Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Γιώτα Τεμπρίδου

Μεγαλόπρεποι μικρομηχανισμοί

Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου, Μικρομηχανισμοί, Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 2022.

Οι Μικρομηχανισμοί είναι ένα από εκείνα τα θα-διαβάσω-λίγο-ακόμα βιβλία. Τους παίρνεις μαζί στο κρεβάτι, δυο σελίδες ακόμα, οι δύο γίνονται είκοσι, δεν νυστάζεις και τόσο. Τους είχα μαζί σε ταξίδι αστραπή στην Αθήνα, προόριζα την ανάγνωση για το τρένο της επιστροφής, τους διάβασα τελικά μονορούφι στην Αθήνα· άβολα καθισμένη σε ξένο σπίτι, σαν να βολεύτηκα κάπως μαζί τους, άργησα λιγάκι σε μια συνάντηση εξαιτίας τους, χαλάλι τους. Είναι επίσης από εκείνα τα βιβλία οι Μικρομηχανισμοί που αν πεις να βάλεις συνδετήρα στο αγαπημένο σου σημείο, για να το ξαναβρείς εύκολα αύριο μεθαύριο, η πιθανότητα να μην χρειαστείς έναν, αλλά δύο, πέντε ή δέκα συνδετήρες, είναι υψηλή. Αυτό εγώ δεν το έπαθα, γιατί δεν έχω συνδετήρες. Έπαθα όμως το άλλο, της εποχής μου η άνθρωπος: δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω για μια ανάρτηση στο Facebook. Τελικά έκανα δύο: «δεν ξέρω πολλά/ η γενιά μου κρατάει/ από ζάρι» (13), «μια θεωρία για τ’ αστέρια:/ όποιος θέλει τα πολλά/ αχ – όποιος θέλει τα πολλά» (46).

Τι χρειάζεται να γνωρίζετε για να τους χαρείτε; Τίποτα· οι Μικρομηχανισμοί είναι αυτάρκεις και απολαυστικοί από μόνοι τους. Όσο για τη Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου, που τους έγραψε και τους κινεί, γεννήθηκε στην Κύπρο, στην Κύπρο ζει και έχει εκδώσει άλλα δυο βιβλία ποίησης. Πρόκειται για τα Αναγέλαστα: Των γεναικών τζαι των σκαλαπουντάρων (2013· εξαντλημένο σήμερα, μα θα ανατυπωθεί) και Φοβ: Υπογλώσσιο νυχτερινό (2015), που κυκλοφορούν από το Τεχνοδρόμιον και είναι μάλλον δυσεύρετα στα μέρη μας, παρότι εμείς εδώ ψοφάμε για σκαλαπούνταρους. Έχει σπουδάσει μουσικολογία η Βοσκαρίδου και αυτό αποτυπώνεται στο βιβλίο της με τρόπο που, ως άμουση, μόνο να διαισθανθώ μπορώ – κι όμως είμαι σίγουρη πως αποτυπώνεται. Έχοντάς την ακούσει να διαβάζει κείμενά της, θα σας παρότρυνα να την ακούσετε κι εσείς (δεν χρειάζεται να περιμένετε να συναντηθείτε, όλο και κάτι μπορείτε να βρείτε στο YouTube). Δεν είναι αυτό που λέμε καμιά φορά ανεπιτήδευτα «διαβάζει ωραία», είναι η σχέση με τη λέξη, με κάθε φθόγγο χωριστά· η Βοσκαρίδου είναι αυτό που αρθρώνει, αυτό που αρθρώνει είναι η Βοσκαρίδου, σε παίρνει, σε πάει και «όλα στον κόσμο είναι αφήγηση» (46). Αλλαγή τόνου, δεν ξέρω αν και σκηνικού: «δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση/ σε τόσο υψηλές θερμοκρασίες// μονάχα μουσικά αντιθέματα» (57).

