Για τον απλό ακροατή, ο όρος και μόνο «σύγχρονη μουσική» παραπέμπει σε κάτι δύσκολο, δυσνόητο και μάλλον απαιτητικό στο άκουσμα, δημιουργώντας αναστολές ως προς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Κατ’ επέκταση, ο «σύγχρονος συνθέτης» είναι κατά πάσα πιθανότητα κάποιος εκκεντρικός τύπος, μάλλον εσωστρεφής και μονόχνωτος· κάποιος ή κάποια που στις καλύτερες περιπτώσεις, είναι «εξωσυστημικός» και επομένως, παντελώς αδιάφορος/η για την κοινωνία.
Είναι όμως τα πράγματα έτσι; Μήπως ο συνθέτης του σήμερα είναι ένα άτομο ευαίσθητο και αφυπνισμένο, που αφουγκράζεται την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για ουσιαστική επικοινωνία, για πολυδιάστατη όσο και άμεση έκφραση, και που δεν φείδεται να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε τεχνική αλλά και οποιοδήποτε τεχνολογικό μέσο, προκειμένου η μουσική του να «μιλήσει» στην καρδιά του ακροατή;
Αν κρίνει κανείς από τη μετάλλαξη της μουσικής δημιουργίας την τελευταία εικοσαετία, όπου η διαδικτυακή κοινωνικοποίηση της λεγόμενης «σοβαρής» ή «λόγιας» μουσικής έχει πάρει διαστάσεις οικουμενικές, η απάντηση είναι προφανής. Η διασπορά του ενδιαφέροντος σε μία πληθώρα ερεθισμάτων, σηματοδοτούμενη από μία ακομπλεξάριστη επιστροφή στη διευρυμένη τονικότητα, τον πολυστιλισμό και κάθε μορφή «αποκκλίνουσας γραμματικής», έχει οδηγήσει στη σταδιακή απόρριψη μιας ακαδημαϊκά ουδέτερης μουσικής νόρμας, που δεν αναπτύσσεται λειτουργικά σε σχέση με τις βαθύτερες ροπές της κοινωνίας.
Ο σημερινός δημιουργός ταλανίζεται υπαρξιακά, σκοντάφτει σε αναπάντητα ερωτήματα, αναζητεί δρόμους διαφυγής από το τετριμμένο και το νοικοκυρεμένο, το τάχα μου βέβαιο. Το βέβαιο εδώ μπορεί να είναι αυτό που παλιότερα… έδινε την αίσθηση του αβέβαιου! Η σειραϊκή μουσική και οι επίγονοι του Ντάρμσταντ, για παράδειγμα, είναι πλέον απολιθώματα μιας άλλης εποχής, που έχει τελειώσει οριστικά. Επομένως η μουσική, η πραγματικά σύγχρονη μουσική, ως καθρέφτης της κοινωνίας, αλλά και ως προπομπός των ανεκδήλωτων ατομικών και συλλογικών τάσεων, παραμένει άυλη και μη προσδιορίσιμη, και ως τέτοια, υπερβαίνει κάθε μορφή θεωρητικοποίησης και ρασιοναλιστικής ανάλυσης.
Αλλά και ο σύγχρονος ακροατής –με τη σημερινή έννοια του όρου– ουδόλως απασχολείται με ερωτήματα αυστηρής τεχνικής ως παράγοντα καθοριστικού για την πρόσληψη της εσωτερικής δομικής τάξης ενός έργου, ούτε αξιολογεί αυτό που ακούει βασιζόμενος σε θεωρητικές επινοήσεις του παρελθόντος, σαν αυτές που ακόμα προάγονται σε πολλά ωδεία, κονσερβατόρια και μουσικά πανεπιστήμια. Το μόνο κριτήριο είναι το ατομικό του ένστικτο και η ανάγκη του να ακούσει κάτι αληθινό –ασχέτως πολυπλοκότητας ή άλλων επείσακτων στοιχείων που, ακριβώς επειδή δεν υπηρετούν το πραγματικό νόημα της μουσικής, παύουν να έχουν και σημασία!
Τούτο φυσικά δεν σημαίνει ότι το κοινό αρκείται απλά στο να ακούσει κάτι εύπεπτο, κάτι που θα είναι audience-friendly. Αντίθετα από ό,τι μερικοί αδαείς νομίζουν, κολακεύοντας το αυτί δεν θα κερδίσουν τις εντυπώσεις! Γιατί η τάση υπεραπλούστευσης, συνήθως προέρχεται από έλλειψη πνευματικότητας και η σύγχρονη μουσική για να είναι επίκαιρη, οφείλει να είναι στραμμένη στην ουσία, που είναι η έκφραση του πνευματικού. Επομένως, η ακουστική τέρψη, δεν είναι παρά μία ναρκισσιστική παγίδα, η οποία από μόνη της δεν είναι αρκετή για να μας οδηγήσει στα μυστικά κρησφύγετα της ψυχής.
Γιατί είναι η βαθύτερη ψυχή, ο ανεξερεύνητος πνευματικός κόσμος, το εσωτερικό όραμα του δημιουργού που αναδύεται και υποστασιοποιείται σε μία πρωτότυπη και συμπαγή καλλιτεχνική έκφραση που θέλουμε να ζήσουμε, είναι η «γυμνή σάρκα της συγκίνησης», όπως θα έλεγε και ο Debussy, που μας ενδιαφέρει. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν εκεί. Το ίδιο ισχύει και στη μουσική παιδεία. Αν η εκπαιδευτική διαδικασία δεν συσχετίσει την τεχνική με την έκφραση και ο δάσκαλος δεν καταφέρει να αναδείξει την αιτιακή σχέση που άρρηκτα συνδέει τους δύο αυτούς πόλους –και μάλιστα με τρόπο βιωματικό για το παιδί– τότε το παιχνίδι έχει χαθεί. Η αλήθευση του έργου τέχνης, όπως σημειώνει και ο Χάιντεγκερ, δεν απομονώνει τους ανθρώπους μέσα στα βιώματά τους· αντίθετα, συνδέει τους ανθρώπους, αφού τους συνάπτει με την αλήθεια που συμβαίνει μέσα στο ίδιο το καλλιτέχνημα.
7.8.2022
⸙⸙⸙
Ενδεικτικά έργα:
