Νάσια Διονυσίου

Με ενδιαφέρει η αποτύπωση και ανάπλαση του ακαριαίου της στιγμής

Θυμάμαι πως την πρώτη πρόταση που έγραψα την αποτελούσαν πέντε λέξεις, η μία ήταν η λέξη «λαγός». Ίσως να πήγαινα τότε στην πρώτη δημοτικού, μπορεί και να ήμουν μικρότερη. Θυμάμαι την έκσταση που ένιωσα και την περηφάνεια – είχα καταφέρει με αυτά τα είκοσι τέσσερα περίεργα σχηματάκια να φτιάξω πέντε λέξεις, να τις βάλω σε μια σειρά κι αυτές αθροιστικά να λένε κάτι, να έχουν μια σημασία. Αυτή η άγνοια κι ο δισταγμός μπροστά στις λέξεις κι αυτό το δέος κάθε φορά που κατορθώνω να αποκρυσταλλώσω ένα νόημα που υπερβαίνει το αρχικό νόημα των λέξεων και των ερεθισμάτων, δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ. Γι’ αυτό και ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω, ενώ ταυτόχρονα σ’ όλη τη ζωή μου υπήρξα φανατική αναγνώστρια∙ οι συγγραφείς που έχω αγαπήσει είναι κι αυτοί που, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο, έχουν καθορίσει το σε ποιον άνθρωπο και συγγραφέα έχω εξελιχθεί. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Ντοστογιέφσκι, ο Τσέχοφ, η Γουλφ, ο Μπέρνχαρντ, ο Χειμωνάς, ο Κρασναχορκάι, η Έρπενμπεκ. 

Η απόφαση, ωστόσο, να αναζητήσω τη δική μου συγγραφική φωνή ήρθε σχετικά αργά, σε μια περίοδο που παιδευόμουν από συναισθήματα κι ερωτήματα που γύρευαν να προσδιοριστούν, να βρουν μορφή, να  εκφραστούν. Την ίδια εκείνη περίοδο άρχισα να πληροφορούμαι για μαθήματα δημιουργικής γραφής και μου φάνηκε πως θα ήταν ωφέλιμη η διερεύνηση των τρόπων, με τους οποίους αταξινόμητες και άτακτες εμμονές κι εντυπώσεις μπορούν να μετασχηματιστούν σε μυθοπλασία και σ’ ένα λόγο οργανωμένο και αισθητικά άρτιο, με ακρίβεια και πολλαπλότητα σημασιών, που να αφορά δυνητικά περισσότερους ανθρώπους. Παρότι αγαπώ απελπισμένα την ποίηση, επέλεξα να μαθητεύσω στη μικρή φόρμα γιατί με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η αποτύπωση και ανάπλαση του ακαριαίου της στιγμής και η εμβάθυνση στον διχασμό ανάμεσα σε εκείνο που δηλώνεται και στο άλλο που αποσιωπάται. Δάσκαλοί μου υπήρξαν ο Μισέλ Φάις και ο Δημήτρης Τανούδης, χωρίς τους οποίους δεν θα είχα τολμήσει να δοκιμάσω τις δυνατότητες και τις προοπτικές της γραφής μου, αλλά ούτε και να τολμήσω την έκθεση της έκδοσης.

Βέβαια, από την ικανοποίηση της δημιουργίας μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου ο δρόμος είναι συνήθως μακρύς, αφού λίγο το γεγονός ότι ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας είναι εξ ορισμού ένας άγνωστος συγγραφέας, λίγο η πληθώρα των βιβλίων που προτείνονται σήμερα προς έκδοση, σε συνδυασμό με το μικρό αναγνωστικό κοινό και τις παρατεταμένες οικονομικές και άλλες κρίσεις, θέτουν όρια στις ευκαιρίες που έχει κάποιος να δει το βιβλίο του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Στη δική μου περίπτωση τα πράγματα δεν στάθηκαν τελικά τόσο δύσκολα, αφού λίγο μετά την ολοκλήρωση της συλλογής διηγημάτων μου, με τίτλο Περιττή Ομορφιά, είχα την τιμή αυτή να εκδοθεί από «Το Ροδακιό» και από πολύ νωρίς να συναντηθεί ουσιαστικά με ανθρώπους, τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα, οι οποίοι την εκτίμησαν και την ανέδειξαν, μέσω κριτικών παρουσιάσεων ή και μεταφράσεων, που περιλήφθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ένθετα ή προωθήθηκαν διαδικτυακά. Πέραν τούτων, στην προβολή του βιβλίου συνέβαλε κι η συμμετοχή μου σε εκδηλώσεις, εκθέσεις βιβλίου και λέσχες ανάγνωσης, όπως τη Φάλαινα, ενώ η Περιττή Ομορφιά έγινε περισσότερο γνωστή όταν απέσπασε το κρατικό βραβείο της Κύπρου, στην κατηγορία Διήγημα – Νουβέλα, καθώς και όταν συμπεριλήφθηκε στη μικρή λίστα βραβείων του Αναγνώστη, στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

Για να ξεχωρίσει το βιβλίο κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα πρέπει πάνω απ’ όλα να είναι καλό βιβλίο. Άλλοι παράγοντες που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην προώθησή του είναι ενδεχομένως η αναγνωρισιμότητα κι η δυναμική του οίκου που το εκδίδει, η λογοτεχνική συγκυρία, καθώς κι η ατομική διάθεση του ίδιου του συγγραφέα για δικτύωση και επικοινωνία. Ας μην ξεχνούμε ότι η ψηφιακή εποχή στην οποία ζούμε δημιουργεί φοβερά ευνοϊκές συνθήκες για την ενεργή συμμετοχή των ίδιων των συγγραφέων στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι, για την αδιαμεσολάβητη συνομιλία τους με ομότεχνούς τους, αλλά και τους αναγνώστες, και για μια πιο διευρυμένη ορατότητα. Ταυτόχρονα, οι βιβλιοκριτικές και τα λογοτεχνικά βραβεία διευκολύνουν σημαντικά την πρόσληψη ενός βιβλίου και την προσέγγιση μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη, υπό τον όρο ότι δεν υπακούν σε αποπροσανατολιστικές λογικές δημοσιών σχέσεων ή κλειστών οικοσυστημάτων.     

Από την έκδοση της  Περιττής Ομορφιάς μέχρι σήμερα, καινούργια κείμενά μου έχουν δημοσιευθεί σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ άλλα παρουσιάστηκαν σε φεστιβάλ λογοτεχνίας, θεάτρου και κινηματογράφου. Αυτή τη στιγμή αποτελώ μέρος της συγγραφικής ομάδας ενός θεατρικού έργου, το οποίο, έχοντας λάβει χορηγία από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, θα ανέβει στη σκηνή αυτό τον χειμώνα. Ταυτόχρονα, βρίσκομαι στα τελικά στάδια της επιμέλειας του δεύτερου μου βιβλίου, το οποίο θα εκδοθεί τον επόμενο χρόνο. Πρόκειται για νουβέλα, μέσα από την οποία ξεδιπλώνεται η ιστορία των βρετανικών στρατοπέδων της Αμμοχώστου, εκεί όπου, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο πριν την ίδρυση του Ισραήλ, κρατήθηκαν Εβραίοι πρόσφυγες.

Κύλιση στην κορυφή