Οι Μικρομηχανισμοί είναι ένα χορταστικό ποιητικό βιβλίο εκατό σελίδων, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2022 απ’ τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, με τη φροντίδα του Γιώργου Κορδομενίδη. Ένα ξεφύλλισμα αρκεί για να φανερώσει σελίδες που δεν μοιάζουν μεταξύ τους, δεν γεμίζουν με τον ίδιο τρόπο, στίχους που δεν παρατάσσονται ομοιόμορφα, μέρη που μένουν κενά: σελίδες που φιλοξενούν έναν μόνο στίχο, άλλες με στίχους πάνω αριστερά και κάτω δεξιά, ιδανικές για διαγώνιες αναγνώσεις, δίστιχα (και τρίστιχα και…) που τα χωρίζουν αστέρια, σελίδες μόνο με αστέρια, πολλά αστέρια, «για πλάκα ή για λόγους/ φωταψίας» (72), τα λόγια κάποτε είναι αρκετά. Η ανάγνωση μας φέρνει αντιμέτωπες με κάθε επιμέρους κενό, αναρωτιόμαστε τι κρύβει, τι σημαίνει, τι θα χωρούσε στη θέση του, ωθούμαστε σε παύση, σε άλμα, σε βουτιά μέσα του, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Και όσο αφηνόμαστε να μας παρασύρουν οι Μικρομηχανισμοί, βεβαιωνόμαστε πως ο χώρος είναι μετρημένος, οι αποστάσεις ζυγισμένες, ο χρόνος δοσμένος στις ανάσες μας, στην τύχη δεν αφήνεται τίποτα –όλα εύτακτα βαλμένα, όχι σαν «τα άπαντα του απίστευτου ατάκτως εριμμένα» (39).

Η Βοσκαρίδου ξεδιπλώνει τις σκέψεις της, τις βάζει στις λέξεις της, απλώνει τις λέξεις της και δίνει εικόνες και νοήματα, τα χαλάει μετά κι απ’ την αρχή τα ξαναφτιάχνει –το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ δεύτερη φορά ακριβώς το ίδιο: ένα γράμμα αντικαθίσταται, μια λέξη μετατοπίζεται, το νόημα αλλάζει. Ταχυδακτυλουργική ποίηση. Πες «ερουρέμ ερουρέμ». Κράτα τα σύμφωνα, δοκίμασε φωνήεντα: «έρημη μέρα», «άμοιρο έρμα», «ήρεμη μέρα», «μέρα μαρμάρινη» (40, 41 & 56). Πες τώρα «τεριρέμ τεριρέμ» (42), «πες πέλαγος/ πες άλγος/ πες λαγός που προλαβαίνει να φύγει» (21), τρεις έντεκα, τρεις δώδεκα τρεις δεκαπέντε κι έντεκα, «πες λαγός/ πες λαγούμι/ – φευ/ κανείς δεν προλαβαίνει να φύγει στ’ αλήθεια» (48).

Ανατροπές, διαψεύσεις, αντιστροφές, στίχοι που θυμίζουν άλλους στίχους, αναζητήσεις, ίδιες λέξεις σε διαφορετικά πλαίσια, σημαίνοντα και σημαινόμενα, ίδια πλαίσια με διαφορετικές λέξεις, μορφές και περιεχόμενα, επαναλήψεις, αναγραμματισμοί, ανορθοδοξίες, «δύο και δύο ίσον πέντε» (27), «φτερωτό μου χταπόδι» (28), «σπάω το μπουκάλι/ και πάλι/ ο λύκος μέσα στο μπουκάλι» (64), γλωσσικά παιχνίδια. Μα καλά τώρα με τις λέξεις θα παίζουμε; Αχ ναι, με τις λέξεις να παίξουμε! Όπου και να κοιτάξεις, όπως και να διαβάσεις, «παντού κρύσταλλοι/ παντού μικρομηχανισμοί» (40). Οι λέξεις έχουν δύναμη και δίνουν ζωή, «τα φυλλοβόλα, οι στάσεις των λεωφορείων,/ η έκκεντρη όραση/ παντού μικρομηχανισμοί» (45), εκρήγνυνται, εξανίστανται, «τι εύρωστη λέξη, τι ειρμός, τι τραγελαφικά μηνύματα/ μικρομηχανισμοί εναντίον μικρομηχανισμών» (53).

