Εισαγωγικά
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, που έφυγε από τη ζωή στα 81 του χρόνια, στις 21 Οκτωβρίου φέτος, κουβάλησε άθελά του στις πλάτες τη σύγχρονη ιστορία μιας ολόκληρης χώρας, από τη γέννησή του στα Δεκεμβριανά του ʼ44, για έξι δεκαετίες. Εξυμνήθηκε και λοιδωρήθηκε, αποθεώθηκε και διαπομπεύτηκε όσο κανείς άλλος, υποχρεώθηκε ή επιχείρησε να την ερμηνεύσει (τη χώρα και τον ίδιο του τον εαυτό), να την εννοήσει, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, όντας ένα 18χρονο παιδί που ήθελε τότε, όπως πολλά άλλα παιδιά της εποχής, να αλλάξει τον κόσμο. Ο κόσμος άλλαζε γύρω του, μέσα του, άλλαζε κι αυτός μαζί του, συνεχώς μεταμορφωνόταν –για μένα κάθε φορά πειστικά και αληθινά– σε κάτι άλλο, έναν παράξενο ρόλο, μια, δεν θα πω αμφιλεγόμενη, θα πω διακειμενική περσόνα, ένα σύμπαν σημείων που έφεγγε «στη μέση όλου του κόσμου», που δεν ήταν ο ίδιος και συγχρόνως ήταν ο ίδιος αυθεντικός εαυτός του, εκκινώντας από οργισμένος επαναστάτης και τροβαδούρος –όχι απλά ένας τραγουδοποιός– για να καταλήξει στο τέλος ένας, πάντα λοξός και αιρετικός παππούς, που ως το τέλος έβρισκε τον τρόπο να σαρκάζει και να υπονομεύει τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτό το 18χρονο παιδάκι που ξεκίνησε με ωτοστόπ, σε μια νταλίκα, παρατώντας γονείς και Πανεπιστήμιο, από Θεσσαλονίκη για Αθήνα, δεν νομίζω ότι απομακρύνθηκε ποτέ.
Ο θάνατός του αποκάλυψε αυτό που συμβαίνει τα τελευταία πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Σήκωσε ένα χαλάκι και από κάτω εμφανίστηκε ένας συλλογικός εθνικός παροξυσμός αντιθετικών γνωμών, ένας εσμός φανατισμού, μίσους και διχόνοιας. Ένας παραλογισμός προσωπικών και ατομικών συμφερόντων, πλήρως ενταγμένος στο εκάστοτε πολιτικό ή πολιτιστικό πρόταγμα.
Άφησαν να περάσουν δύο περίπου μήνες, να πάρω μια απόσταση και να γράψω κι εγώ ένα κείμενο που μου ζητήθηκε από τον φίλο Δημήτρη Αγγελή, νιώθοντας, για πρώτη φορά, μια τέτοια αμηχανία.
Όταν ένας άνθρωπος, ένας καλλιτέχνης αρχικά του δρόμου, στη διαδρομή τόσων και τόσων ετών, χωρίζει μια, ήδη χωρισμένη προ πολλού και αναχωρήσασα προς άγνωστη κατεύθυνση χώρα στα δυο, την ενσαρκώνει χωρίς να το επιδιώκει, την εμπνέει, γίνεται προπομπός της, τροβαδούρος της, ροκ καθοδηγητής, αποστάτης, διαχειριστής αντιθετικών προσδοκιών, παλιάτσος ληστής, αναρχικός διασκεδαστής της, συντηρητικός δέκτης μιας πανσπερμίας ιδεών, ειρηνοποιός, χρονοποιός, ποιητής της, κοίτα κοτσίδα ο γέρος, Τσε, Μητσοτάκ, Κωλοέλληνας, πανηγυρτζής Δον Κιχώτης, που δεν μπορεί να κρυφτεί από τα παιδιά, γιατί «τα παιδιά τα ξέρουν όλα», όταν την κόβει στη μέση, λειτουργώντας σαν ένας αδυσώπητος καθρέφτης της, με κανονικό είδωλο, όχι αντεστραμμένο, όταν γράφει το 1979 το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», δεκατέσσερα λεπτά τραγούδι (πώς να παιχτεί στο ραδιόφωνο με τέτοια διάρκεια και τέτοιους στίχους;) για έναν «εγκληματία, δολοφόνο, κακοποιό» (αυτές είναι οι ιδιότητες που αποδίδει στον Νίκο Κοεμτζή σήμερα το λήμμα της Wikipedia) και απαγορεύεται από τη λογοκρισία μιας ήδη εδραιωμένης και αποκατεστημένης Δημοκρατίας, και κυκλοφορεί μόνο λόγω Χατζιδάκι, τότε σίγουρα έχει κάνει κάτι πολύ μεγάλο με τα ελάχιστα: Να παρουσιάζει κάθε φορά την αληθινή εκδοχή του εαυτού του –που συμπίπτει με την εικόνα της χώρας. Άρα ο Σαββόπουλος, πέραν όλων των άλλων, ήταν και μια χώρα.
Να εξηγήσω λιγάκι τον χαρακτηρισμό που έδωσα προηγουμένως, τη διαφορά, δηλαδή, ανάμεσα στον όρο «τροβαδούρος» από τον όρο «τραγουδοποιός», που ακόμα και αυτός ήταν άγνωστος στην Ελλάδα, μέχρι να εμφανιστεί ο Διονύσης και αργότερα προέκυψαν δεκάδες εξαιτίας του. Ήταν δικά του παιδιά (Ρασούλης, Παπάζογλου, Γερμανός, Πορτοκάλογλου, Περίδης, Ιωαννίδης, Μάλαμας, Φάμελλος, Δεληβοριάς κ.λπ.). Τραγουδοποιός είναι αυτός που γράφει, συνθέτει και τραγουδάει τα δικά του τραγούδια. Τροβαδούρος είναι αυτός που γράφει, συνθέτει, τραγουδάει και επεμβαίνει στα κοινωνικά στρώματα, εμπνέει τις λαϊκές μάζες, παρασύρει, οδηγεί, στον βαθμό που μπορεί, αναλόγως το μέγεθος. Η λέξη κυριολεκτικά σημαίνει: Αυτός που αναζητά κάτι κρυμμένο, συνδέεται με τη δημιουργία νέων τραγουδιών και αναδεικνύει καταστάσεις. Τροβαδούρος ήταν ο Μπόμπ Ντύλαν, ήταν ο Λέοναρντ Κόεν, ήταν η Μπαέζ, ήταν η Τζόνι Μίτσελ, ήταν η Πάτι Σμιθ, ήταν ο Ράντι Νιούμαν, ήταν ο Φιλ Οξ, ήταν ο Ζώρζ Μπρασένς, ο Λούτσιο Ντάλα, ο Λέο Φερρέ, ο Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ, ο Νικόλας Άσιμος, ο Βλαντίμιρ Βισότσκι και πολλοί άλλοι. Ανάμεσα τους και ο φίλος μου ο Θάνος Ανεστόπουλος. Αυτοί όλοι ήταν και ποιητές.
