Δεν είναι χαρακτήρες από κάποιο κόμικ ή βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας. «Μανού» είναι το «χαϊδευτικό» του Εμανουέλ Μακρόν («Μανού, παραιτήσου!» λέει το σύνθημα του δρόμου), ενώ η Μαρίν Λεπέν αμαυρώνει το όνομα Μαρίνα – τα ονόματα, θα μου πείτε, είναι το τελευταίο που μπορεί να μας απασχολεί. Όταν πρωτοεκλέχτηκε ο Μακρόν, είχε υποσχεθεί πως θα αποδυναμώσει την Ακροδεξιά. Όχι μόνο δεν πλησίασε σ’ αυτόν τον στόχο, αλλά η Λεπέν και οι δυνάμεις της βρίσκονται πλέον πάντα στο προσκήνιο σε όλες τις κρίσιμες στιγμές. Αν κάποιοι ψήφισαν Μακρόν στις προεδρικές του 2017 για «να του δώσουν μια ευκαιρία» (ας μην ξεχνάμε πως αναδείχθηκε επί Ολάντ, όταν στη Γαλλία κυβερνούσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα), πολλοί από τους ψηφοφόρους του υποχρεώθηκαν να τον ψηφίσουν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών του 2022 (έχοντας ψηφίσει άλλο κόμμα στον πρώτο γύρο), για να μη βγει η Λεπέν. Η τόσο ταχεία άνοδος της Ακροδεξιάς τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία δεν είναι βέβαια ανεξάρτητη από τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήθηκε η χώρα και από το ότι δεν υπήρχε πάντα αξιόπιστηκαι ενωμένη αντιπολίτευση.
Το κόμμα της Λεπέν δεν κερδίζει απλώς έδαφος, αλλά βρίσκεται στις πόρτες της εξουσίας, ενώ ο Μακρόν, ειδικά απ’ όταν έπεσε η δημοτικότητά του και άρχισε να χάνει συμμάχους, καταφεύγει στην τακτική της φοβέρας. Το «χαρτί» της Μαρίν το έπαιξε ξανά ο Μανού στην αρχή του καλοκαιριού. Το βράδυ των Ευρωεκλογών διέλυσε αιφνιδιαστικά την εθνοσυνέλευση και προκήρυξε εκλογές, έχοντας συμβουλευτεί μόνο τρία ή τέσσερα πρόσωπα του πολύ στενού του κύκλου, και χωρίς να έχει ενημερώσει τον πρωθυπουργό Γκαμπριέλ Ατάλ, την πρόεδρο της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και τον πρόεδρο της γερουσίας. Στόχος αυτών των πρόωρων κοινοβουλευτικών εκλογών ήταν να καταφέρει να συγκεντρώσει αρκετή υποστήριξη, ώστε να μπορέσει να «περάσει» τον ετήσιο προϋπολογισμό τον Οκτώβρη. Ο Μανού θέλησε να το παρουσιάσει ως κίνηση δήθεν στρατηγική για να καταφέρει ένα πλήγμα στη Λεπέν (που είχε μόλις θριαμβεύσει στις Ευρωεκλογές), στη Γαλλία όμως του ασκήθηκε δριμεία κριτική γι’ αυτή την κίνηση «πόκερ» (ή “coup de théâtre”) που θα μπορούσε να έχει δραματικές συνέπειες (τη νίκη της Ακροδεξιάς), όσο και για τον συγκεντρωτισμό που επέδειξε για άλλη μια φορά –«Jupiter» («Δία») τον αποκαλούν κάποιοι σαρκαστικά). Ίσως ο Μακρόν θα είχε κάτι καταφέρει αν είχε αρκεστεί στο να κάνει διακριτικά επαφές για να χτίσει συμμαχίες στη διάρκεια του καλοκαιριού, τα πράγματα όμως έγιναν γι’ αυτόν ακόμη δυσκολότερα μετά τις εκλογές που συρρίκνωσαν περαιτέρω τη σχετική πλειοψηφία των μακρονικών και διαίρεσαν στα τρία το κοινοβούλιο.
