Νικήτας Κακλαμάνης

Με την προίκα της πρώτης μας νιότης

Είναι καθαρή τύχη, για να μην πω προνόμιο, να ζήσω την παιδική και νεανική μου ηλικία μέσα στο σκηνικό μιας δεκαετίας νοσταλγικής, που φάνταζε τότε σαν υπόσχεση για μια διαφορετική Ελλάδα. Αν και η βεβαιότητα έδωσε τη θέση της στη διάψευση προς το τέλος της δεκαετίας, τα χρόνια του 1960 ήταν και παραμένουν ορόσημο φωτεινό για όσους πήραμε μια γεύση τους.

Αν και είμαι της άποψης ότι ο άνθρωπος ενηλικιώνεται σταδιακά και όχι πατώντας τα δεκαοκτώ του χρόνια, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι τα ερεθίσματα που επισώρευσα άτακτα από τα χρόνια της εφηβείας έως και τα είκοσι πέντε μου, ήταν καθοριστικά για τον χαρακτήρα μου, όταν πια απέκτησα την ικανότητα να τα αξιολογήσω και να τα ενσωματώσω σε έναν απόλυτα προσωπικό κώδικα.

Κάπως έτσι λοιπόν, ένας μικρός Ανδριώτης που πήρε το καράβι από το νησί για την Αθήνα, βρέθηκε τότε στην πρωτεύουσα με σκοπό να προετοιμαστεί για τις εισαγωγικές στην Ιατρική. Κι έτσι, από ανυποψίαστος, αλλά πάντα ανήσυχος καπετάν φασαρίας του νησιού, κατέληξα με το στόμα ανοιχτό να «βομβαρδίζομαι» από εικόνες πρωτόγνωρες, στην Αθήνα της δεκαετίας του ‘60.

Με την εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο ξεκίνησε και το ταξίδι σε νέες θάλασσες. Αυτές που μετρούσαν ήδη αρκετά κύματα, για να μην πω φουρτούνες… Όντας πολιτικοποιημένος από νωρίς και από επιλογή, είχα το αντανακλαστικό να παρακολουθώ και να ερμηνεύω γεγονότα και εξελίξεις που –χωρίς να το γνωρίζω τότε– σφράγισαν την πορεία μας μέσα στα επόμενα χρόνια.

Έτσι βρέθηκα μπροστά σε αρκετά παράδοξα: από την εποχή της μετεμφυλιακής ανάκαμψης και του ζενίθ της οικονομικής ανάπτυξης αλλά, κυρίως, της υπογραφής συμφωνίας για την πλήρη ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από την κυβέρνηση Καραμανλή, μέχρι τις μικροκομματικές συγκρούσεις και τις απόπειρες αποσταθεροποίησης. Αυτές ειδικά αποτέλεσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αναλάβει δράση το περιθώριο, καταστρώνοντας τη δική του ατζέντα που πήρε σάρκα και οστά με τη δολοφονία του Λαμπράκη. Αν και μικρός και άπειρος τότε, διαισθανόμουν ότι τίποτε από όσα μας διηγούνταν οι γονείς και οι παππούδες μας για τα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής και των συνεργατών της, δεν είχε λάβει οριστικό τέλος. Γιατί αυτό το περιθώριο εξακολουθούσε να σέρνεται στο σκοτάδι. Και δυστυχώς η διαίσθηση αυτή επαληθεύτηκε στα επόμενα χρόνια μέσα από τις εξελίξεις, μέσα από την à la carte πολιτική εκμετάλλευση των γεγονότων και, μερικά χρόνια μετά, με τη χούντα των συνταγματαρχών.

Λίγο πριν όμως από το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» με όλα τα δεινά της Επταετίας, η ζωή ήταν εντυπωσιακή. Ήταν για κάθε νέο μια πολύχρωμη «γιορτή» για τον νου και την καρδιά. Έτσι, κάθε μικρό και αδέξιο παλικαράκι σαν την αφεντιά μου, ανοιγόταν για πρώτη φορά στον κόσμο. Ελευθερία! Ελευθερία από γονείς-Κέρβερους, ελευθερία από τα «πρέπει», από τις κοινωνικές συμβάσεις.

Έτσι τα «πρέπει» έγιναν «θέλω» και συμπαρέσυραν μαζί τους ένα καράβι όνειρα για τον κόσμο όπως θα έπρεπε να είναι. Πάντα με την αναγκαία δημιουργική αμφισβήτηση. Με την αυτονόητη απελευθέρωση των φύλων και των τάξεων. Με την ισότητα και την αυτοδιάθεσή τους. Με τη διεκδίκηση δικαιωμάτων και όχι με τον ευτελισμό τους, όπως σήμερα με τον άσκοπο δικαιωματισμό. Με μια κοινωνία ανοιχτή σε προκλήσεις, σε ερεθίσματα, σε αλλαγές.

Αυτά που τροφοδοτούσαν τις μεγάλες πλέον παρέες μας, ήταν εκείνα που συνέβαιναν στην Ελλάδα και τον κόσμο, με απαραίτητη «καύσιμη ύλη» την Τέχνη και το Γράμματα.