Ακόμα και νεκρός, ο Διονύσης Σαββόπουλος, που έβγαζε την Καλομοίρα από τις τούρτες γενεθλίων ξέροντας ότι κάνει την πλάκα του, έχει στήσει το δικό του μακάβριο αστείο σε όλους. Μια παγίδα στο σύστημα, αριστερό και δεξιό, που «δήθεν» εκπροσωπούσε. Απαντάει στους χιλιάδες επικριτές του και θαυμαστές του με μια μεγαλοπρεπή φάρσα, που όμοιά της δεν έχει ξανασυμβεί. Η λεγόμενη αριστερά, δεν μπορεί να τον ξεπεράσει, γιατί το ίδιο το πρόσωπο, στο οποίο με μνησικακία και ευτέλεια καταλογίζει όσα καταλογίζει, έχει πολύ περισσότερα δικαιώματα να νιώθει προδομένο από αυτήν και ως «μέγεθος» είναι ασφαλώς μεγαλύτερός της. Αυτός είναι και ο λόγος που υπέστη η αριστερά την τρίτη, και ίσως μεγαλύτερη και βαρύτερη λόγω ήθους που επέδειξε, ήττα της, μετά τον εμφύλιο και το «βρώμικο 89», με την εκκωφαντική απουσία της από την κηδεία του και τα δεκάδες κείμενα που δημοσιεύτηκαν και έσταζαν χολή. Με την δε λεγόμενη δεξιά, ουδέποτε υπήρξε γάμος, ούτε και ενδιαφέρθηκε ποτέ γιατί δεν «χωρούσε» και δεν ήθελε, δεδομένου ότι αρνήθηκε να πολιτευτεί και να υπουργοποιηθεί, ενώ του προτάθηκε –σε αντίθεση με έναν άλλο μεγάλο μουσικοσυνθέτη μας, τον κομμουνιστικογενή, αδιαφιλονίκητο τοτέμ της αριστεράς, Μίκη (Ο Μίκυ Μίκυ Μάους Άξιον Εστί – Παύλος Σιδηρόπουλος) Θεοδωράκη, ο οποίος εξελέγη πέντε φορές βουλευτής του εθνικού κοινοβουλίου, μια φορά με την ΕΔΑ, δύο φορές με το ΚΚΕ και δύο φορές με τη Ν.Δ, διατελώντας και υπουργός της. Σε αντίθεση και με τον Θάνο Μικρούτσικο, προερχόμενο από τον ευρύτερο και ανένταχτο χώρο της αριστεράς, που έγινε ΥΠΠΟ (1994-1996) σε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, την τελευταία κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου. Και δεν έχω να θυμάμαι, πέραν του Νίκου Καββαδία, ως έργο ζωής, κάτι περισσότερο.
Η δισκογραφική πορεία
Το μουσικό έργο του Διονύση Σαββόπουλου μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες: Την «καλή» του, την λεγόμενη αριστερή περίοδο, και την «κακή» του, την λεγόμενη δεξιά του.
Η πρώτη κατηγορία, η καλή, περιλαμβάνει 8 άλμπουμ, που είναι πολύ δύσκολο να επαναληφθούν από οποιονδήποτε και είναι το ένα καλύτερο από το άλλο: Φορτηγό (1966), Το περιβόλι του τρελού (1969), Μπάλλος (1971), Το βρώμικο ψωμί (1972), Δέκα χρόνια κομμάτια (1975), Happy Day (soundtrack της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη, 1976), Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια (1977) και Η ρεζέρβα (1979).
Θα αφήσω τα επιμέρους αναλυτικά μουσικά σχόλια σε όσους ασχολούνται αποκλειστικά με το είδος και την ιστορία και θα σημειώσω απλώς κάποιες χρήσιμες παρατηρήσεις. Αρχικά, πιστεύω ότι δίσκος-ντεμπούτο, σε μια τέτοια χρονική συγκυρία, δεν υπάρχει. Είκοσι δυο χρονών ο Σαββόπουλος, δισκογραφεί αυτό το αριστούργημα της φολκ ροκ με μπαλάντες που είναι και «καλυμμένο», λόγω χούντας και λογοκρισίας, protest song, δηλαδή τραγούδι διαμαρτυρίας. Αρκεί να θυμίσω ότι το 1969 γινόταν χαμός με τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην Αμερική για τον πόλεμο του Βιετνάμ, το 1968 είχαμε της Άνοιξη της Πράγας και τον Γαλλικό Μάη και τον Αύγουστο του 1969 την θρυλική συναυλία-ορόσημο Woodstock, εκείνο το καλοκαίρι του έρωτα και της αμφισβήτησης, που δεν έγινε στο Woodstock, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά σε μια φάρμα αγελάδων στο Bethel και συγκέντρωσε πάνω από 500.000 κόσμο, αλλά και 1.000.000 ακόμα άτομα γύρω γύρω. Μιλάμε για 1.500.000 κοινό και με μεγάλα προβλήματα στις εγκαταστάσεις, στον ήχο, στη διοργάνωση. Κανείς δεν περίμενε τόσο κόσμο. Ο Σαββόπουλος, λοιπόν, πέραν της δολοφονίας Λαμπράκη που συνέβη στη Θεσσαλονίκη σχεδόν μπροστά του, πέρα από τον Άλκη, το ΑΧΕΠΑ, τις πορείες της ΕΦΦΕ και όλο το αντιδικτατορικό κλίμα της εποχής, με το οποίο φυσικά συντάσσεται, μεγαλώνει δημιουργικά και με αυτό το διεθνές κλίμα, που οπωσδήποτε τον σφραγίζει. Το Φορτηγό, μουσικά και στιχουργικά, είναι εκπληκτικό, με ένα θαυμάσιο, γραφιστικό, μινιμαλιστικό εξώφυλλο του Αλέξη Κυριτσόπουλου που ήταν φίλος του μέχρι το τέλος.
