Όταν έμενα στη Rue La Fontaine, θα πρέπει να πέρασα εκατοντάδες φορές μπροστά από την επιγραφή (χαραγμένη σε λευκή μαρμάρινη πλάκα): «Εδώ γεννήθηκε ο Marcel Proust στις 10 Ιουλίου 1871». Βρισκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω από μας, στο νούμερο 96 του δρόμου, σε κάποιο κτήριο χωρίς ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον –το σπίτι του αδερφού του παππού του Proust δεν έχει διασωθεί. Κι όμως, ξαφνιάστηκα βλέποντας φωτογραφία της αναμνηστικής πλάκας σε ένα άρθρο για την πρόσφατη έκδοση των Εβδομήντα Πέντε Σελίδων. Eίχα στο μεταξύ τελείως ξεχάσει πού γεννήθηκε ο Proust και ζούσα ήδη από καιρό κοντά στο Κοιμητήριο Père Lachaise όπου βρίσκεται ο τάφος του.
Πιο δύσκολα διαγράφονται απ’ τη μνήμη οι «σημαντικές λεπτομέρειες», πράγματα που κουβαλάνε συναισθηματικό φορτίο, που τα τυλίγει ένα κάποιο μυστήριο. Οι Εβδομήντα πέντε σελίδες έχουν μια τέτοια αύρα, και όχι μόνο επειδή αποτελούν την αρχαιότερη εμβρυϊκή στιγμή του μνημειώδους έργου του Proust Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.
Οι εβδομήντα πέντε σελίδες και άλλα ανέκδοτα χειρόγραφα (Les soixante-quinze feuillets et autres manuscrits inédits) κυκλοφόρησαν σε έναν τόμο 380 σελίδων τον περασμένο Μάρτιο από τις Εκδόσεις Gallimard, στα 150 χρόνια από τη γέννηση του Proust και λίγο πριν συμπληρωθούν 100 χρόνια από τον θάνατο του. Ειδικά οι Σελίδες είχαν θεωρηθεί χαμένες ή και ανύπαρκτες από πολλές γενιές ερευνητών, μέχρι να ανακαλυφθούν το 2018, μετά τον θάνατο του εκδότη Bernard de Fallois. Ο De Fallois είχε αναφερθεί στην ύπαρξη τους το 1954, προλογίζοντας την πρώτη έκδοση του έργου του Proust Contre Sainte-Beuve. Τις είχε χαρακτηρίσει «πολύτιμο οδηγό» για την κατανόηση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο και «ημερολόγιο της δημιουργίας του». Όμως το χειρόγραφο δεν βρέθηκε μέσα στο υλικό που δώρισε το 1962 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας η Suzy Mante-Proust (κόρη του γιατρού Robert Proust, αδερφού του Marcel). Γιατί δεν θέλησε να τις εκθέσει στο φως ο άνθρωπος που παρέδωσε στη δημοσιότητα ένα μεγάλο μέρος από το ανέκδοτο έργο του Proust είναι ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο.
Το 1949, ο De Fallois ήταν ένας 23χρονος σπουδαστής που είχε έρθει πρώτος στον υψηλού κύρους διαγωνισμό της Agrégation και είχε ξεκινήσει ένα διδακτορικό για τον Proust που τελικά δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Με τη μεσολάβηση του συγγραφέα André Maurois, ήρθε σε επαφή με την ανιψιά του Proust που του πρότεινε να τη βοηθήσει να επεξεργαστεί το υλικό που είχε περάσει στα δικά της χέρια μετά τον θάνατο του πατέρα της. Εικάζεται πως η Suzy Mante-Proust απευθύνθηκε σ’ εκείνον επειδή τότε ακόμη η Ακαδημία άφηνε να περάσουν δεκαετίες από τον θάνατο ενός συγγραφέα προτού ενδιαφερθεί για το έργο του.
Ενώ τα τετράδια του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο είχαν ήδη ταξινομηθεί, στη σοφίτα του σπιτιού της κυρίας Mante-Proust υπήρχε ακόμη άφθονο υλικό· γράμματα, άρθρα, αποδείξεις, προσκλήσεις, πρόχειρα με κάθε είδους σημειώσεις, μεταφράσεις. Ανάμεσά τους κι ένα χειρόγραφο σχεδόν χιλίων σελίδων με τίτλο Jean Santeuil –κάτι σαν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα («Μπορώ να αποκαλέσω το βιβλίο αυτό μυθιστόρημα;» έχει σημειώσει κάπου ο Proust), που θεματικά θεωρείται πρόδρομος του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.
