Το αίτημα του Φρέατος έφτασε μια μέρα του Ιουλίου: «Ζητάμε πρωτίστως ένα προσωπικό κείμενο και όχι απαντήσεις σαν να πρόκειται για προσωπική συνέντευξη», μου ξεκαθάριζε η διεύθυνση του περιοδικού. Πόσο προσωπικό; Αναρωτιόμουν. Ποιο προσωπικό αντέχει στην αρένα του διαδικτύου απροστάτευτο (και πώς το προστατεύεις); Και ποιον, στο φινάλε, μπορεί να ενδιαφέρει; Πώς ξεκίνησα να γράφω, πώς συνεχίζω, γιατί συνεχίζω. Ποιοι μ’ έχουν επηρεάσει (πολλοί και πολλά, ευτυχώς όχι όλα απ’ το θέατρο) και ποιοι μ’ έχουν αφήσει αδιάφορο (πιο πολλοί και πιο πολλά). Τι γράφω τώρα (τίποτα. Αλλά πάντα κάτι γράφεται μόνο του.) Τι γνώμη έχω για το σημερινό θεατρικό παρόν (μεγάλη και δυσάρεστη συζήτηση) και τι πιστεύω για τη νεοελληνική δραματουργία (το θέμα είναι ποιος την πιστεύει).
Είπα: θα απαντήσω όπως μπορώ. Μόνο και μόνο από περιέργεια να δω πώς θ’ απαντούσα. Έτσι όπως γράφω: από περιέργεια να δω τι θα γράψω.
Το πρώτο μου θεατρικό έργο γράφτηκε το 1994 και ανέβηκε την επόμενη χρονιά. Έχουν περάσει… πόσα; Τόσα χρόνια. Έχουν αλλάξει πολλά (εντός κι εκτός) και τίποτα. Η στάση πάντως του σώματος καθώς πληκτρολογεί έμεινε ίδια. Κάθε φορά με ξεβράζει μπροστά στην άδεια σελίδα του υπολογιστή το κύμα μιας σκέψης, μιας εικόνας, μιας κουβέντας αδέσποτης που σαν κάτι να θέλει να πει, αλλά χρειάζεται κόπος για να το ακούσεις ολόκληρο. Κάθε φορά το παλεύω σα να είναι η πρώτη και κάθε φορά καταλαβαίνω ότι δεν είναι η πρώτη φορά, όλες οι προηγούμενες φορές είναι παρούσες κι έτοιμες να υποστηρίξουν (κάπου κάπου και να χειροκροτήσουν) την τελευταία.
Άλλες φορές γράφω από θυμό, άλλες από απόγνωση, άλλες γιατί αυτό είναι το μόνο που ξέρω να κάνω. Με την επιμονή χειρώνακτα αποφασισμένου να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα μπορεί και τη βεβαιότητα ότι αυτή η δουλειά τις πιο πολλές φορές θα κακοπληρωθεί, καθώς κανένας (ή πολλοί λίγοι) την πολυπαίρνουν στα σοβαρά. Ξέρω –και φροντίζω πάντα να το θυμάμαι– ότι το θέατρο δεν μ’ έχει καμιά ανάγκη, σκασίλα του. Εγώ το έχω, δηλαδή μπορεί και να το έχω. Όχι ότι δεν μπορώ να κάνω χωρίς αυτό, αλλά γιατί «χωρίς αυτό» κάτι στραβώνει στην ευθεία μου.
Δεν έχω καμιά αυταπάτη. Κανείς δεν περιμένει τίποτα από μας, εμείς όμως το δίνουμε. Μπορεί να έχει νόημα, μπορεί και όχι. Αλλά το δίνουμε. Σ’ έναν αόριστο αριθμό ανθρώπων που πολλοί απ’ αυτούς δεν μοιάζει να το έχουν και ιδιαίτερη ανάγκη. Οπότε, λέω, ας περάσει έξω ο ναρκισσισμός και η εγωμανία μας. Ας σταματήσουν οι αυτοαναφορές, η ακατάσχετη παράθεση απόψεων, οι αλλεπάλληλες απόπειρες να διαδώσουμε τα κεφάλαια της φαντασμαγορικής αυτοβιογραφίας μας, οι αφορισμοί, τα σηκωμένα δάχτυλα (και τα άλλα στη σκανδάλη) και οι εύκολες, αβασάνιστες κριτικές. Ας βουλώσουμε τ’ αυτιά μας στους τριγμούς της ματαιοδοξίας και στις εκρήξεις της αλαζονείας μας. Ο κόσμος (όλος ο κόσμος, αυτός που είναι μια σκηνή) δεν γυρίζει γύρω από μας. Ούτε οι λέξεις μας σημαίνουν αυτό που πιστεύουμε ότι σημαίνουν. Η σημασία τους έρχεται από όσους τις ακούνε. Αν τις ακούει κανείς και δε χαζολογάει στο κινητό του την ώρα της παράστασης.
Και όχι, δεν είμαι ούτε απογοητευμένος ούτε απαισιόδοξος. Απλώς, καμιά φορά βαριέμαι να γράφω. Λέω όχι πάλι, όχι άλλα ταξίδια σ’ αυτό το παράλληλο σύμπαν των σχεδιασμάτων, των σημειώσεων, των αποσπασματικών διαλόγων μέχρι να ενωθούν σε σάρκα μία και να φανερωθεί το σώμα του κειμένου άσπιλο και αμόλυντο από τις λογής ερμηνείες και «ερμηνείες» του. Όχι άλλο φλερτ με την αποτυχία, όχι άλλες σαμπάνιες για την επιτυχία. Όχι άλλες προσδοκίες, κριτικές, εισιτήρια… Σκύψε και ράψε το ρούχο σου με υπομονή και πίστη ότι όλο και κάποιος θα βρεθεί να το φορέσει και να συνεχίσει τη βόλτα του περιχαρής. Χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο. Τόσο απλά είναι, μέσα στην αβάσταχτη πολυπλοκότητά τους, τα πράγματα.

