Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Βαγγέλης Κούμπουλης

Με αφορμή τον «Καποδίστρια» του Σμαραγδή

Η αλήθεια είναι πως το σκέφτηκα πολύ. Κυρίως, αν αξίζει τον κόπο να μπω στη διαδικασία να γράψω για κάτι τέτοιο. Αλλά σε μια χώρα που άποψη για την Ιστορία –τέτοια που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση!– έχουν μηχανικοί και δικηγόροι, σε μια χώρα που άποψη για τον Κινηματογράφο έχουν γιατροί και μαθηματικοί (και σαφώς, τόσο για Ιστορία όσο και για Κινηματογράφο, έχουν άποψη και την εκφράζουν δημόσια και πλήθος πλήθος άλλοι), ε, ίσως είναι χρήσιμο –αν όχι υποχρεωτικό– να εκφράσει άποψη κι ένας ιστορικός που τυγχάνει ταυτόχρονα να είναι θεατρολόγος, όπως ο γράφων.

Θα το πιάσω ανάποδα. Θα μιλήσω πρώτα για τον Κινηματογράφο και κατόπιν για την Ιστορία. Και κάπως γενικά. Ας μιλήσουμε λοιπόν για το γούστο.

Γούστο ή αλλιώς taste, που διαφέρει από το liking ή το preference: είναι αυτό που διαμορφώνεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, μετά από προσπάθεια, μετά από κοπιώδη προσπάθεια, μελέτη, παρατήρηση. Είναι αυτό που σου επιτρέπει να ξέρεις αν κάτι «σου αρέσει» ή όχι, αν σου ταιριάζει ή όχι, αν σε ενδιαφέρει ή όχι, αν σε αφορά ή όχι, χωρίς να είναι απαραίτητο να χρειάζεται να το επιβεβαιώσεις εμπειρικά, να «δοκιμάσεις» δηλαδή.

Συνελόντι ειπείν, μπορώ να έχω άποψη (προσωπική) για μια ταινία που σκηνοθετεί ο Γιάννης Σμαραγδής ή ο Γιώργος Λάνθιμος, χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να τη δω, να ξέρω από πριν αν αξίζει (για μένα), μια παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας ή ο Σίμος Κακάλας χωρίς να χρειάζεται να πάω στο θέατρο, να ξέρω αν αξίζει ένα λογοτεχνικό πόνημα του Αυγούστου Κορτώ ή του Αχιλλέα Κυριακίδη, χωρίς να πρέπει να το ξεφυλλίσω καν στο βιβλιοπωλείο, να γνωρίζω αν έχει κάτι νέο να μου προσφέρει μια μελέτη για το μικρασιατικό γραμμένη από τον Βλάση Αγτζίδη ή τον Σπύρο Πλουμίδη, χωρίς να χρειάζεται να εντρυφήσω σε αυτή, και εν τέλει, αν μου αρέσει ένα πιάτο βασισμένο στο αρνίσιο ή το κατσικίσιο κρέας ή τιγκαρισμένο στο σκόρδο, χωρίς να συντρέχει λόγος καν να το μυρίσω.

Αυτό είναι το γούστο. Το taste. Αν, όντας μεσήλικας, δεν το έχω διαμορφώσει ήδη, δεν το έχω χτίσει, τότε μοιάζω με εκείνον που πρέπει να βάλει την παλάμη του πάνω στο αναμμένο μάτι της κουζίνας για να βεβαιωθεί ότι καίει.

Άρα, δεν ισχύει το επιχείρημα πως «πρέπει να δω την ταινία για να διαμορφώσω άποψη». Όχι, δεν είναι απαραίτητο. Ως εκ τούτου, λογικό είναι και πολλοί να εκφράζουν άποψη και γνώμη, θετική ή αρνητική, χωρίς να έχουν δει την ταινία. Ούτως ή άλλως –κι ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον– ο δημόσιος λόγος σχετικά με την ταινία, δεν αφορά στην ταινία. Ας μην κρυβόμαστε. Το ζήτημα καθίσταται πρωτίστως «ιδεολογικό» –όχι κάτι σοβαρό δηλαδή, όπως όλα τα «ιδεολογικά» ζητήματα στην Ελλάδα.

Οι υποστηρικτές της ταινίας δεν ενδιαφέρονται ούτε για το αισθητικό αποτέλεσμα, ούτε για την ιστορική ακρίβεια. Αρκεί η χριστιανοπατριωτική προσέγγιση του σκηνοθέτη, για να αποφαίνονται θετικά γι’ αυτήν. Στον αντίποδα, οι πολέμιοι, επίσης δεν έχουν –όσο κι αν το επικαλούνται– πρόβλημα κυρίως με την ταινία ως έργο τέχνης ή με τις ιστορικές αυθαιρεσίες του σκηνοθέτη: τους ενοχλεί η προσέγγισή του και η θεματική καθαυτή. Το λάθος που κάνουν τόσο οι μεν όσο και οι δε, είναι πως, αφενός δεν είναι δυνατόν στο όνομα του Έθνους και της Ορθοδοξίας να καταπίνει κανείς αμάσητη μια ταινία χαμηλότατου επιπέδου, συνωμοσιολογικής διάθεσης και ιστορικής μονομέρειας, από την άλλη δε, πως δεν είναι δυνατόν, το μόνο πράγμα που αξίζει να κινηματογραφείται να είναι οι θεματικές του –πολύ καλού κατά τα λοιπά– Γιώργου Λάνθιμου και του εξίσου εξαιρετικού Γιάννη Οικονομίδη. Κι αυτό ακόμη, κάπου έχει αρχίσει να κουράσει. Οπωσδήποτε δε, αν κάτι αξίζει να μελετηθεί σοβαρά, είναι η μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της ταινίας. Χρήσιμο θα ήταν να αποφευχθούν οι εν τέλει απλοϊκές αφ’ υψηλού προσεγγίσεις και να αναρωτηθούμε γιατί τελικά συμβαίνει αυτό που συμβαίνει.