Στις τελευταίες αυτές κοινοβουλευτικές υπήρξε πολύ μεγάλη προσέλευση στις κάλπες και το αποτέλεσμα ήταν αναπάντεχα ενθαρρυντικό. Μέσα στις τρεις εβδομάδες που είχαν στη διάθεσή τους οι υποψήφιοι για να κάνουν προεκλογική εκστρατεία σχηματίστηκε ο συνασπισμός του Νέου Λαϊκού Μετώπου – που αποτελείται από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, τους Οικολόγους, το Κομμουνιστικό Κόμμα και την Ανυπότακτη Γαλλία (το κόμμα του Μελανσόν), κόμματα που μέχρι στιγμής παραμένουν ενωμένα, παρά τις διαφορές τους. Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο εξασφάλισε τις περισσότερες έδρες (όχι όμως την απόλυτη πλειοψηφία), ενώ το κόμμα της Λεπέν βγήκε τρίτο, με δεύτερους τους μακρονικούς.[1] Ο κόσμος έδειξε με την ψήφο του πως διατηρείται ακόμη η ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά η πολιτική κατεύθυνση. Με τα λόγια του Αριστερού συνασπισμού, να έρθει μια κυβέρνηση που θα ανταποκριθεί στα κοινωνικά αιτήματα έκτακτης ανάγκης και στην κλιματική πρόκληση, που θα στηρίξει τις δημόσιες υπηρεσίες και που θα φέρει μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη.
Μετά τις εκλογές όμως, ο διορισμός του πρωθυπουργού παρέμεινε σε εκκρεμότητα όλο το καλοκαίρι. (Διορισμός και όχι εκλογή, εφόσον στην 5η Δημοκρατία ο πρόεδρος είναι πανίσχυρος και διορίζει αυτός τον πρωθυπουργό – η μεγαλύτερη «απάτη» της 5ης Δημοκρατίας, το αποκαλούν αυτό κάποιοι της Αριστεράς.) Ο Μανού το «τρέναρε» με διάφορες δικαιολογίες, συνεχίζοντας μυστικά τις διαβουλεύσεις στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους. Μια από τις δικαιολογίες ήταν και η «εκεχειρία» για τους ολυμπιακούς αγώνες, μέχρι που μπήκαμε πια στον Σεπτέμβρη και ξεκίνησε η σχολική χρονιά. Ήταν Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου, η τρίτη μέρα της σχολικής χρονιάς, όταν είδα το σύνθημα αναρτημένο σ’ έναν πίνακα στην αίθουσα καθηγητών: «Μακρόν, Ασανσέρ για τους φασίστες». Βιαστική όπως ήμουν, δεν το συνέδεσα με τον διορισμό του πρωθυπουργού – αγνοούσα πως το όνομα του Μισέλ Μπαρνιέ (από το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων) είχε μόλις ανακοινωθεί.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που άρχισαν να καταφθάνουν από διάφορες (έγκυρες) πηγές, ο Μπαρνιέ δεν ήταν μόνο ο διαπραγματευτής του Brexit. Ήταν και ο άνθρωπος που ψήφισε κατά της αποποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας, κατά του να μπορεί μια γυναίκα να καταφύγει στην άμβλωση ακόμα κι αν δεν συντρέχει λόγος υγείας, κατά του να υπάρχει σε κάθε νοσοκομείο μια ομάδα ιατρικού και άλλου προσωπικού που να είναι σε θέση να υποδεχθεί τα θύματα βιασμού. Όλα αυτά σε άλλες εποχές, πάντως η εικόνα δεν ήταν ακριβώς συμβατή μ’ εκείνη της χαρισματικής προσωπικότητας που θα κατάφερνε το ακατόρθωτο – να ενώσει τους διχασμένους και να υπερβεί το πολιτικό αδιέξοδο στη Γαλλία. Δεν είναι να απορεί κανείς για κάποια από τα πρόσωπα που συμπεριέλαβε τελικά ο Μπαρνιέ στην κυβέρνηση (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον υπουργό Εσωτερικών, που προέρχεται από τον χώρο των Ρεπουμπλικάνων και που, πέρα από το ότι θα κρατήσει πολύ σκληρή γραμμή όσον αφορά το μεταναστευτικό, αντιτίθεται στον νόμο «Γάμος για όλους» που επιτρέπει τον πολιτικό γάμο σε ζευγάρια του ίδιου φύλου ήδη από το 2013.)
Από μέρες είχε γίνει σαφές ότι ο Μακρόν θα επέλεγε πρωθυπουργό από τον χώρο της Δεξιάς (το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων), κι ας βγήκαν τέταρτοι στις κοινοβουλευτικές, με ποσοστό 6% (κι ενώ ένα τμήμα τους υποστήριξε τη Λεπέν, που βγήκε κι εδώ κερδισμένη αυξάνοντας τις έδρες της). Ο Μανού είχε ήδη απορρίψει την οικονομολόγο Λουσί Καστέ, την υποψήφια που πρότεινε τελικά το Νέο Λαϊκό Μέτωπο (μετά από χρονοβόρες συζητήσεις και αρχικές διαφωνίες ανάμεσα στα κόμματά του, που αφορούσαν την εκλογή άλλων προσώπων.) Είχε επίσης απορρίψει έναν Σοσιαλιστή υποψήφιο (τον Bernard Cazeneuve, «τον μόνο αριστερό που αποδοκίμασε το Νέο Λαϊκό Μέτωπο»). Αυτόν δεν τον υποστήριξε ούτε το Σοσιαλιστικό Κόμμα (γιατί η Ανυπότακτη Γαλλία και οι Οικολόγοι είχαν πολύ σοβαρές αντιρρήσεις, και υποστηρίζοντας μια τέτοια «υποψηφιότητα» θα κινδύνευαν να προκαλέσουν, όπως είπαν, ρωγμές στον Αριστερό συνασπισμό)[2].
Δεν είναι τυχαίο ότι η Μαρίν αντέδρασε θετικά στον διορισμό του Μπαρνιέ. Για άλλη μια φορά, βρέθηκε σε θέση κλειδί δηλώνοντας πως οι βουλευτές της δεν θα έσπευδαν να καταθέσουν πρόταση μομφής κατά του τελευταίου. (Εδώ «κολλάει» και το σύνθημα με το ασανσέρ.) Η Μαρίν είχε δηλώσει πως ήθελε έναν πρωθυπουργό που «θα σεβόταν τους ψηφοφόρους της», κι έτσι από την πρώτη του ήδη εμφάνιση ο Μπαρνιέ φρόντισε να προσαρμόσει τη ρητορεία του στα δεδομένα της, υποσχόμενος λύσεις για το μεταναστευτικό. (Στη συνέχεια, διόρισε ως υπουργό εσωτερικών και το «κατάλληλο» πρόσωπο). Το θέμα είναι σε ποιο βαθμό θα χρειαστεί η κυβέρνηση Μπαρνιέ να προσαρμόζει στις «αξίες» της Μαρίν και την πολιτική της.
Με τις κοινοβουλευτικές εκλογές και, στη συνέχεια, την παραίτηση της κυβέρνησης που έχασε αυτές τις εκλογές (έστω κι αν ο Μανού προτιμά τη διατύπωση «κανείς δεν κέρδισε»), διαταράχτηκε και η διαδικασία που προβλέπεται για τον ετήσιο προϋπολογισμό. Σύμφωνα με τον νόμο, μέχρι τα μέσα Ιουλίου οι βουλευτές έπρεπε να έχουν στα χέρια τους μια σύνθεση των πιστώσεων που έχουν προγραμματιστεί για κάθε υπουργείο για το 2025, για να μπορέσουν να μελετήσουν τα στοιχεία πριν μπει ο Οκτώβρης (οπότε και θα κληθούν να ψηφίσουν για τον προϋπολογισμό). Τόσο όμως ο πρώην πρωθυπουργός Γκαμπριέλ Ατάλ όσο και ο Μισέλ Μπαρνιέ απέφευγαν να προωθήσουν τα σχετικά έγγραφα, μέχρι που φτάσαμε στο παρά πέντε (στις 19 Σεπτεμβρίου), οπότε και στάλθηκε τελικά μια περίληψη. Μεγάλος ντόρος έχει γίνει ειδικά για τις επιστολές «πλαφόν» που έστειλε ο Ατάλ στα υπουργεία για να ιεραρχήσει τις δαπάνες τους, και που ο Μπαρνιέ ήθελε να κρατήσει για τα μάτια του μόνο.
Γνωρίζουμε βέβαια ποια είναι η γενική κατεύθυνση της κάθε πολιτικής ομάδας.
Η Λουσί Καστέ (η υποψήφια του Αριστερού συνασπισμού) μίλησε για αύξηση των φορολογικών πόρων από τα πολύ υψηλά εισοδήματα και τις πολυεθνικές, και για καταπολέμηση της απάτης και της φοροδιαφυγής. Οι Μακρονικοί, εννοείται, είναι απολύτως αντίθετοι με μια τέτοια στροφή και υποστηρίζουν πάντα την πολιτική «προσφοράς» που ευνοεί τις επιχειρήσεις. Για να παραμείνει σ’ αυτόν το δρόμο, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει τις περικοπές σε «μη αποδοτικές υπηρεσίες του δημοσίου» (sic), «εξαλείφοντας δαπάνες (για το δημόσιο) που δεν αποδίδουν» (sic). «Πρέπει να μειώσουμε τις δαπάνες: τα χρήματα υπάρχουν, αλλά γίνεται κατάχρηση» είπε χαρακτηριστικά βουλευτής της ομάδας του Μακρόν. «Είμαστε οι δημοσιονομικοί και κοινωνικοί παγκόσμιοι πρωταθλητές […] Χρησιμοποιήσαμε αυτό το όπλο για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, και μετά στράφηκε εναντίον μας.» (Le Monde, 19 Σεπτεμβρίου.) Ο παγκόσμιος πρωταθλητισμός στον οποίο αναφέρεται αυτός ο κύριος ήταν η πολιτική που έδωσε στη Γαλλία το περίφημο Κράτος Πρόνοιας, και, για παράδειγμα, ένα εθνικό σύστημα υγείας αξιοζήλευτο σε όλον τον κόσμο. Με την πρόφαση ότι «στράφηκε εναντίον μας» ό,τι χτίστηκε σε άλλες εποχές, τώρα σιγά σιγά το γκρεμίζουν.
Η οικονομική θεωρία της «προσφοράς» (που με απλά λόγια λέει ότι «διευκολύνοντας» φορολογικά και με άλλους τρόπους τις εταιρείες και το κεφάλαιο δημιουργείται ανάπτυξη και βελτιώνεται τελικά η ζωή όλων) έχει και αμείλικτους κριτές. Όσον αφορά τις μακρονικές επιδόσεις, ο οικονομολόγος Robert Boyer (διευθυντής σπουδών της EHESS (l’Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales) γράφει: «Παρά τη σθεναρή υποστήριξη των επιχειρήσεων, η κυβερνητική πολιτική δεν έχει κατορθώσει μια επιστροφή στην ανάπτυξη. […] Με διάφορους τρόπους, οι πολίτες έχουν διατυπώσει οικονομικά και κοινωνικά αιτήματα, που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν λόγω της μεγάλης μείωσης του ρυθμού ανάπτυξης. Γι’ αυτό το πολιτικό αδιέξοδο είναι και η έκφραση της προοδευτικής αποδυνάμωσης της γαλλικής οικονομίας. Για να καταλήξει: «Είτε λόγω της πίεσης που θα της ασκήσουν οι Γάλλοι είτε λόγω της πίεσης που θα της ασκήσουν οι αγορές, η νέα κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να συνεχίσει ατιμωρητί στον δρόμο που χάραξε ο Μακρόν» (Le Monde, 17 Σεπτεμβρίου).
Οι διαπραγματεύσεις για το ποιος θα περιληφθεί στην κυβέρνηση Μπαρνιέ αποδείχθηκαν ζόρικες. Πριν ακόμη ανακοινωθεί επισήμως η τελική λίστα, η Monde (20 Σεπτεμβρίου) έγραψε πως το προφίλ της ομάδας επιβεβαιώνει «ότι η πολιτική του Εμανουέλ Μακρόν παίρνει μια ακόμα δεξιότερη κατεύθυνση». «Η μόνη διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν από το 2017: αυτή τη φορά, η συμμαχία μεταξύ του προεδρικού στρατοπέδου και της δεξιάς είναι απολύτως ανοιχτή». Ενώ λοιπόν στις εκλογές ήρθε πρώτος ο Αριστερός συνασπισμός συγκεντρώνοντας 193 έδρες, η νέα κυβέρνηση της Γαλλίας είναι δεξιά. Την οικονομική πολιτική αυτής της δεξιάς ενδέχεται να κληθεί να διασφαλίσει η Ακροδεξιά. Για παράδειγμα, βουλευτής της Λεπέν δήλωσε αυτές τις μέρες πως η ομάδα του θα ψηφίσει υπέρ μιας πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησης Μπαρνιέ σε περίπτωση που οι τελευταίοι αποφασίσουν να αυξήσουν τους φόρους (για τις εταιρείες).
Στις αρχές Οκτώβρη, ο προϋπολογισμός θα πρέπει να ψηφιστεί από την πλειοψηφία των βουλευτών. Αν δεν συμβεί αυτό, η κυβέρνηση Μπαρνιέ θα μπορούσε να καταφύγει στο άρθρο 49.3 του συντάγματος, που επιτρέπει να εγκριθεί το κείμενο χωρίς ψήφο. Το συγκεκριμένο άρθρο κανονικά χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να γίνουν πολύ μικρές τροποποιήσεις, αφού ψηφιστεί από την πλειοψηφία το κείμενο του προϋπολογισμού. Να θυμηθούμε όμως πως έτσι «πέρασε» τελικά και ο προϋπολογισμός του 2023, με πολλαπλή χρήση (και κατάχρηση) του άρθρου 49.3. Αν όμως φτάσει ως εκεί το πράγμα ή και πριν φτάσει ως εκεί, η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί, αν υπογραφεί από την πλειοψηφία των βουλευτών πρόταση μομφής. (Οι ψήφοι των κομμάτων του Νέου Λαϊκού Μετώπου από μόνες τους δεν αρκούν για να ανατρέψουν την κυβέρνηση Μπαρνιέ, όμως μια τέτοια πλειοψηφία θα μπορούσε να σχηματιστεί αν, για παράδειγμα, τα κόμματα του Αριστερού συνασπισμού και το κόμμα της Λεπέν υπογράψουν από κοινού μια πρόταση μομφής). Είναι πιθανό όμως, στην αρχή τουλάχιστον, το κόμμα της Λεπέν να μη συμβάλει στο να ανατραπεί η κυβέρνηση, για να εξακολουθήσει να ασκεί πίεση.
Σ’ αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε ενώ γράφω αυτές τις γραμμές (21 Σεπτεμβρίου), και περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια, που αναμένεται αρκετά δραματική.
[1] Ας σημειωθεί πως έγιναν πολύ περισσότερες «υποχωρήσεις» (désistements) προς όφελος των Μακρονικών από υποψηφίους του Νέου Λαϊκού Μετώπου, από ό,τι το αντίστροφο. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου υποψήφιος κόμματος του Αριστερού συνασπισμού αποχώρησε δίνοντας στους εκλογείς του την εντολή να ψηφίσουν τον υποψήφιο του Μακρόν, προκειμένου να αποκλειστεί ο ακροδεξιός στην ίδια περιφέρεια. Ο Αριστερός συνασπισμός συνεργάστηκε με τους Μακρονικούς για να κλείσουν το δρόμο στην Ακροδεξιά.
[2] «Πιστεύετε πραγματικά πως ο Μακρόν σκόπευε να διορίσει κάποιον από την Αριστερά;» ρώτησε το νούμερο 2 στην ιεραρχία του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος. «Ήταν καθαρό δόλωμα και κάποιοι εσωτερικοί μας αντίπαλοι διαδίδουν αυτή τη μακρονική φήμη» [ότι αν τον είχαν υποστηρίξει, θα μπορούσε να βγει Σοσιαλιστής πρωθυπουργός]. (Η αιχμή αφορά την Ινταλγκό, τη Σοσιαλίστρια δήμαρχο του Παρισιού, που έχει διαφορές με το νούμερο 1 στην ιεραρχία του σοσιαλιστικού κόμματος –ειδικά απ’ όταν η πρώτη συγκέντρωσε μόνο 1,75% μετά την καμπάνια της για την προεδρία στις εκλογές του 2022, ειρωνεύτηκε ο Μελανσόν. Ας σημειωθεί πως μετά απ’ όλα αυτά η Ινταλγκό απέλυσε διακριτικά την Καστέ από το τελευταίο της πόστο της οικονομικής διευθύντριας στη δημαρχία.)