Στους επόμενους δίσκους συνεχίζει με τραγούδια-ύμνους, με στίχους που έγιναν συνθήματα στους τοίχους, πρωτοσέλιδα στην Ελευθεροτυπία όταν κυκλοφόρησε, βρέθηκαν στα χείλη όλου του ελεύθερου κόσμου, με μεγάλο ποιητικό βάθος και στόχευση. Δεν χρειάζεται να παραθέσω κάποιους, είναι όλοι πασίγνωστοι και θα τους θυμόμαστε πάντα, ανατρέχοντας σε αυτές τις στιγμές. Υπήρξε και η κουβέντα, μέσα στα τόσα μεροληπτικά και «δημοσιογραφικού ή ιδιωτικού ενδιαφέροντος» κείμενα που δημοσιεύτηκαν, ανάλογα με την πολιτική σκοπιά που το έβλεπε ο κάθε κειμενογράφος, για το αν ο Σαββόπουλος ήταν πράγματι καλός ποιητής. Όταν ο Σαχτούρης έχει χαρακτηρίσει το «Είδα την Άννα κάποτε» ως «το ωραιότερο ποίημα που διάβασα τα τελευταία χρόνια», όταν ο Γιάννης Ρίτσος, τον οποίον επικαλέστηκε («να εκφράσεις την εποχή σου και ίσως το αύριο», τον είχε παρακινήσει) σε συνέντευξή του, λίγα χρόνια πριν πεθάνει μιλώντας με μεγάλο στόμφο και φιλαρέσκεια για το ίδιο του το έργο, όταν ο Θάνος Μικρούτσικος είχε πει για τον Σαββόπουλο ότι «είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας ποιητής στο γύρισμα του αιώνα», όταν ακόμα και ο Δ. Μαρωνίτης τον είχε ξεχωρίσει ανάμεσα στους εκλεκτούς, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να συμπληρώσω κάτι εγώ. Οι στίχοι του Σαββόπουλου ήταν εκλεκτοί, εκλεκτικοί και χειμαρρώδεις. Έπεφταν σαν χειροβομβίδες. Είχαν αυτοσαρκασμό, τρυφερότητα, βίωμα, αλήθεια, ύψος και βάθος. Ήταν «διαφορετικοί» από όλων των άλλων.
Ο Μπάλλος είναι, νομίζω, το καλύτερο ελληνικό άλμπουμ όλων των εποχών, δεδομένων των μουσικών του προσμείξεων, ένα βαλκανικό ροκ, με δημοτικά στοιχεία, παραδοσιακά ακούσματα, φράσεις κλασικής, ακόμα και τζαζ. Το στιχουργικό τμήμα είναι αξεπέραστο, αν όχι προφητικό. Ο Σαββόπουλος το ήξερε από τότε:
«Μοιράζω το ψωμί
σας δίνω το παγούρι
ντιρετεμ λε ντιλέμ
στα μάτια σας κοιτάζω
και λέω ένα τραγούδι
ντιρετεμ λε ντιλέμ
και το τραγούδι λέει
πως παίρνω την ευθύνη
ντιρετεμ λε ντιλέμ
πως είμαι αρχηγός
σ’ αυτό το πανηγύρι
ντιρετεμ λε ντιλέμ».
Δυο χρόνια μετά, το 1973, κυκλοφόρησαν τα Απέραντα Χωράφια του Κώστα Τουρνά, που θεωρείται δίσκος-ορόσημο για το ελληνικό ροκ για την «πειραματική μίξη ανομοιογενών μουσικών στοιχείων και παραδόσεων που αποπειράθηκε να κάνει ο Τουρνάς» (!). Στην πραγματικότητα, αυτό συνέβη με τον Μπάλλο, και όσοι ακούσουν (ή ξανακούσουν) αυτά τα δυο άλμπουμ, θα διαπιστώσουν με έκπληξη ότι όλη η μελωδική φράση και η εξέλιξη των ρεφρέν στα Απέραντα Χωράφια, είναι ακριβώς ίδια με το μουσικό ρεφρέν του Μπάλλου. Είναι πιστή αντιγραφή. Το ίδιο έτος (1973) κυκλοφόρησε και το κόνσεπτ έκτο άλμπουμ, παρόμοιας αισθητικής, των Jethro Tull, A passion play. Για το Happy Day θα θυμίσω ότι ο Σαββόπουλος αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1976, με την μουσική του να παίζει κομβικό ρόλο στην ατμόσφαιρα του φιλμ, επεφύλαξε μάλιστα στα μέλη της κριτικής επιτροπής, ανάμεσα στα οποία ήταν η Μελίνα Μερκούρη, ο Μάνος Λοΐζος και ο Αντώνης Σαμαράκης, μια ακόμα έκπληξη. Ανέβηκε στο πάνελ και αντί της παραλαβής του βραβείου, έπαιξε στην κιθάρα του το «Σχόλιο», από το ομώνυμο άλμπουμ:
«Ο λαός έχει νικήσει
Σκάει αλυσιδωτός
Μες το αίμα του παντός
Προδοσίες και ψευτιές
Και μουρλές πολιτικές
Όποιος λύγισε εκεί
Λέω για πάντα έχει σωθεί
Όχι που είναι στη ζωή
Μα που υπόφερε πολύ
Τέτοιο φως που αιμορραγεί
Θέλω να αναστηθεί
Με το τι και με το πώς
Σαν καρκίνος θα με τρως
Ξέρω ανθρώπους σαν και σας
Που μου λεν μην τα ρωτάς
Γύρω στο ʼ48
Πέρασα από ʼκει και ʼγώ
Ήταν μέρες φοβερές
Η Μακρόνησος που λες».
Για τον δε Αριστοφάνη, που του παρήγγειλε ο Κάρολος Κουν να γράψει τη μουσική και τα χορικά για το «Θέατρο Τέχνης», ο Σαββόπουλος έκανε και τη μετάφραση, αυτό δεν άρεσε καθόλου στη νομενκλατούρα της επιτροπής και στον Κουν, και ο Σαββόπουλος πήρε τον Αριστοφάνη και τον Δικαιόπολή του παραμάσχαλα και τον πήγε στις μπουάτ της Πλάκας, όπου και έκανε τις παραστάσεις. Μερικοί που έπαιξαν σε αυτές έγιναν αργότερα πολύ γνωστοί και σπουδαίοι εξαιτίας του Σαββόπουλου, τότε δεν τους γνώριζε κανείς. Ανάμεσα τους, ο Νίκος Παπάζογλου και ο Μανόλης Ρασούλης. Ο Παπάζογλου έγραψε το σημαντικότερο τραγούδι της καριέρας του, τον «Αύγουστο», στο εξοχικό του Σαββόπουλου στο Πήλιο. Πρόκειται περί ερωτικού τραγουδιού απεύθυνσης προς μια γυναίκα και όχι προς ένα μικρό παιδί. Κλείνω αυτό το μέρος, επαναλαμβάνοντας ότι ο Σαββόπουλος δεν δέχτηκε ποτέ του κάποιον «θεσμικό ρόλο» από όσους του προσφέρθηκαν, ούτε καν αυτόν του προέδρου του Ελληνικού Φεστιβάλ που θα ήταν απλό, ενώ φέτος τον ανέλαβε με χαρά, μετά τη λήξη της θητείας της στο Προεδρικό Μέγαρο, η πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η οποία στην κηδεία του δήλωσε ότι ο Διονύσης την έβλεπε σαν την «παιδική του φίλη» και τους ένωναν «τα κοινά ακούσματα». Την παιδική φίλη του Σαββόπουλου την έλεγαν Άννα και το θεωρώ λιγάκι τραβηγμένο να άκουγε η κυρία πρόεδρος Lou Reed και Jethro Tull. Θυμίζω και τις αντιδράσεις του Σαρτρ στο Νόμπελ του 1964 («Ο συγγραφέας πρέπει να αρνηθεί να μετατρέψει τον εαυτό του σε θεσμικό όργανο») και το ποίημα του 1901 του Καβάφη «Che fece… il gran rifiuto» («Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε». Για να μη λέμε ό,τι θέλουμε, για θεσμικά πόστα και ρόλους που άλλοι «αριστεροί» καρπώθηκαν και επωφελήθηκαν της νομής της εξουσίας, με διαφόρους τρόπους. Η αριστερά, άλλωστε, και επί δικτατορίας, αλλά και μετά, τουλάχιστον τα πρώτα 30 χρόνια της μεταπολίτευσης, έχει κυριαρχήσει απόλυτα στις ιδέες και στον πολιτισμό, παρά τα μικρά της εκλογικά αποτελέσματα. Εδώ η εκτός νόμου 17Ν, στις πρώτες της ενέργειες, είχε κερδίσει τη συμπάθεια ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, με ποσοστά, ίσως και μεγαλύτερα από την κοινοβουλευτική (ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτ.) αριστερά τότε.