Αν και η τηλεόραση είχε κάνει δειλά-δειλά τα πρώτα της βήματα, εμείς εξακολουθούσαμε να «ψηφίζουμε» βιβλία και θεάματα. Από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας παρακολουθούμε εκστατικοί την παγκόσμια αναγνώριση του Σεφέρη και του Ελύτη, τις συνεργασίες τους με εικαστικούς όπως ο Μόραλης, αλλά και τους νεωτεριστές όπως ο Πεντζίκης, ο Χειμωνάς και η Αξιώτη. Την ώρα που έγραφε ο Ταχτσής, ο Σαμαράκης και ο Βασιλικός, νιώθαμε πως στο βάθος, πλάι στον μουσικό μας πατριάρχη Μάνο Χατζιδάκι, ακουγόταν ο Μίκης, ο Σαββόπουλος, ο Λοΐζος, ο Ξαρχάκος και το Νέο Κύμα.


Καταιγισμός εικόνων και εντυπώσεων… Όταν κάποτε άνοιγε η κουίντα για εμάς τους τυχερούς που σπάνια καταφέρναμε να εξασφαλίσουμε ένα εισιτήριο μέσα στις ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες, αντικρίζαμε στη σκηνή την Παξινού, τον Χορν και τη Λαμπέτη με μάτια ορθάνοιχτα και υγρά από τη συγκίνηση…

Αλλά και τη Μελίνα που, στον σημαντικότερο ρόλο της ζωής της, ήδη σχεδίαζε νοερά ένα Μουσείο για την Ακρόπολη, με στόχο την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα.

Πρακτικά «αιχμάλωτοι» σε ένα ονειρικό σκηνικό, μαθαίναμε εκστατικοί για τους Πέρσες του Κουν, για την Κάλλας στην Επίδαυρο, για τον Νουρέγιεφ, την Φοντέιν και τον Κάραγιαν στο Ηρώδειο. Ή για τον Ωνάση και τον Ντε Γκωλ που περπατούσαν στους ίδιους δρόμους με εμάς.

Τα περισσότερα από αυτά ήταν για εμάς σχεδόν αστικοί μύθοι. Δυσπρόσιτοι, αν όχι άπιαστοι. Και έτσι, στον δικό μας μικρόκοσμο, φτιάχναμε αόρατες πνευματικές συνάψεις μέρα με τη μέρα. Στα ταβερνάκια της Πλάκας, των Εξαρχείων και του Μεταξουργείου ανταλλάσσαμε σκέψεις, ειδήσεις και κλεφτές ματιές με τα είδωλά μας που σύχναζαν κι αυτά στα μέρη μας. Ή στα πάρτυ με το βερμούτ στο χέρι, όπου έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις για όσα βλέπαμε, για όσα ακούγαμε, για όσα διαβάζαμε.

Ήταν ένα όνειρο σχεδόν δικό μας. Μια ευκαιρία μοναδική, γεμάτη διαφορετικές, γόνιμες φωνές και απόψεις. Μια ευφορία πνευματική, καλλιτεχνική, κοινωνική, για να μην πω εθνική. Τότε αναρωτιόμασταν «τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» «Ποιος μπορούσε να μας σταματήσει;»

Αναρωτιόμασταν, αλλά και ανησυχούσαμε μαζί. Και τελικά, τόσο εγώ όσο και η γενιά μου το βρήκαμε μπροστά μας στα τέλη της δεκαετίας. Όμως με την προίκα των χρόνων της πρώτης μας νιότης, δε σταματήσαμε να ονειρευόμαστε. Δε σταματήσαμε να προσπαθούμε. Δε σταματήσαμε να ελπίζουμε για το αύριο που τελούσε σε αναμονή. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αλλά όλοι τοποθετημένοι ευλαβικά πάνω στον ίδιο καμβά.

Η πορεία μπορεί να ανακόπηκε απότομα προς το τέλος της δεκαετίας, αλλά τίποτε δεν είχε τελειώσει για εμάς. Συνεχίσαμε, μεγαλώσαμε, ωριμάσαμε και πάνω από όλα μάθαμε. Και αυτό ήταν το σπουδαιότερο απ’ όλα. Γιατί τελικά το… roller coaster της δεκαετίας του ʼ60 ήταν στην ουσία ένα εντυπωσιακό ταξίδι, που μας προίκισε με μια σπάνια κληρονομιά για την προσωπική μας συνέχεια. Αλλά και για την ευαισθησία μιας ολόκληρης γενιάς στα σημεία των καιρών. Σε αυτά που αθώα και νοσταλγικά αποτύπωσε η Λίνα Νικολακοπούλου στα «Πιο ωραία λαϊκά»:

Δε γυρνάνε λέμε πίσω ποτέ
τα καλά παιδιά σ’ εκείνα τα χρόνια.
Έρωτά μου τώρα, πληγωμένε μου αητέ

στάχυα είμαστε στου χρόνου τ’ αλώνια…

⸙⸙⸙

[Ο Νικήτας Κακλαμάνης είναι Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.]

Κύλιση στην κορυφή