Ο De Fallois έχει μιλήσει για τη συγκίνηση που του προκάλεσε αυτή η ανακάλυψη: Αποδείκνυε πως ο Proust δεν ήταν ένας dilettante που μια μέρα αποφάσισε να αποσυρθεί για να γράψει, όπως είχε θεωρηθεί. Στα εικοσιπέντε του είχε ήδη συλλάβει την ιδέα αυτού του τόσο μοναδικού βιβλίου και δαπάνησε απίστευτη ενέργεια για να την υλοποιήσει αφιερώνοντας χρόνια στη συγγραφή του, «μέχρι να βρει τελικά το κουράγιο και την πνευματική διαύγεια να το απαρνηθεί» […] «χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, γιατί ενώ το εγχείρημα προχωρούσε έφτασε να αντιληφθεί πως ήταν ακόμη κάτι κατώτερο απ’ αυτό που είχε φανταστεί και πως θα έπρεπε να περιμένει πριν τα ξαναρχίσει όλα απ’ την αρχή.» (Από συνέντευξή του στη Nathalie Mauriac Dyer, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Genesis το 2011.)
Όταν δημοσιεύτηκε ο Jean Santeuil, ο De Fallois κατηγορήθηκε ότι είχε καπηλευτεί το έργο και κανείς δεν βγήκε να τον υπερασπιστεί. Παρέμεινε ένας «outsider», παρά τη φήμη που απέκτησε ως μελετητής και εκδότης του Proust, και στη συνέχεια ευρύτερα ως εκδότης (υπήρξε γενικός διευθυντής των οίκων Hachette Livre και Presses de la Cité,πριν δημιουργήσει τον δικό του οίκο που εξέδωσε πάνω από 800 τίτλους σε μια τριακονταετία). Ακόμη και στον πρόλογο της πρόσφατης έκδοσης των Σελίδων, ο Jean-Yves Tadié, σημαντικός κριτικός και επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Σορβόννης, αναφέρεται περιφραστικά στον «πρώτο εκδότη» των κειμένων Jean Santeuil και Contre Sainte-Beuve, χωρίς να τον ονοματίζει. Το ίδιο έκανε και ο επιμελητής της πρώτης έκδοσης της Bibliothèque de la Pléiade που περιλαμβάνει μαζί με το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο και τα δύο παραπάνω έργα.
Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν αυτά σχετίζονται με τη στάση του De Fallois όσον αφορά τις Σελίδες, που συμπεριλαμβάνονταν επίσης στο αταξινόμητο υλικό της σοφίτας. Ή αν δεν τις εξέδωσε, απλώς γιατί ο ίδιος είχε θελήσει να κάνει πιο γνωστό και προσιτό τον Proust (ήταν εκείνος που τον έβγαλε σε «βιβλίο τσέπης» τη δεκαετία του ’60, χωρίς εισαγωγή ή κριτικό σημείωμα) και δεν τον συγκινούσε τόσο η προοπτική της φιλολογικής ανατομίας.
Το χειρόγραφο των Σελίδων περιλαμβάνει έξι μεγάλα επεισόδια που παραπέμπουν σε τέσσερα από τα βιβλία του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Από τη μεριά του Σουάν, Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, Η μεριά του Γκερμάντ, Η Αλμπερτίν αγνοούμενη), αποτελώντας έτσι την αρχαιότερη «στιγμή» όπου οι αφηγήσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν από τον Proust ως αναπόσπαστα μέρη ενόςόλου. Το κείμενο τοποθετείται στα τέλη του 1907 ή τις αρχές του 1908. Έχοντας εγκαταλείψει το μυθιστόρημα Jean Santeuil το 1899, φαίνεται ότι μέχρι το 1905 (οπότε και πέθανε η μητέρα του) ο Proust διένυσε μια δύσκολη περίοδο, από την οποία έμειναν δυο μεταφράσεις έργων του Βρετανού ιστορικού τέχνης John Ruskin και κάποια κείμενα που συνδυάζουν τη θεωρητική σκέψη και την αυτοβιογραφική εξιστόρηση[1]] Πρόκειται για τα κείμενα «Sentiments filiaux d’un parricide», «Mort d’une grand’mère», «Impressions de route en automobile»..
Τα πρόσωπα στις Σελίδες φέρουν ακόμη τα αληθινά τους ονόματα: Adèle (Berncastel) –η γιαγιά του Proust από την πλευρά της μητέρας του–, Jeanne (Weil Proust) –η μητέρα του–, και Marcel. Αναφέρεται ακόμη και ο αδερφός του, που δεν επέζησε ως χαρακτήρας στην τελική μορφή του έργου. Στον εβραϊκής καταγωγής αδερφό του παππού του Louis Weil είναι εν μέρει βασισμένος ένας από τους κεντρικούς ήρωες, ο Σουάν (Charles Swann). Τις «μεταμορφώσεις» αυτών των προσώπων ανιχνεύει η μελέτη της Nathalie Mauriac Dyer (πρόκειται για τη δισέγγονη του Robert Proust, και εγγονή, από την άλλη πλευρά, του François Mauriac) που περιλαμβάνεται στον ίδιο τόμο. Το κείμενο των Σελίδων είναι σμιλεμένο, όπως όμως σημειώνει στην εισαγωγή ο Tadié, βρισκόμαστε ακόμη πριν την καμπή όπου η ακούσια μνήμη (mémoire involontaire) θα γίνει ηθελημένα το κλειδί της εξιστόρησης, πολύτιμο εργαλείο στην οργάνωσης της αφήγησης. Για τον φιλοπερίεργο αναγνώστη, ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της έκδοσης είναι ότι περιλαμβάνει και άλλα σχετικά χειρόγραφα, προγενέστερα και μεταγενέστερα των Σελίδων, δίνοντας πρόσβαση στα αρχαιολογικά στρώματα της γένεσης του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο.
Κλείνω παραθέτοντας ένα μικρό απόσπασμα, σε δική μου μετάφραση. Προέρχεται από την ενότητα Μια βραδιά στην εξοχή (οι τίτλοι δεν δόθηκαν από τον Proust), και, πιο συγκεκριμένα, από την αφήγηση που αφορά το περίφημο βραδινό φιλί.
[Σελίδα 9 – με τη στίξη του πρωτότυπου]
Αλλά εκείνο το βράδυ θα υποχρεωνόμουν να της πω αντίο μισή ώρα πριν πάω να πλαγιάσω. Τα είχα όλα δοκιμάσει, την είχα παρακαλέσει, είχα τολμήσει να το ζητήσω απ’ τον Μπαμπά, είχα γράψει ένα σημειωματάκι στη γιαγιά μου, είχα πέσει στα γόνατα της Mαμάς. Όλα αυτά δεν χρησίμευσαν σε τίποτα. Και με ξύπασε ο ήχος από το κουδούνι της πόρτας, το κουδούνισμα του κ. Ντε Μπρετβίλ. Αυτό το φιλί που η γλύκα του θα έπρεπε να διαρκέσει τόσο πολύ χωρίς να διαλυθεί, στη βεράντα κατά τη διάρκεια του δείπνου μου και στη σκάλα μέχρι να φτάσω στο δωμάτιό μου, να που τώρα δεν μπορούσα ούτε καν να της το δώσω, μόνος, συγκεντρώνοντας το μυαλό μου, όπως ένα μανιακός συγκεντρώνει την προσοχή του κλείνοντας την πόρτα του για να είναι σίγουρος πως την έκλεισε κι όταν το ξαναθυμηθεί λίγα λεπτά αργότερα να διαλύσει την αμφιβολία με ακέραια την ανάμνηση της στιγμής που την έκλεινε. Η Μαμά με φίλησε βιαστικά, την τραβούσα ενώ με παρακαλούσε και με απωθούσε από φόβο πως αυτά τα καμώματα θα εκνεύριζαν τον Μπαμπά, το ελαφρύ γαλάζιο της φόρεμα με τα ψάθινα κορδονάκια ξέφυγε απ’ τα χέρια μου, μου είπε σε τόνο επίπληξης αλλά πιο γλυκά από άλλες φορές για να αποφύγει να μου δημιουργήσει κι άλλες αγωνίες: «Θα δούμε θα δούμε, αγάπη μου», ο πατέρας μου εκείνη τη στιγμή γύρισε έξαλλος «Θα δούμε Jeanne είναι γελοίο», και σώθηκα, αλλά ένιωθα πως η καρδιά μου δεν μπορούσε να έρθει μαζί μου κι είχε μείνει κοντά στη Μαμά που δεν της είχε δώσει με το συνηθισμένο της φιλί την άδεια να την εγκαταλείψει και να με ακολουθήσει.