Η δεύτερη κατηγορία, η «κακή», περιλαμβάνει τα 5 άλμπουμ, από τη Ρεζέρβα και μετά: Τραπεζάκια έξω (1983), Το κούρεμα (1989), Μη πετάξεις τίποτα (1994), Το ξενοδοχείο (1997) και Ο χρονοποιός (1999). Έκτοτε, και για 25 χρόνια, ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν δισκογράφησε κάτι νέο, ως υλικό. Κι εδώ βγήκαν οι κακές γλώσσες και εξάντλησαν την εμπάθειά τους λέγοντας ότι στέρεψε δημιουργικά, τον εγκατέλειψε η έμπνευση και συμμετέχει σε πανηγύρια και διάφορα άλλα θυμοσοφικά. Υπενθυμίζω ότι ο Ανδρέας Κάλβος και ο Κώστας Βάρναλης, τα τελευταία 35-40 χρόνια της ζωής τους, δεν έγραψαν τίποτε απολύτως, ο δε Αντώνης Σαμαράκης σταμάτησε σε 5-6 βιβλία, και τα υπόλοιπα 30 χρόνια συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές πολιτισμού και έκανε διάφορες ομιλίες και δημόσιες εμφανίσεις. Τον αναφέρω γιατί ήταν και στην επιτροπή βραβείων για τη μουσική στον κινηματογράφο, στο βραβείο που αρνήθηκε ο Σαββόπουλος. Την δε πεζογραφία του (αυτά τα 5-6 βιβλία) αν την αντιπαραβάλλεις με την τότε πεζογραφία του Δημήτρη Χατζή, του Στρατή Τσίρκα, του Μάριου Χάκκα, του Νίκου Καχτίτση, του Πεντζίκη, του Επαμεινώνδα Γονατά και άλλων, θα διαπιστώσεις ότι η απόσταση ποιότητας είναι χαώδης. Αν δε φτάσεις και στην πεζογραφία του Γ. Χειμωνά, τότε θα πρέπει να αλλάξεις ήπειρο. Το λάθος και το Διαβατήριο και το Αρνούμαι ή το Ζητείται Ελπίς μοιάζουν μπροστά τους παιδικά ή εφηβικά αναγνώσματα.
Η αλήθεια είναι ότι μουσικά δεν είπαν τίποτα το ιδιαίτερο αυτά τα άλμπουμ και οπωσδήποτε διακρίνω αρκετές διαφορές στάθμης με την πρώτη περίοδο, που όμως είπαμε ότι είναι ανεπανάληπτη και αξεπέραστη. Προσωπικά δεν μου αρέσουν. Μόνο τους 4 πρώτους δίσκους να έβγαζε ο Σαββόπουλος, θα έφταναν για να τον καθιερώσουν ως έναν από τους μεγαλύτερους «συνθέτες» της Ελλάδας. Οι στίχοι εδώ εξακολουθούν τα παραμένουν εξαιρετικοί, αν και πλέον περισσότερο μοιάζουν απολογητικοί εκ μέρους του Διονύση για τη στροφή που έκανε, πάντως διατηρούνται αιχμηροί, μερικοί είναι και μεγαλειώδεις.
Κατ’ αρχάς το διαβόητο Κούρεμα (1989), που εξαιτίας του τότε ο Σαββόπουλος στις μπουάτ που εμφανιζόταν, εκτός του ότι δεν ερχόταν κανείς, σχεδόν τον διαπόμπευαν στον δρόμο με ύβρεις και αναγκάστηκε ακόμα και να φύγει από την Ελλάδα γιατί δεν έβρισκε πουθενά δουλειά και για να γλυτώσει την μήνη όσων οργισμένων αριστερών τού καταλόγιζαν το οτιδήποτε, την ίδια χρονιά που –πάλι υπενθυμίζω γιατί η μνήμη κάποιων είναι κοντή– είχαμε στην Ελλάδα, εκ μέρους της ίδιας αριστεράς που λοιδωρούσε και εξευτέλιζε τον Σαββόπουλο, το «βρώμικο 89» και τα ντολμαδάκια της κυρίας Μαρίκας, με τους ηγέτες της να συμπλέουν με τον πατέρα Μητσοτάκη. Απίστευτα, πραγματικά, πράγματα. Για μια τριετία-τετραετία πέρασε πάρα πολλά από τους φιλεύσπλαχνους Έλληνες «επαναστάτες», των οποίων «είχαν προδοθεί» ανεπανόρθωτα τα ιδανικά. Παρόλα αυτά, η γνώμη του για την πατρίδα δεν άλλαξε.
Ο δίσκος είχε κι ένα διαμάντι. Το «Εμείς του ʼ60 οι εκδρομείς», που είναι ποίηση, και το ενδιάμεσο χορικό μέρος με την Αρβανιτάκη που είναι συνθετικά εξαίρετο.
Και στο Μη πετάξεις τίποτα (1994), υπήρχαν τρία-τέσσερα εξαιρετικά κομμάτια, με κορυφαίο όλων τον «Μικρό Μονομάχο», που είναι από τα καλύτερα τραγούδια του Σαββόπουλου γενικώς.
Στις δε διασκευές αγαπημένων του ροκ συνθετών (Lou Reed, Nick Cave, Jethro Tull κ.α.) με το Ξενοδοχείο (1997) τα πήγε περίφημα και παρουσίασε μια άλλη εκδοχή, την ελληνική, κατά τα συμφραζόμενα, πραγματικότητα.
Οι κόντρες
Ένας τόσο μεγάλος καλλιτέχνης, ο οποίος πέραν του μεγέθους του είχε και το θάρρος, την τόλμη να καταθέτει τη γνώμη του (κάποιες φορές, εμφανώς λάθος), όσο κι αν του κόστιζε, ενεπλάκη σε πολλές διαμάχες.
Η μια ήταν μια αχρείαστη και αφελής κόντρα με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, που ξεχάστηκε γρήγορα («η φαλάκρα του ελληνικού κινηματογράφου», αφού όμως είχε προκληθεί) και ήταν μεταξύ δύο σπουδαίων δημιουργών. Έληξε γρήγορα.
Στις άλλες δύο, τις μουσικές, γράφηκαν δυο τραγούδια εναντίον του: Το ένα περιλαμβάνεται στον δίσκο «Ο Θάνος Μικρούτσικος τραγουδά Θάνο Μικρούτσικο» του 1983, την ίδια χρονιά με τα Τραπεζάκια έξω∙ το «Ωδή σε ένα δρομέα ημιαντοχής», σε μουσική Θ. Μικρούτσικου και στίχους Άλκη Αλκαίου, ήταν ειρωνικό, στείρο και κακοήθες (σαν το μελάνωμα). Είναι εντελώς ανάξιο λόγου. Και είναι πολύ κρίμα, γιατί ο δίσκος έχει σημαντικά τραγούδια και ο Αλκαίος, ως στιχουργός, ήταν πολύ καλός –ανακάλυψη του Μικρούτσικου, μέσω της εφημερίδας Ριζοσπάστης. Βέβαια, ο Αλκαίος στηρίχτηκε και από το κόμμα, αντίθετα με έναν άλλον φίλο, πολύ σπουδαιότερο, που πέθανε στην αφάνεια και στην φτώχεια, αφού ήταν πραγματικά ανένταχτος, τον στιχουργό του Μαχαιρίτσα, αλλά και άλλων, Ισαάκ Σούση. Ο Μικρούτσικος ποτέ δεν είπε ένα συγγνώμη στον Σαββόπουλο για αυτήν τη μεγάλη του απρέπεια και ανορθογραφία. Ήταν στον αντίποδα του Σαββόπουλου, πομπώδης σοβαροφάνεια για τη σπουδαιότητα του έργου του, ενώ ο Σαββόπουλος ήταν εντελώς χαλαρός και όταν μίλαγε δεν είχε καμία έπαρση. Έτσι συμβαίνει με τους μεγάλους και τους μικρούς. Τον Μικρούτσικο, ο οποίος 11 χρόνια μετά έγινε υπουργός Πολιτισμού (1994-1996) σε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, την τελευταία του Ανδρέα. Και θα τον θυμούνται όλοι για ένα έργο: τον Νίκο Καββαδία, που ήταν σπουδαίο. Αν πιάσουμε τώρα ποιος μας γνώρισε τους ποιητές, η συζήτηση θα πάει αλλού και κάποτε πρέπει να τελειώσω. Τους ποιητές πάντως, σε πάρα πολλούς, δεν μας τους σύστησε ούτε ο Θεοδωράκης, ούτε ο Μικρούτσικος. Μας συστήθηκαν μόνοι τους, με τα βιβλία τους.
Το δεύτερο επεισόδιο, του 1993, έναν χρόνο πριν την υπουργοποίηση του Μικρούτσικου, αν και επιθετικής στόχευσης, είναι τελείως διαφορετικό. Λέγεται «Ωδή στον Διονύση», σε μουσική του Νότη Μαυρουδή, στίχους του φίλου ποιητή, με τον οποίον γνωριστήκαμε στην «Απόπειρα», Τάσου Σαμαρτζή, και τραγούδι από τον επίσης εξαιρετικό και μοναχικό τραγουδοποιό, πρώην φίλο του Διονύση, Θανάση Γκαϊφύλλια. Ο Ν. Μαυρουδής ζήτησε συγγνώμη δημόσια (προφανώς εκ μέρους και των τριών, αφού ήταν δική του σύνθεση και σε δικό του δίσκο), είπε ότι ήταν μια αντίδραση της στιγμής που ξεχάστηκε. Αυτός ο πολύ σεμνός, ταπεινός και ευγενής μουσικός, μου διηγήθηκε προσωπικά το περιστατικό στον «Ιανό», λέγοντας μου ότι δεν ήταν κάτι σπουδαίο. Πραγματικά, κύριος.
Κι όμως, οι στίχοι του Τάσου και η φωνή του Γκαϊφύλλια δεν μπορούν να συγκριθούν με το προηγούμενο. Ο δίσκος του Μαυρουδή που το περιείχε λεγόταν Μυστικό Τοπίο. Άλλο ήθος, άλλος τρόπος. Τα δυο τραγούδια υπάρχουν στο Youtube και μπορείτε να τα συγκρίνετε.
Εδώ να προσθέσω ότι τυχαία είδα μια συνέντευξη του Γκαϊφύλλια σε κάποια τοπική εφημερίδα, όπου μίλαγε με πάθος για το τραγούδι, εκθειάζοντας τη μεγάλη ανταπόκριση του κόσμου, αλλά προσπάθησε να το υπερασπιστεί με λάθος λόγια. Είπε χαρακτηριστικά, συγκρίνοντάς το με το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», ότι «είναι πρωτοφανές για ελληνικό τραγούδι να είναι 9,5 λεπτά»! Το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» είναι 14 λεπτά τραγούδι, προηγήθηκε της «Ωδής» δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια και αν δεν υπήρχε ο Μάνος Χατζιδάκις στο Γ΄ Πρόγραμμα δεν θα παιζόταν από κανένα ραδιόφωνο. Ήταν ήδη απαγορευμένο.
Περί κλοπών, δανείων και λοιπών παραλλαγών
Ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης, της αρθρογραφίας και των αντιδράσεων υποστήριξε, ούτε λίγο ούτε πολύ, συλλήβδην, ότι ο Σαββόπουλος ήταν ένας κλέφτης, που έπαιρνε στίχους και μουσικές άλλων από δω και από κει και τους έκανε δικά του τραγούδια. Αυτό είναι τραγικό και δείχνει καθαρά τον βαθμό εμμονής που υπάρχει στη χώρα και την παραπληροφόρηση που διακινείται.
Ξεκινώντας από τη «Συννεφούλα», που γράφηκε το 1965 και κυκλοφόρησε από την Lyra του Πατσιφά πρώτα σε 45αρι το 1965, μετά συμπεριελήφθη στο υλικό του Φορτηγού (1966, σε ακουστική εκδοχή) και στην οριστική της μορφή (με την μουσική που τον κατηγορούν ότι έκλεψε) στο Περιβόλι του τρελού (1969), ο Σαββόπουλος είχε χαρακτηριστικά πει: «Εμ κλεμμένος, εμ δαρμένος». Πράγματι, η μουσική της ιταλικής ταινίας, ένα γουέστερν με τίτλο Il corcaro Nero (η δεύτερη version της, μετά την ταινία του 1937), παρουσιάζει ακριβώς την ίδια μουσική με τη «Συννεφούλα», μόνο που είναι του 1971, ενώ το Περιβόλι του τρελού είναι του 1969. Νομίζω πως ένα μέρος των στίχων της ίσως και να έχει παραχωρηθεί από τον Θανάση Γκαϊφύλλια.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, από παιδί, είχε στη διάθεσή του τη μεγάλη βιβλιοθήκη του Κωνσταντινοπολίτη πατέρα του και αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης: Ιωάννου, Πεντζίκη, Ασλάνογλου, Χριστιανόπουλο, αλλά και πολλούς ξένους, κυρίως τον Ζακ Πρεβέρ, τους Γάλλους συμβολιστές, τους υπερρεαλιστές. Ο Σαββόπουλος περιείχε τους πάντες, από τον Όλιβερ Τουίστ μέχρι τον Αριστοφάνη, από τον Ντε Σαντ μέχρι τους χίππις, από την παρθένο Μαρία μέχρι τον σατανά. Στο «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας», το πρώτο τετράστιχο του το χάρισε σε χαρτοπετσέτα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, συμπλήρωσε άλλο ένα τετράστιχο ο Σαββόπουλος («είναι πολύ ζαχαρωμένα, ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα, μα δεν ταιριάζουνε για μένα»), που είναι πιο κοντά στην οπτική του, το έκανε τραγούδι και ο Χριστιανόπουλος, ως συνήθως, γκρίνιαζε. Όπου χρησιμοποιούσε στίχους, όπως, π.χ. του Νίκου Εγγονόπουλου στον Μπάλλο, το ανέφερε στα credits του δίσκου. Στην τέχνη, παρθενογένεση δεν υπάρχει. Ακόμα και την ακριβή μετάφραση του Πουλικάκου στο «All along the watch tower» του Ντύλαν, που του έδωσε ο Μήτσος, την πείραξε, την προσάρμοσε στα δικά του μέτρα. Ο Πουλικάκος σε εκείνο το άλμπουμ παίζει ντραμς, δεν έδειξε να ενοχλείται καθόλου.
Ένα τραγούδι, που δεν έχει αναφερθεί ως κλοπή και ο Σαββόπουλος το έγραψε όταν ήταν στη φυλακή, το σπουδαίο «Η Δημοσθένους λέξις», που περιέχεται στο Βρώμικο ψωμί –με πρώτο τίτλο «Εμβατήριο για μετέωρο φυλακισμένο», τον οποίο άλλαξε λόγω λογοκρισίας, όπως άλλαξε και την «Ωδή στον Τσε Γκεβάρα» σε «Ωδή στον Γεώργιο Καραισκάκη» για τους ίδιους λόγους–, ίσως και να βρίσκουμε τη μεγαλύτερή του επιρροή από έναν ποιητή του μεσοπολέμου, μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας, που μετά τον θάνατό του η οικογένειά του εξέδωσε ένα βιβλίο με ποιήματα, γύρω στο 1945. Ένα από αυτά έχει μεγάλες ομοιότητες, περιγράφει την έξοδο από τη φυλακή, τους αδειανούς δρόμους, τον αέρα κα την όλη ατμόσφαιρα που γνωρίζουμε από τους συγκεκριμένους στίχους του Σαββόπουλου, τους οποίος έχει παραλλάξει ελαφρώς. Είναι βέβαιο ότι ο Σαββόπουλος είχε διαβάσει αυτό το ποίημα, είχε εγγραφεί στο υποσυνείδητό του και στη φυλακή τού βγήκαν οι στίχοι. Μοιάζουν πάρα πολύ, αλλά το τέλος που δίνει ο Σαββόπουλος είναι εντελώς διαφορετικό.
Ένα μεγάλο κομμάτι, είναι αυτό του Μπομπ Ντύλαν, τον οποίον ο Σαββόπουλος προφανώς παρακολουθούσε πολύ. Ο «Άγγελος εξάγγελος» είναι διασκευή του «The wicked messenger», οι «Πίσω μου σελίδες» είναι από το «My back pages», αλλά το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι είχαν κοινά χαρακτηριστικά: Στο Desire του 1976, ο Ντύλαν έχει ένα μεγάλο σε διάρκεια τραγούδι, εντεκάλεπτο, το περίφημο και αγαπημένο πολύ «Joey» που μιλάει τρυφερά για έναν Σικελό μαφιόζο, τον Joey Gallo, τον γκάνγκστερ, που στη φυλακή διάβαζε Σαρτρ, Καμύ, Ράιχ, Νίτσε, Ουγκώ και Τολστόι. Το 1971 που αποφυλακίστηκε, πήγε στη Νέα Υόρκη κι έκανε παρέα με ποιητές, συγγραφείς, σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Η άγρια δολοφονία του από μέλη της μαφίας, σε ένα εστιατόριο όπου έτρωγε με την οικογένεια του γιορτάζοντας τα γενέθλιά του, έκανε τον Ντύλαν να συγκλονιστεί και να γράψει αυτό το γεμάτο τρυφερότητα τραγούδι προς τιμήν του. Τρία χρόνια μετά, το 1979, ο Σαββόπουλος γράφει ένα συγκλονιστικό δεκατετράλεπτο τραγούδι για έναν καταδικασμένο παράνομο, έναν ύμνο για τον Νίκο Κοεμτζή.
Ο Ντύλαν μόλις έχει κυκλοφορήσει το Slow Train Coming, ασπαζόμενος τον Χριστιανισμό, και ξεσηκώνει για δεύτερη φορά θύελλα διαμαρτυριών από το κοινό του (την πρώτη φορά ήταν όταν άφησε τη φολκ και την ακουστική κιθάρα για την ηλεκτρική). Χιλιάδες βινύλια του άλμπουμ μαζεύονται σε δρόμους από τους παραληρούντες οπαδούς του και τα σπάνε τρακτέρ που περνάνε από πάνω τους και τους κομματιάζουν. Ακολουθούν δυο ακόμα άλμπουμ, της τριλογίας του Χριστιανισμού, το Saved (1980) και το Shot of love (1981).
Δεκαοχτάρης στην Ελλάδα, το 1980, ήμουν από τους ελάχιστους που αντιμετώπισαν με θετική κριτική το Slow Train, που ήταν αδιαμφισβήτητα ένας πολύ μεγάλος δίσκος, ανεξαρτήτως θεματικής, αφιερώνοντας ένα δισέλιδο σαλόνι με κείμενο μου στο Μουσικό Εξπρές. Οι περισσότεροι αποδοκίμασαν τον δίσκο. Λίγα χρόνια μετά την τεράστια μεταστροφή του Ντύλαν, ο Σαββόπουλος ασπάζεται την νεοορθοδοξία, για να καταλήξει στο Κούρεμα. Επηρεάζεται πολύ από τις ιδέες του Ράμφου, του Γιανναρά (είναι και ο πολύ σπουδαίος ποιητής και διανοούμενος Κωστής Μοσκώφ). Ο Σαββόπουλος σιγά σιγά αλλάζει. Συντηρητικοποιείται. Το αποκορύφωμα έρχεται γύρω στο 1992, με αφορμή μια καταπληκτική ταινία μιας υπέροχης δημιουργού και ποιήτριας, της Φρίντας Λιάππα, Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης. Έκπληκτος παρακολουθώ σε μια συζήτηση στην τηλεόραση ενός δημοσιογράφου, που αργότερα έγινε βουλευτής και υπουργός της ΝΔ, τον Σαββόπουλο και τον Δοξιάδη να πυροβολούν μια γυναίκα και την ταινία της εν ψυχρώ, η ίδια κάνει μια πολύ ήρεμη, ψύχραιμη και μεστή παρέμβαση στο παράθυρο. Η συζήτηση είναι για την δήθεν κακοποίηση ενός μικρού παιδιού, το οποίο είχε έρθει μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα και είχε την έγκρισή της, που συμμετέχει σε ένα πλάνο. Δημιουργώντας από το τίποτα έναν εθνικό διχασμό, στο ανύποπτο για τέτοια θέματα (και θεάματα) κοινό. Η πρωτοβουλία ήταν φυσικά του Απόστολου Δοξιάδη και της Βάσιας Παναγοπούλου, για τον οποίον είχα γράψει αργότερα, για την επιστολή των 3 στα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, στην Αυγή, ένα πολύ δηκτικό κείμενο.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, που ήταν στην εκπομπή, μίλησε πολύ ορθά για μαζική υστερία και σχιζοφρένεια ενός τόπου και μιας χώρας (την ξαναθυμόμαστε σήμερα) και ο Γιώργος Καρυπίδης, από τη μεριά των σκηνοθετών, είπε ότι είναι παντελώς αστείο να ασχολείται ο κόσμος με κάτι τόσο ασήμαντο. Δυο χρόνια μετά την εκπομπή, η Φρίντα Λιάππα, ήδη άρρωστη από καρκίνο τότε, πεθαίνει στα 46 της χρόνια, μετά από δικαστικές διαμάχες.
Η στάση του Σαββόπουλου τότε, που ψύχραιμος και ατάραχος έλεγε πράγματα που δεν θα τα έλεγε ούτε ακροδεξιός, ήταν το λιγότερο ατιμωτική προς το παρελθόν του και βαθύτατα προσβλητική προς τον άνθρωπο και την ίδια την τέχνη του κινηματογράφου. Δεν νομίζω να ζήτησε ποτέ συγγνώμη για αυτή του τη στάση, μέσα στα πολλά συγγνώμη που ζήτησε από άλλους που δεν χρειαζόταν. Αν μεταφέρω τη σκηνή στο σήμερα, ο Σαββόπουλος μίλησε σαν τον Γεωργιάδη και τον Βορίδη. Ήταν πραγματικό σοκ.
Ένα δεύτερο που θέλω να του καταλογίσω, είναι η βόλτες στα στρατόπεδα με τον υπουργό Ιωάννη Βαρβιτσιώτη και η «πατριωτική» ομιλία του στους φαντάρους, τη στιγμή κατά την οποίαν ο ίδιος δεν είχε υπηρετήσει. Από το 1980 και μετά, ο Σαββόπουλος ξαφνικά έγινε πολύ πατριώτης. Εγώ ήμουν ανέκαθεν υπέρ του ποιήματος του Φερνάντο Πεσσόα και των στίχων του, «Αγάπη μου, προτιμώ τα τριαντάφυλλα από την πατρίδα».
Αυτά τα δύο γεγονότα βάρυναν πολύ μέσα μου, αλλά δεν άλλαξαν τίποτα. Απλώς, ήταν και τα δυο τεράστια και τραγικά λάθη. Όπως έλεγε και το τραγούδι του Γκαϊφύλλια, σίγουρα δεν κάναμε τα ίδια λάθη. Όλοι κάνουμε λάθη. Εκείνο που με στεναχώρησε πολύ είναι πως ο Σαββόπουλος αυτά τα δυο, ειδικά το πρώτο με την ταινία, δεν τα παραδέχτηκε.
Φτάσαμε στα ανείπωτα, μην πετάξεις τίποτα
Δεν μπορείς να κρίνεις έναν καλλιτέχνη, έναν δημιουργό, με βάση τα πολιτικά του «πιστεύω», που μάλιστα δεν ήταν ποτέ σταθερά. Τότε θα πετάγαμε στη φωτιά τον Χάιντεγκερ, τον Έζρα Πάουντ, τον Σελίν και αρκετούς άλλους. Ο Σαββόπουλος έκανε μια μεγάλη βόλτα, αγαπήθηκε πολύ, μισήθηκε για τους λάθος λόγους και αποχώρησε.
Η ανοιχτή πληγή για μένα παραμένουν αυτά τα δυο γεγονότα που ανέφερα. Κατά τα άλλα, πιστεύω ακράδαντα ότι ο Σαββόπουλος τελικά προδόθηκε από την αριστερά, όχι η αριστερά από αυτόν. Άλλωστε, αυτό τουλάχιστον που είπε στην τελευταία του συνέντευξη στον εκδότη και δημοσιογράφο του πολιτιστικού ηλεκτρονικού magazino για την αριστερά που τον εκμεταλλεύτηκε με αισχρό τρόπο και μικροκομματικά, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο:
«Ήμουν ο μεγαλύτερος θαυμαστής σας στην αρχή. Σαν εσάς ήθελα να γίνω. Μετά, όμως, μου φερθήκατε σκληρά και απαξιωτικά κάποιες φορές και γέμισα οργή. Ήμουν ο μεγαλύτερος θαυμαστής σας επί γης και με κάνατε τον μεγαλύτερο εχθρό σας κάποτε. Ήθελα να το πω, να το ακούσετε και να τελειώνει πια αυτό. Στο καλό, σας αγαπώ πολύ, δεν μας χωρίζει τίποτε πια και πιστεύω ακράδαντα πως θα ανταμώσουμε πάλι, όπως σας βλέπω και με βλέπετε».
Αν έβρισκε δυο λόγια ακόμα για την περίπτωση της ταινίας της Φρίντας Λιάππα, που έφυγε τόσο άδικα, και για το καρναβάλι των ομιλιών στα στρατόπεδα με τον Βαρβιτσιώτη, θα ήταν όλα υπέροχα. Αυτά που λέγονται και γράφονται, κυρίως προερχόμενα από το «αριστερό μπλοκ» ότι το «Ροντέο» και το «Κύτταρο» έγιναν «Ρεξ» και «Παλλάς» και ΟΑΚΑ, ουδόλως με ενδιαφέρουν. Πότε η ΚΝΕ πήγαινε στο «Ροντέο» και στο «Κύτταρο» και δεν το θυμάμαι; Πότε άκουγαν ροκ οι έλληνες κομμουνιστές και φοιτητές; Αφού ήταν απαγορευμένο. Εδώ δεν μπορούσες και δεν γινόταν στη εφηβεία σου, αν ήσουν στην κομμουνιστική νεολαία, να πιάσεις γκόμενα εκτός ΚΝΕ. Θα σε παρέπεμπαν για το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας. Θυμάμαι πολύ καλά, στα χρόνια της Κατερίνας Γώγου, σε έναν τοίχο των Εξαρχείων γραμμένο το καταπληκτικό σύνθημα: «Όχι στον ρωμαϊκό τρόπο ζωής». Υπογραφή: KNE Γαλατείας.
