Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, Άπω Αργεντινή, Σμίλη, Αθήνα 2023.
Επειδή σε πολλούς πολύ αρέσουν τα μεγάλα λόγια, τα τσουβαλιάσματα, οι αφορισμοί και τα τοιαύτα, έχω την ανάγκη να ξεκινήσω εκφράζοντας τη γνώμη πως στα ελληνικά σήμερα γράφεται πολύ (που το ξέραμε) και καλή ποίηση. Το ποσοτικό «πολύ» έχει ως αποτέλεσμα καμιά φορά η ποίηση αυτή να χάνεται (αν και όχι για πάντα), αφού κάποιοι τίτλοι δεν προλαβαίνουν να μπουν σε βιτρίνα, δεν χωράνε στο ράφι, δεν φτάνουν ποτέ στα χέρια μας ή έστω στα αυτιά μας.

Η Άπω Αργεντινή, που κυκλοφόρησε από τη Σμίλη τέλη του 2023, είναι το πρώτο βιβλίο της Χρηστίνας-Καλλιρρόης Γαρμπή, μια ποιητική συλλογή διαιρεμένη σε δύο μέρη. Το πρώτο έχει τίτλο «Θάλασσα δωματίου» και αποτελείται από δεκατέσσερα ποιήματα, το δεύτερο «Παυσίλυπο» και αποτελείται από δεκαεφτά. Κανένα ποίημα δεν έχει τίτλο, για την ακρίβεια έχουν όλα αριθμούς εκεί που θα περιμέναμε τίτλους. Τα περισσότερα ξεκινάν με πεζό και δεν καταλήγουν σε τελεία. Κάποια ξεκινάν με κεφαλαίο και καταλήγουν σε τελεία. Ελάχιστα ξεκινάν με κεφαλαίο και δεν καταλήγουν σε τελεία. Είναι κι ένα που ξεκινάει με πεζό και καταλήγει σε τελεία. Δεν έχει και τόση σημασία.
Αν έπρεπε να τα χωρέσω όλα σε δυο λέξεις, θα έλεγα πως η συλλογή είναι φτιαγμένη από μάνα και όνειρο. Αν έπρεπε να προσθέσω άλλη μια, θα ήτανε το σινεμά. Το πιο σύντομο ποίημά της είναι το «5.» του πρώτου μέρους:
βάζουμε τις μανάδες μας
σε βάζα
και τα σπάμε
Ανέβασα αυτό το τρίστιχο στο Facebook και, πέρα απ’ το ότι άρεσε πολύ, μάζεψε δηλαδή πολλές αντιδράσεις, είχε και μερικά σχόλια, τα οποία και παραθέτω: Η Ορσαλία έγραψε «Μεγάλη κουβέντα», της απάντησα «Ποίημα είναι, όχι δήλωση ή προτροπή», μου απάντησε «Το ξέρω αλλά όλα τα ποιήματα είναι μεγάλες κουβέντες της ψυχής και κάποτε κάποτε γίνονται δηλώσεις ή προτροπές. Για αυτό αγαπώ την ποίηση όμως γιατί μπορεί να λειτουργήσει μέσα μου». Η Ηλέκτρα έγραψε: «το μόνο που μου ʼρχεται σ’ αυτό είναι βάζο με στάχτη και μετά ηλεκτρικό σκουπάκι». Η Ελισάβετ έγραψε: «Και κοβόμαστε» (και είναι, νομίζω, σαν να είπε πολλά).
Μου φαίνεται πως όταν αντιδρούμε στην ποίηση σαν να συζητάμε με μια φίλη, είναι κάτι. Όταν διαβάζουμε στίχους και έχουμε την ανάγκη να πούμε τι μας έκαναν να νιώσουμε ή να σκεφτούμε, κάτι γίνεται, κάτι μέσα μας έχει κινηθεί. Θα μπορούσα να πω εδώ για τη μάνα στη σύγχρονη λογοτεχνία, έχω μερικές σκέψεις πάνω σ’ αυτό, αλλά θα μείνω στην Άπω Αργεντινή, γιατί έχει μεγάλο ενδιαφέρον από μόνη της, και θα συγκεντρώσω, χωρίς καθόλου να σχολιάσω, μερικά σχετικά σημεία της, κατά τη γνώμη μου όλα πολύ δυνατά (μου περνάει απ’ το μυαλό να πω και καταδεικτικά): «αγκαλιάζω μανιακά τον αέρα/ σημαίνει ψάχνω τη μαμά μου» (21), «το εικόνισμα της μητέρας μου/ στο κέντρο της σπηλιάς/ θα δαγκώνεται τακτικά/ από τις κατσίκες/ που θα έρχονται/ να με ακούν/ να μη μιλάω» (25), «Το βράδυ είδα τη μάνα μας/ να ζει σ’ ένα σπίτι χωρίς ταβάνι/ μόνη» (34), «βλέπει έξω από τo τζάμι[1]/ τη μητέρα της να πεθαίνει/ και δεν σηκώνεται καν απ’ την καρέκλα της» (40), «Μαμά, είσαι ένα μέιλ χωρίς σώμα πια» (44).
Και κάτι ακόμα, εκτός συλλογής τώρα. Το τρίστιχο με τις μανάδες και τα βάζα μού θύμισε ένα πολύ αγαπημένο μου γραπτό του Ε. Χ. Γονατά, ο οποίος Γονατάς αγαπούσε πολύ τις γάτες, τις οποίες γάτες θαυμάζει πολύ η Γαρμπή (και αυτό το ξέρω επειδή είναι σημειωμένο στο αυτί του βιβλίου της)[2]. Παραθέτω το γραπτό του Γονατά, είναι από Το βάραθρο, πολύ σύντομο και έχει τον τίτλο «Φυλακισμένος»: «Φυλακισμένος μες στο γυαλί, δεν έβλεπα παρά τα παχουλά χέρια της μητέρας μου που ξαναβούλωνε σφιχτά το καπάκι. Ύστερα κόλλησε μια ετικέτα στο μπουκάλι και μʼ απόθεσε ψηλά, σʼ ένα ράφι της κουζίνας, ανάμεσα στα άλλα βάζα με τις μαρμελάδες της».
Κάπως έτσι, μέσα από μαρμελάδες, περνάω στ’ όνειρο. Η συλλογή μπορεί να περιλαμβάνει και πράγματα που κάποια θυμήθηκε («θυμήθηκα τότε που μου είχε τελειώσει η αναπνοή/ ταλαντευόμουν αν θα βγω απ’ το νερό», 10), σκέφτηκε («μου αρέσει/ την ώρα που πεινάω/ να σκέφτομαι/ ότι είμαι μια αγία», 25), ή φαντάστηκε («φαντασία φαντασία φαντασία/ όλη τη νύχτα/ γλείφαμε αυτή τη λέξη», 13), κυρίως όμως πράγματα που κάποια ονειρεύτηκε περιλαμβάνει. Ενδεικτικά: «είδα ότι μπήκαμε στο ασανσέρ για να ανεβούμε/ αλλά οι αριθμοί ήταν μπερδεμένοι» (10), «ονειρεύτηκα/ έναν άντρα/ που διάλεξε για σπίτι του/ μια αμμουδιά» (14), «βλέπεις στον ύπνο σου/ ότι έχεις παιδιά και τα παρατάς/ γι’ αυτό σε αγαπάω» (17)[3]. Όσο για τη σύνδεση με το σινεμά, γίνεται από μόνη της, δεν χρειάζεται να κάνω το παραμικρό: «Ο ύπνος είναι δωρεάν σινεμά/ αλλά σήμερα με άφησαν απέξω» (44).
Όνειρα και σινεμά λειτουργούν εδώ σαν πορτάκια, παραθυράκια, στόμια απ’ όπου τσουλάμε, πηδάμε, το σκάμε απ’ ό,τι δεν επιθυμήσαμε και από τον ρεαλισμό. Για να το σκάσουμε εμείς, η ποιήτρια χρησιμοποίησε λέξεις. Οι λέξεις της όμως δεν είναι σκέτες λέξεις[4], είναι «λέξεις αξίνες» (58), σκάβουν, σκαλίζουν και φτιάχνουν εικόνες, που δεν είναι σκέτες εικόνες, «προφυλάσσουν το νόημα/ από την πραγματικότητα» (64).
Να μια εικόνα που δεν είναι μόνο εικόνα, απ’ την πρώτη κιόλας σελίδα της συλλογής: «έχω παρατηρήσει/ ότι ο τρόπος που με πιάνεις/ είναι μια ζακέτα στους ώμους/ ενός ανθρώπου που κοιτάζει τον γκρεμό»[5] (9). Μια εικόνα μικρή, ζακέτα σε ώμους, και μια εικόνα μεγάλη: σαν ν’ απομακρύνεται η κάμερα σταδιακά και, πέρα από τους ώμους, μας φανερώνει και μέρος του σκηνικού – τι κοιτάζει ο άνθρωπος, αν και δεν ξέρουμε το χρώμα της ζακέτας του, από πού κοιτάζει τον γκρεμό, ούτε βέβαια ποιος είναι αυτός που κοιτάζει. Η παρατήρηση δεν αφορά αυτόν και το βλέμμα του, η παρατήρηση αφορά κάποιον άλλο (μπορεί να είναι και άλλη) και το άγγιγμά του (ή της).
Έχει σημασία αν είναι «του» ή «της»; Για μένα έχει και για τη Γαρμπή επίσης έχει, αν κρίνουμε από διατυπώσεις όπως: «ποια ξέρει τι θα γίνει» (37), «από τις ακόλουθες εαυτές της» (40), «σκεφτόμουν/ ότι είμαι υιοθετημένη/ –πόσο λάθος λέξη» (45). Και ενώ το φεμινιστικό στοιχείο[6] γίνεται, κατά τη συνήθειά του, ένα με τη γλώσσα, υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο στην Άπω Αργεντινή, δεν θα τ’ ονοματίσω, που σε μερικούς θα φανεί επίκαιρο ίσως, αλλά μερικές και μερικά από εμάς το βρίσκουμε μάλλον διαχρονικό (61):
Πατέρα
κάθε που αναρωτιέσαι
πώς θα κάνω παιδιά
με τις κοπέλες
κοιτάζω
έξω από το τζάμι
να δω
αν άλλαξε
η ταινία
που παίζουμε
Η λέξη «ταινία» αναφέρεται και σε άλλα σημεία της συλλογής[7], όπου υπάρχει επίσης η λέξη-που-παραπέμπει-σε-εικόνα «φωτογραφία»[8], που μου δίνει την ευκαιρία να πω πως η φωτογραφία του εξωφύλλου της Άπω Αργεντινής είναι της ποιήτριας. Στη συλλογή υπάρχουν επίσης «ηχογραφημένα γέλια» (56) –αυτό μου φάνηκε πολύ κινηματογραφικό– και χρώματα: «Εντυπωσιακό πορτοκαλί με ρίγες, τιρκουάζ κ.λπ.», «και τα χρώματα είναι ταινία (σαν αυτές που/ θέλω να κάνω)» (35)[9].
Αν διαβάσατε ή διαβάσετε την Άπω Αργεντινή, θα ήθελα πολύ να μου πείτε τι χρώμα σας φάνηκε, ποια ταινία σας θύμισε και τι όνειρο είδατε μετά την ανάγνωση. Εμένα μου φάνηκε καμουφλαρισμένο ροζ απαλό, μου θύμισε τη Βαθύπλουτη της Μιράντα Τζουλάι, τη λατρεύω αυτή την ταινία και δεν θυμάμαι ποτέ τα όνειρά μου[10].
⸙⸙⸙
[Το κείμενο αυτό, ενισχυμένο με μερικές εισαγωγικές φλυαρίες, διαβάστηκε σε μια παρουσίαση της Άπω Αργεντινής στις Ακυβέρνητες Πολιτείες (στη Θεσσαλονίκη) στις 31 Ιανουαρίου 2024. Στην παρουσίαση συμμετείχε και η Γεωργία Διάκου, ήταν πολλές φίλες, το μοντέλο του εξωφύλλου, η φωτογράφος-ποιήτρια κ.ά. Κάναμε και συζήτηση μετά. Πολύ χαίρομαι όταν γίνονται συζητήσεις στις βιβλιοπαρουσιάσεις. Και πιο πολύ όταν γράφονται, διαβάζονται, κουβεντιάζονται ωραία βιβλία. Η Άπω Αργεντινή γενικά με άφησε μες στην καλή χαρά!]
[1] Μέσα από το τζάμι, βλ. και το αγωνιώδες ερώτημα: «αφού βλέπω έξω γιατί δεν μπορώ να βγω;» (55). Αυτό το μέσα/ έξω, η εδώ και η εκεί συνθήκη, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν αδιαπέραστοι τοίχοι (34-35), πόρτες («αν καταφέρω να ανοίξω την πόρτα/ του δωματίου/ ο ορίζοντας θα κοπεί στα δύο// εκεί/ στο ανάμεσα/ θα δω κύματα και μικρά παιδιά» [21]), μπαλκονόπορτες («και η πόρτα του μπαλκονιού δεν άνοιγε/ μάλλον δεν την έσπρωχνα καν» [45], «αυτό το τζάμι/ που δεν άνοιγε/ ήταν υπέροχο» [46]), η γνώση πως πάντα υπάρχει και μια άλλη πλευρά, είναι κάτι σαν μοτίβο στη συλλογή. Και από εδώ και από εκεί συνήθως ανθρώπους συναντάμε (με όλη τη σωματικότητά τους και με μια έμφαση στις κοιλιές του), κάποτε όμως εμφανίζεται και ο Θεός, χωρίς να είναι σαφές από πού τρύπωσε.
[2] Βλ. και τις «γάτες γυναίκες» στις σ. 32-33. Επίσης: «εγώ κι η γάτα μου αγκαλιά/ (μου ψιθυρίζει αισχρόλογα στ’ αυτί)» (35). Αλλά και σ. 38, 47, 53. Στη συλλογή υπάρχουν και ψάρια, που μπορεί ν’ αρέσουν στις γάτες (βλ. σ. 29 και 54). Και πουλιά, που επίσης (25, 63).
[3] Για περισσότερα γύρω από τα όνειρα, βλ. σ. 20 («με μία φυσικότητα ονείρου»), 22 («σαν σε όνειρο»), 29 («Όνειρο 7 Ιουνίου»), 38 («κάποιος που ονειρευτήκαμε χθες βράδυ»), 52 («ονειρεύεται να πηδήξει πέρα από τα βουνά»), 53 («ονειρεύομαι να μπω μέσα σ’ ένα αμάξι τραγούδι»).
[4] Βλ. και: «τι σημαίνουν όλα αυτά τα ουσιαστικά; χάιδεψε με τα χέρια το μυαλό σου και θα καταλάβεις» (22), «Ξεχειλίζει από λεμόνια και λέξεις» (22), «οι λέξεις όμως με χάιδευαν από μικρή» (49).
[5] Στη συλλογή υπάρχουν κι άλλοι γκρεμοί. Κάποιοι είναι άρρητοι, για άλλους βλ.: «δυο ρώσοι στην άκρη ενός γκρεμού» (12), «αν πάω πιο αριστερά/ θα πέσω στον γκρεμό» (41), «σκυμμένα οριζόντια/ πάνω απ’ τον γκρεμό» (64). Αλλά και: «η ελευθερία/ ως γκρεμός κι απογοήτευση!» (54).
[6] Βλ. (και σκέψου, αν θέλεις) και όοολες τις γυναίκες των σ. 51 και 52.
[7] Βλ. και «είπες το Σάββατο/ σε μία ταράτσα/ ότι η θάλασσα είναι η πιο ωραία ταινία» (23). Η συλλογή βρέχεται και από άλλες θάλασσες (βλ. σ. 18, 32, 51, 62) και από λίμνη και από ποτάμι (βλ. σ. 29 και 37), εκείνο όμως που έχει περισσότερο ενδιαφέρον, νομίζω, είναι η σχέση πόλης και φύσης στην Άπω Αργεντινή. Από τη μια κεραίες και φωταγωγοί (και αξιοσημείωτα πολλές πλατείες), από την άλλη «πολύ καφέ χωράφια και πολύ μπλε νερά» (20). Τη μια καθόμαστε στον λόφο και μπορούμε να δούμε την πόλη από ψηλά (άλλο αν προλαβαίνουμε ή όχι), την άλλη σκαρώνουμε σχέδιο για να βοηθήσουμε κάποια «να πηδήξει πέρα από τα βουνά/ που βλέπει απ’ το μπαλκόνι της» (30 και 52, αντίστοιχα). Από πίσω ακούγεται φωνή: «θέλω να δω πού υπάρχει αυτό στη φύση» (53).
[8] Βλ. σ. 40 και 65 (αλλά και 41, για την «κάμερα χέρι» και «το κόκκινο φωτάκι/ στη φωτογραφική του»).
[9] Βλ. και: «και ξεδιπλώσαμε τις απελπισίες μας/ ήταν μπλε και κίτρινες/ (και ένα καθησυχαστικό γκρι)» (30).
[10] Και κάπως έτσι κατάφερα να αποφύγω να μιλήσω για τη μαμά μου!