Και για να πάμε στο κομμάτι της Ιστορίας, εδώ είχαμε έναν άλλου είδους διχασμό, ο οποίος και αυτός αναφερόταν και στην ταινία. Ήταν η οπτική μέσα από την οποία ο καθένας έβλεπε και βλέπει τον Ιωάννη Καποδίστρια. Τύραννος, πατέρας του Έθνους, πατριώτης, όργανο των Ρώσων, αυταρχικός, ευρωπαϊστής, φιλόπατρις, αδιάφορος και στυγνός, ανάλογα με τα γυαλιά που φοράει κανείς, ανάλογος είναι και ο Καποδίστριάς του. Πριν από 4 χρόνια, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης. Αν και η επικρατούσα τότε πανδημία, άλλαξε πολλά σε σχέση με τον ευρύτερο σχεδιασμό της Πολιτείας αλλά και διάφορων φορέων, ωστόσο έγιναν αρκετές εκδηλώσεις, ενώ υπήρξε και μια μεγάλη και σημαντική εκδοτική προσπάθεια που αφορούσε βιβλία και μελέτες αναφορικά με την Ελληνική Επανάσταση και τους φορείς της. Όποιος λοιπόν είχε καημό και ενδιαφέρον να αποκτήσει μια πιο πλήρη και πιο σφαιρική άποψη για την Ελληνική Επανάσταση, πέραν όσων μπορεί να θυμόταν από τα σχολικά του χρόνια, υπήρξε μια χρυσή ευκαιρία να μάθει από σοβαρούς και υπεύθυνους, ειδικούς επιστήμονες, προκειμένου να διαμορφώσει μια, όσο το δυνατόν πιο πλήρη εικόνα. Ωστόσο, λίγοι ήταν εκείνοι που πραγματικά αξιοποίησαν εκείνη την ευκαιρία, προφανώς γιατί λίγοι πραγματικά ενδιαφέρονταν. Οι περισσότεροι «έχουν ήδη άποψη».

Αυτό όμως που είναι εντυπωσιακό και που το συναντά κανείς ακόμη και στους ακαδημαϊκούς κύκλους, είναι αφενός η αδυναμία μας «να μπούμε στα παπούτσια των ανθρώπων της εποχής» και αφετέρου το ότι δυσκολευόμαστε ακόμη και σήμερα να κατανοήσουμε ότι κάθε επανάσταση, όχι μόνο η Ελληνική, είναι ένα γεγονός πολυσύνθετο, και δεν χωρούν απλοποιήσεις. Με δυο  λόγια, δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί». Οι αγωνιστές, οι Φαναριώτες, οι κοτζαμπάσηδες, οι ναυτικοί, ο Καποδίστριας, οι Φιλικοί, η Εκκλησία, είναι φορείς του Αγώνα με τη δική του αξία ο καθένας, με τη δική του συνεισφορά. Διαφορετικοί φορείς. Που ακόμη και μέσα στην ίδια ομάδα, δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα ή τις ίδιες αντιλήψεις. Που οι αλλαγές που συντελούνται μέσα στα χρόνια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας είναι κοσμογονικές. Στοιχεία που συναντά κανείς και στη Γαλλική Επανάσταση, και στις επαναστάσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας (σε μικρότερο βαθμό), στη Λατινική Αμερική, ακόμη και στη Ρωσική. Υπάρχουν παντού κάποια ενοποιητικά στοιχεία (πχ «να περιοριστούν οι βασιλικές εξουσίες» στη Γαλλία ή «να φύγουν οι Τούρκοι» στην Ελλάδα), αλλά από εκεί και πέρα επικρατεί χάος.

Πώς λοιπόν να κρίνει κανείς μονοδιάστατα ανθρώπους όπως ο Καποδίστριας, ο Μαυροκορδάτος, ή ο Κολοκοτρώνης, ή ο Μαυρομιχάλης; Και μάλιστα, μέσα στο εντελώς ρευστό πολιτικό σκηνικό τόσο της επαναστατημένης και μετεπαναστατικής Ελλάδας όσο και στην μεταναπολεόντεια Ευρώπη. Με δυο λόγια, δεν υπάρχει περιθώριο να αγιογραφήσει κανείς ή να δαιμονοποιήσει πρόσωπα ή ομάδες στην Επανάσταση, χωρίς να οδηγηθεί σε ιστορικά ψεύδη και ανακρίβειες. Τα ιστορικά υποκείμενα είναι δρώντα πρόσωπα σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο. Εμείς κρίνουμε από την άνεση της χρονικής απόστασης από τα γεγονότα. Κι από την άλλη, είναι πραγματικά αστείο στην Ελλάδα του ΟΠΕΚΕΠΕ, να κατηγορούνται π.χ. οι Μαυρομιχαλαίοι γιατί δεν ήθελαν η Μάνη να πληρώνει φόρους ή να κατηγορείται ο Καποδίστριας για αυταρχισμό, ωσάν το καθεστώς του Σουλτάνου προηγουμένως να αποτελούσε πρότυπο δημοκρατικής διακυβέρνησης και ευνομίας (πόσο μάλλον όταν πουθενά στην Ευρώπη δεν υπήρχε τότε δημοκρατικό καθεστώς κι εξάλλου, ας μην ξεχνάμε, πως εδώ, η Ελλαδίτσα, ήταν η πρώτη χώρα που καθιέρωσε την καθολική ψήφο των ανδρών, τον Μάρτιο του 1844).

Κύλιση στην κορυφή