Ο Σαββόπουλος δεν ανήκε ποτέ στην αριστερά. Ούτε, φυσικά, στη δεξιά. Ανήκε στον εαυτό του. Και για να κλείσω αυτό το κείμενο που βάρυνε πολύ, και πάλι τίποτα δεν έγραψα από όσα ήθελα να γράψω, να το κλείσω κάπως ευχάριστα, θα πω ότι είναι απείρως προτιμότερο να συνομιλείς με τον Ian Anderson παρά με τον Νίκο Ζαχαριάδη. Γιατί, πάλι κατά το κομμουνιστικό σλόγκαν του Χαρίλαου Φλωράκη «Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε». Στην περίπτωση της κομμουνιστικής αριστεράς στην Ελλάδα, που ανασύρει συνέχεια φαντάσματα, σκελετούς και παραποιεί τα πάντα, ισχύει ασφαλώς το δεύτερο. Στραβά αρμενίζει. Μια ακόμα απόδειξη για το ήθος της, είναι ότι ο δις αναπληρωτής ΥΠΠΟ και ΥΠΕΞ, του ΣΥΡΙΖΑ δημοσιογράφος Νίκος Ξυδάκης (και αυτό ήταν επίσης μια μεγάλη έκπληξη για μένα) επέλεξε να προτείνει στον κόσμο ως καλύτερο κείμενο από όλα όσα δημοσιεύτηκαν για τον Σαββόπουλο, και λέει ότι διάβασε πολλά, το κείμενο μιας νεαρής δημοσιογράφου που μοιάζει περισσότερο με ανακοίνωση της Κ.Ε. του ΚΚΕ που τα μέλη της είναι όλα ζωντανά για έναν νεκρό προδότη. Ξαναγυρίσαμε στο 1950. «Γράφει», ο καλός δημοσιογράφος, «για την τέχνη του, είναι μεγάλο και αξίζει να διαβαστεί μέχρι κεραίας». (!) Αφού πρώτα η ίδια η δημοσιογράφος το είχε προλογίσει (εκτός κειμένου) με τις ακριβές λέξεις: «Mόνο αυτοί σε κατάλαβαν ρε μαλάκα Νιόνιο. Έχτισες την καριέρα σου πάνω στην αγωνία και τα τραύματα της Αριστεράς. Άντε γαμήσου, μαλάκα Νιόνιο». Λίγες μόλις μέρες μετά τον θάνατό του. Ο τίτλος του κειμένου ήταν εξίσου θρασύς: «Τελείωσε η εποχή, τελείωσε και η ποίηση, έτσι Διονύση;». Πότε πρόλαβε άραγε να πληγωθεί τόσο; Πότε πρόλαβε να αλλάξει τόσο αισθητικά κριτήρια ο πρώην υπουργός; Κάποτε, με τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, υπερασπιζόμασταν και οι δύο, με κείμενα αγωνίας, τα νέα παιδιά που ομόρφαιναν το κέντρο της Αθήνας με Τέχνη. Κρίμα..
Ο Σαββόπουλος είχε την ατυχή έμπνευση να ξεπεράσει από πολύ νωρίς την αριστερά. Η αριστερά όμως δεν θα τον ξεπεράσει ποτέ. Θα του κρατάει μούτρα και θα κάνει τη θιγμένη.
Πράγματι, λοιπόν: Τέλειωσε η εποχή, τέλειωσε και η ποίηση. Τέλειωσε όμως μαζί και ο πολιτισμός, τα κριτήρια, η ηθική στάση, ο σεβασμός, το μέτρο, τα πάντα.
Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι πολιτισμός. Είναι κανιβαλισμός.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του, στα 81 του χρόνια, ο Σαββόπουλος βρέθηκε στο Rockwave Φέστιβαλ της Μαλακάσας. Τραγούδησε Leonard Cohen. Για να εξαγνιστεί.
Ούτε και είναι τυχαίο ότι μετά από 31 ολόκληρα χρόνια (1966-1997), ο Σαββόπουλος επιστρέφει και επιβιβάζεται στο αιώνιο Φορτηγό του. Το Φορτηγό απ’ όπου ξεκίνησε 18 χρονών παιδί, με την ακουστική κιθάρα του ξαδέλφου του μόνο, ένα κόκκινο Volvo από τη Γερμανία. Για το ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ.
Και ο Ian Anderson που υποσχέθηκα για το τέλος. Νομίζω, πως αυτή η διασκευή του πολύ γνωστού τραγουδιού των Jethro Tull από το 1997, με αυτούς τους συγκεκριμένους και ευφυείς στίχους είναι η λεπτή ειρωνεία-απάντηση του Διονύση Σαββόπουλου, στο τραγούδι των Νότη Μαυρουδή, Θανάση Γκαϊφύλλια και Τάσου Σαμαρτζή, που αναφέρει τη μηχανή.
ΓΕΡΟΣ ΓΙΑ ΡΟΚ, ΝΕΟΣ ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟ
Κοίτα κοτσίδα ο γέρος
και σαν τη Σφίγγα ερμητικός
με το κρανίο στην αγκράφα
Μπύρες χτυπάει στη μπάρα
μες το σκοτάδι
έξω απ’ το μπαρ,
ο ήλιος ντάλα.
Ψευτοπροφήτης κι από πάνω
σαν τον τρελό του Άκη Πάνου
μόνο που αυτός ακούει Έλβις.
Ξώραφες τσέπες διπλά γαζιά
κι όλο το αίνιγμα
καλέ μου
που ʼχουν τα βρέφη του πολέμου.
Γέρος λοιπόν για το ροκ εν ρολ
και για τον θάνατο
παιδάκι αθώο ακόμα.
Πού πήγαν οι φίλοι;
άνοιξαν σπίτια
βγάλαν κι αμάξι με κουκούλα.
Πάντοτε ακούνε τα «μπλε καστόρια»
τι τραγούδι
απ’ τα ηχεία στην πισίνα.
Μα τα δικά τους
τα φορεμένα εκείνα
τα ʼχουν πετάξει στα σκουπίδια.
Σάββατα ταβέρνα,
στο τένις κλαμπ τις Κυριακές
κεφάλια μέσα τη Δευτέρα.
Γέροι λοιπόν για το ροκ εν ρολ
και για τον θάνατο
νέοι κι ανώριμοι κι αυτοί.
Τώρα για ιδές τον γέρο
με μηχανή φουριόζα
μες στο λυκόφως να μουγκρίζει.
Πατάει διακόσια
τα φορτηγά κορνάρουν
ξένος αέρας αναβλύζει.
Αίμα γαλάζιο
φουλ μπριγιαντίνη
το ξωτικό που τραγουδούσα
Τρέχει και κλαίει για της ζωής
τη γλύκα
στο ραντεβού με τη νταλίκα.
Γέρος λοιπόν για το Rock & Roll
και για τον θάνατο
παιδάκι αιώνιο θα ʼναι πάντα.
(Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος, Μουσική: Ian Scott Anderson).