Στη σελίδα 24 υπάρχει ο στίχος «αλίμονο, επιθυμώ τη νίκη». Μπορεί να σταθούμε σ’ αυτόν διαβάζοντας, μπορεί και όχι. Αρκετά παρακάτω, στην 58, ο στίχος «αλίμονο, επιθυμώ τη νίκ…» μπορεί να μας θυμίσει κάτι, μπορεί και όχι. Μπορεί να μπούμε σε διαδικασία αναζήτησης και να ξαναβγούμε στη σελίδα 24. Μπορεί να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τι άλλο θα μπορούσε να κρύβει το «νίκ…», πέρα απ’ τη νίκη. Μπορεί να ψάξουμε να βρούμε εξηγήσεις για την απουσία του «-η»: το πήρε ο άνεμος, το σκέπασε ο θόρυβος, κάτι έκτακτο έκανε τη μιλιά να κοπεί –μα γίνονται αυτά στον γραπτό λόγο; Μπορεί να μη μας κάνει καμία διαφορά, να δούμε «τη νίκ…», να διαβάσουμε «τη νίκη» κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Η ανάγνωση συνεχίζεται απερίσπαστα: «αλί – μωρέ – αλί/ μονό μου// που επιθύμησα τη νίκη» (63).

Λεπτοδουλειά και ακρίβεια, («πότε πότε/ ακριβολογώ/ από καθαρή/ πυρομανία» [27], «πότε πότε/ ακριβολογώ/ από καθαρή/ μυθομανία» [48]), ολίγον τι από θεωρία («μια θεωρία για τη μελαγχολία:/ ό,τι λάμπει/ δε δαγκώνει», «άλλη μια θεωρία για τη μελαγχολία: ό,τι δαγκώνει/ είναι η μισή αρχοντιά», «και μία τελευταία θεωρία για τη μελαγχολία:/ ό,τι δαγκώνει/ δεν είναι η μισή αρχοντιά» [41]), κρυμμένος μετρονόμος («τα μέρη του μέτρου:/ το ασθενές και η επιθυμία» [28]), ρυθμισμένος ρυθμός («στους πιο κάτω στίχους η ταχύτητα είναι/ σχολαστικά υπολογισμένη/ για να μην πετάγονται/ αφροί/ στα μάτια σας» [80]) συνθέτουν μια γεωμετρική ποίηση («πουλιά διαβήτες τον τέλειο/ μαύρο κύκλο οργανώνοντας» [16]), μια μουσικο-μαθηματική ποίηση, «πρώτα στερέωσα όλες τις γωνίες/ κι έπειτα/ ελευθέρωσα την υποτείνουσα// στα χείλη μου ξεκάπνιζε μια δίεση» (43), πυθαγόρεια.

Δεν ξέρω αν είναι ιδέα μου, δεν πειράζει και να είναι, «κάτω απ’ την πραγματικότητα/ θροΐζει/ η πραγματικότητα/ πρόκειται πάντοτε γι’ απλή συνωνυμία» (78), διακρίνω πάντως τους Πυθαγόρειους πίσω από το τρίστιχο «σιωπή/ με αριστείο/ στην αστρονομία» (52) και τον Εμπειρίκο πίσω από τη συνύπαρξη των στίχων «μέσα στη λέξη σαρξ» και «οσμίζομαι τα ημερολόγια του Μαρξ στον αέρα» (51). Ό,τι και να (νομίζω πως) βλέπω, όπως και να διαλέξω να το πω, η Βοσκαρίδου είναι η Βοσκαρίδου και αυτό που σε πρώτο επίπεδο δεν είναι παρά μια απλή ταυτολογία πέρα απ’ την επιφάνεια αποτελεί επίτευγμα μέγα.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή