε σε μία παράγραφο της παπικής εγκυκλίου, η οποία παραβάλλει την τεχνητή και την ανθρώπινη νοημοσύνη και μας καλεί να αποφύγουμε την εξομοίωση. Πρόκειται, εκτιμώ, για την επιτομή της κεντρικής ιδέας της Magnifica Humanitas σε σχέση με τις καινούργιες προκλήσεις που φέρνει η Τ.Ν. Διαβάζουμε στην παράγραφο 99:
«Εκείνο που πρέπει να βεβαιώσουμε είναι ότι πρέπει να αποφύγουμε να εξομοιώσουμε την τεχνητή και την ανθρώπινη νοημοσύνη. Τα συστήματα της ΤΝ μιμούνται κάποιες λειτουργίες της ανθρώπινης νοημοσύνης. Κάνοντάς το αυτό βλέπουμε συχνά να την ξεπερνούν ως προς την ταχύτητα και την κλίμακα των υπολογισμών, προσφέροντας συγκεκριμένα πλεονεκτήματα σε πολλούς τομείς. Και όμως, η δύναμή της αυτή παραμένει πάντοτε συνδεδεμένη με τη διαχείριση των δεδομένων: οι λεγόμενες τεχνητές νοημοσύνες δεν ζουν από την εμπειρία, δεν διαθέτουν σώματα, δεν γνωρίζουν ούτε τη χαρά ούτε τον πόνο, δεν ωριμάζουν μέσα από τη σχέση, δεν γνωρίζουν εκ των έσω αυτό που σημαίνει αγάπη, εργασία, φιλία, ευθύνη. Δεν διαθέτουν ηθική συνείδηση: δεν είναι εις θέσιν να κρίνουν το καλό και το κακό, δεν συλλαμβάνουν την έσχατη σημασία των καταστάσεων, δεν αναλαμβάνουν το βάρος των συνεπειών. Μπορούν να μιμηθούν γλώσσες και φρασεολογίες, εκτιμήσεις ή και την κατανόηση, αλλά δεν κατανοούν αυτό που παράγουν, και τούτο διότι δεν κατοικούν στον ορίζοντα των συναισθημάτων, στον πνευματικό ή τον σχεσιακό ορίζοντα μέσα στους οποίους ο άνθρωπος γίνεται σοφός. Ακόμη και όταν αυτά τα εργαλεία εμφανίζονται ικανά να «μάθουν», ο τρόπος να το κάνουν διαφέρει από εκείνη των ανθρωπίνων όντων. Δεν πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για την εμπειρία εκείνου που αφήνεται να διαπλασθεί από τη ζωή και μεγαλώνει κατά τη διάρκεια του χρόνου μέσω των επιλογών του, των σφαλμάτων του, της συγχώρησης ή της πιστότητας·πρόκειται περισσότερο για μία στατιστική προσαρμογή με βάση δεδομένα και επιτελέσεις, η οποία βεβαίως μπορεί να αποδειχθεί πολύ αποδοτική, αλλά δεν εμπεριέχει εσωτερική ανάπτυξη».
[1] Η Εγκύκλιος δημοσιεύτηκε την 25η Μαΐου, αλλά ημερομηνία υπογραφής της είναι η 15η Μαΐου.
[2] Paul Airiau, «Magnifica Humanitas, une encyclique antimoderne profondement théologique», Aleteia, 30.5.2026.
[3] Antonio Spaddaro, «La doctrine de Léon XIV sur l’ IA lue par le jesuite qui a conseillé François», συνέντευξη στην Επιθεώρηση Grand Continent, 25.5.2026.
[4] Léon Eskenazi, “Langage et Universalité”, διάλεξη στο Κέντρο Rachi στις 30 Μαΐου 1989.

