Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Κώστας Μελάς

Μετά την «μετά εποχή» τι;

«Όλη η κοινωνία μας επιβαίνει στη σχεδία της Μέδουσας»

Jules Michelet

1.

Τα τελευταία περίπου 70 έτη οι περισσότερες έννοιες που χρησιμοποιούνται προκειμένου να συλληφθούν οι διεργασίες οι οποίες συντελούνται στις κοινωνίες σε πλανητικό επίπεδο, σχηματίζονται θέτοντας το «μετά» εμπρός από τις λέξεις που ήδη χρησιμοποιούνταν προκειμένου να συλληφθούν οι ίδιες διεργασίες στην προηγούμενη ιστορική εποχή, αυτήν της νεωτερικότητας. Για παράδειγμα μεταμοντέρνο / μοντέρνο. Γιατί συνέβη αυτό προφανώς δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε διάφορους λόγους. Συγκεκριμένα θα σημείωνα τα παρακάτω:

Αν ξεκινήσουμε από αυτό το ίδιο το «μετά» και συλλογιστούμε επί αυτού, θα αντιληφθούμε ότι μας τρομάζει και μας ελκύει ταυτόχρονα. Το «μετά» μας φέρνει στον νου ένα τέλος και μια αρχή ταυτοχρόνως. Κάτι τελειώνει που το ξέρουμε και αναμένεται ν’ αρχίσει κάτι άλλο στη θέση του, που όμως δεν το γνωρίζουμε ακόμη καλά και όπως όλα τα άγνωστα ή τα ευρισκόμενα σ’ ομιχλώδες τοπίο φοβίζουν και συνάμα μαγνητίζουν.

Νομίζω ότι μεγαλύτερο βάρος στη χρησιμοποίηση του «μετά» είχε ο φόβος για αυτό που τελειώνει, που δεν είναι άλλο από την εποχή της νεωτερικότητας, του διαφωτισμού, της αστικής και της εργατικής τάξης, της μεγαλειώδους ανάπτυξης του καπιταλισμού βασισμένη σε μια πρωτοφανή βιομηχανική επανάσταση, η οποία συμπαρέσυρε στο πέρασμά της τον γνωστό μέχρι τότε κόσμο, μεταμορφώνοντάς τον σε κάτι το εντελώς διαφορετικό ακόμα, τη φιλοσοφία των νέων χρόνων που υπέσκαψε και αντικατέστησε τις συμπαγείς θεολογικές αφηγήσεις, την υψηλή κουλτούρα, τη μεγάλη τέχνη, τη συγκλονιστική πολιτική. Ή μπορεί να ήταν κάτι που προέκυψε… έτσι, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο όπως παραδέχεται ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, συγγραφέας του γνωστότατου βιβλίου Η μεταμοντέρνα συνθήκη. Μια έκθεση για τη γνώση (1979), που μπορούμε να πούμε άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στις συζητήσεις για το Μεταμοντέρνο. Γράφει αργότερα: «Έφτιαχνα ιστορίες, αναφερόμουν σε μια ποσότητα βιβλίων που δε διάβασα ποτέ, προφανώς εντυπωσίαζε τον κόσμο, όλα είναι κάπως σαν παρωδία… Είναι απλά το χειρότερο από τα βιβλία μου, τα οποία είναι σχεδόν εξίσου απαράδεκτα, αλλά αυτό είναι το χειρότερο…»[1].

Πάντως η εποχή του «μετά» κυριάρχησε για τα επόμενα σχεδόν 50 έτη.

2.

Πού οδεύει η ιστορική εποχή της μετανεωτερικότητας και της μαζικής δημοκρατίας, στον αστερισμό της οποίας βρισκόταν όλος ο πλανήτης κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα; Έχω τη γνώμη ότι αργά αλλά σταθερά οδεύει προς το τέλος της, έχοντας στο μεταξύ χαράξει βαθιά κοινωνίες και άτομα, νοοτροπίες και αντιλήψεις ζωής, τέχνη και πολιτισμό, φιλοσοφία και επιστήμη, και κάθε άλλη στιγμή του κοινωνικού γίγνεσθαι με τις αξίες της και τις απαξίες της.

Μετά από περίπου 50 έτη έχω τη γνώμη ότι είμαστε σε θέση να αναφερθούμε εκ του ασφαλούς για το τι σηματοδότησε (και εξακολουθεί να σηματοδοτεί) η ιστορική «εποχή του μετά», όπως την ονομάζω. Νομίζω ότι η ανατροπή που επέφερε έχει ολοκληρωθεί και με απτό τρόπο αποτυπώνεται στο σύνολο των «στιγμών» του κοινωνικού βίου πρωταρχικά των χωρών της Δύσης, αλλά συνολικά και του πλανήτη. Για τα θέματα αυτών των αλλαγών έχουν γραφτεί αμέτρητες σελίδες. Εμείς αναφορικά με τις αλλαγές που προσέδωσαν τα βασικά χαρακτηριστικά στο υπόδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε επιγραμματικά τα παρακάτω:[2]

  • Στο οικονομικό πεδίο, η επικράτηση του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην αρχή με τη μορφή των πρωταρχικών συσσωρεύσεων σε νέες περιοχές του πλανήτη (Κίνα, πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες κ.τ.λ.). Σήμερα όλες αυτές οι χώρες ζηλεύουν λίγα ως προς τις πρακτικές μιας ώριμης καπιταλιστικής οικονομίας. Επίσης έχει εξαπλωθεί και στις υπόλοιπες χώρες (Αφρική, Δυτική, Κεντρική και Νότια Ασία) λαμβάνοντας διάφορες υβριδικές μορφές. Παράλληλα είμαστε μάρτυρες της μετατροπής του καπιταλισμού σε πληροφοριακό-βιομηχανικό (με την εισαγωγή της ηλεκτρονικής), χρηματοπιστωτικό και υπερκαταναλωτικό στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης, αλλά πλέον και στις υπόλοιπες χώρες κατά μήκος και πλάτος του πλανήτη.
  •  Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της, παραδινόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο, αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρους ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης.
  • Στο πολιτιστικό πεδίο, η επικράτηση του μεταμοντέρνου, δηλαδή η διάλυση των όποιων αξιακών συστημάτων (συγκεκριμένα αυτού της αστικής τάξης, η οποία όχι μόνο βρίσκεται σε αποδρομή όπως υποστήριζα 20 με 30 χρόνια πριν, αλλά ουσιαστικά έχει εξαφανισθεί), η αποδοχή άνευ κρίσεως κάθε άποψης, η απόλυτη σχετικοποίηση της επιστημονικής γνώσης στο πλαίσιο της αυτοπραγμάτωσης του εαυτού.
  • Στο φιλοσοφικό πεδίο, η εγκατάσταση στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της εργαλειακής ορθολογικότητας με τη μορφή της καθολικής εκτεχνίκευσης και του οντολογικού εκχρηματισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Παρατηρείται μια απόλυτη τεχνοκρατική υπαγωγή της σκέψης και του στοχασμού.
  • Στο επιστημονικό πεδίο, η εμφάνιση της τεχνοεπιστήμης και η άνευ προηγουμένου ανάπτυξή της διεκδικεί από την πολιτική τον ρόλο του κατόχου των καθολικών λύσεων των προβλημάτων της ανθρωπότητας. Παράλληλα, για πρώτη φορά εμφανίζεται ένας αποδομητικός λόγος αμφισβήτησης των βεβαιοτήτων που προσφέρει η επιστήμη ως αντικειμενική διαδικασία (υπό προϋποθέσεις) και της εγγενούς ευεργετικότητας (;) των επιστημονικών ανακαλύψεων και των εφαρμογών τους.  
  • Στο πολιτικό πεδίο, η απάθεια, και η ιδιωτικοποίηση του ατόμου οδήγησαν στην επικράτηση της μεταδημοκρατίας[3], και στην εξάπλωση της μαζικοδημοκρατίας[4]. Παράλληλα παρασύρονται στην απόλυτη απαξία τα κοσμοθεωρητικά και κοινωνικοπολιτικά ρεύματα –συντηρητισμός, φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός– τα οποία μπορεί να γεννήθηκαν και κυριάρχησαν στην εποχή της νεωτερικότητας αλλά παρέμειναν, παρότι υπολειμματικά και φθίνοντα, στο επίκεντρο της μετανεωτερικής εποχής. Φυσικά μαζί τους παρασύρονται και όλες οι γνωστές εκφάνσεις τους, καλυμμένες πίσω από το πρόθεμα νέο- (π.χ. νεοσυντηρητικοί, νεοεργατικοί κ.τ.λ.) ή το πρόθεμα μετά- (π.χ. μεταδημοκρατία, μεταμοντέρνο κ.τ.λ.). Ο λόγος είναι σχετικά απλός: τα πολιτικά και ιδεολογικά αυτά ρεύματα έχασαν βαθμηδόν τους κοινωνικούς τους φορείς και τις κοινωνικές τους αναφορές, έτσι ώστε η χρήση τους έγινε αυθαίρετη και περιττή. Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βρισκόμαστε εντός ενός κόσμου που ζει το τέλος της πρόσφατης ιστορικής εποχής του μαζί με την οποία έχουν στερέψει τα τρία μεγάλα πολιτικά-ιδεολογικά ρεύματα που την χαρακτήρισαν: ο συντηρητισμός, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός. Η σταδιακή απώλεια των κοινωνικών τους αναφορών (η σταδιακή εξαφάνιση της αριστοκρατίας, η πτώση της αστικής τάξης και η πλήρης μεταλλαγή- σμίκρυνση της παραδοσιακής εργατικής τάξης) καθιστά άνευ πραγματολογικού περιεχομένου όλα όσα οι υποτιθέμενοι εκπρόσωποί τους συνεχώς επικαλούνται στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο
  • Στις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού το υποκείμενο έχει μεταλλαχθεί, από πειθαρχικό σε επιδοσιακό, ακολουθώντας τη διαδοχή της κοινωνίας από πειθαρχική σε κοινωνία όπου κυριαρχεί η βιοεξουσία. Την τελευταία θα ορίσω ως το επιπλέον φορτίο του εξωτερικού κοινωνικού καταναγκασμού που επιβάλλεται στο μετανεωτερικό άτομο ακριβώς από τις πολιτιστικές συνήθειες του μεταμοντέρνου, ενώ συγχρόνως προκαλεί έναν καθηλωτικό αυτοκαταναγκασμό προς τις ίδιες πολιτιστικές συνήθεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη διατήρηση, αλλά και τη διεύρυνση της κυριαρχίας των κοινωνικών αρχηγεσιών και των κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτό μπορεί να κατανοηθεί ευκολότερα, λαμβάνοντας υπόψη την εξισωτική δυναμική (ως πρόταγμα και όχι ως πραγματικότητα αλλά ουδεμία αξία αυτή η διαφορά έχει όταν έχει υπεισέλθει στο φαντασιακό του ατόμου και της κοινωνίας) της μετανεωτερικής και μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας, η οποία αφανώς πολλαπλασιάζει τους αυτοκαταναγκασμούς και αφετέρου μειώνει τις πολιτισμικές διαφορές ανωτέρων και κατωτέρων στρωμάτων (όλοι μπορούν να έχουν μια φθηνή εκδοχή των μεγάλων οίκων μόδας ή να φάνε μια φορά σε πανάκριβο εστιατόριο ή να νομίσουν ότι γυρίζουν τον κόσμο ως τουρίστες με τον γνωστό μαζικό τρόπο), χωρίς τα τελευταία να αντιλαμβάνονται το χάος που τους χωρίζει από τα ανώτερα στρώματα κι ότι αυτό συνεχώς διευρύνεται. Η στερεότυπη αυτή καθοδηγούμενη αντίληψη αποτρέπει τους ανθρώπους να αντιληφθούν ότι οι προσωπικές ταυτότητες επαναπροσδιορίζονται μέσα από τον αγώνα για επιβίωση.
  • Παράλληλα, διαφοροποιούνται ριζικά τα χαρακτηριστικά αυτού που περιγράφεται ως ανθρώπινη μάζα στη μετανεωτερική εποχή από τα αντίστοιχα της νεωτερικής. Η μάζα δεν είναι πια αυθόρμητη σύναξη ατομικοτήτων, που χάνουν τον λογαριασμό του Εγώ τους σε μια στιγμιαία, ηρωική περιδίνηση ή κατά τη διάρκεια ενός συλλογικού πανικού. Το άτομο αποτελεί ένα κατακερματισμένο ενεργούμενο, που «αυτοπραγματώνεται» επιχειρώντας να συναιρέσει τις πολυδιασπάσεις του στο ενιαίο σχήμα του βιοτικού επιπέδου και της «ποιότητας ζωής» στην κατανάλωση… Η μάζα και το άτομο συμπυκνώνονται, ταυτίζονται σε μια αργόσυρτη ιστορική επανάληψη του ταυτού: ιδού η έννοια του μαζικοδημοκρατικού πολτού… Η μετανεωτερική κοινωνία, εξυμνώντας τις «εμπειρίες» και τις πολλαπλές «ταυτότητες» του Εγώ, εξουδετερώνει την εμπειρία.
  • Παράλληλα η εποχή της μετανεωτερικότητας είναι η περίοδος της ανάδειξης των πολιτισμών ως βασικό «υποκατάστατο» της πολιτικής[5]. Με την έννοια ότι η πολιτική λαμβάνει όλο και περισσότερο πολιτισμικά χαρακτηριστικά (π.χ. θέμα ταυτοτήτων) υποκρύπτοντας το βασικό της κίνητρο, δηλαδή την ικανοποίηση των συμφερόντων ισχύος των ομάδων, κρατών ή φυλών που είναι οι φορείς αυτής «πολιτιστικής μεταστροφής» της πολιτικής. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε το σύγχρονο ισλαμικό κίνημα; Ή την άνοδο των ακροδεξιών αντιλήψεων πρωταρχικά στη «δημοκρατική» Δύση, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη;
  • Επίσης στη μετανεωτερικότητα είμαστε μάρτυρες ενός κόσμου όπου το φυσικό περιβάλλον γίνεται ανεξέλεγκτο και απρόβλεπτο και συντονίζεται με την κατάρρευση και την μεταλλαγή των ανθρωπίνων κοινωνιών.

Όλα τα παραπάνω έχουν ειπωθεί πολλάκις, έχουν αναλυθεί περισσότερο από πολλάκις, έχουν κατανοηθεί και εξειδικευτεί, έχουν αποτελέσει σημεία διαφωνίας και συμφωνίας, εν τέλει αποτελούν ένα πλαίσιο λίγο πολύ αποδεκτό από τμήματα της ακαδημαϊκής κοινότητας και από πλήθος σκεπτόμενων ανθρώπων. Δεν θα σταθώ περισσότερο σε αυτό το σημείο. Θέλω να πάω ένα βήμα παρακάτω. Να διερευνήσω και να αναφέρω τα στοιχεία που μου επιτρέπουν να υποστηρίξω ότι τελειώνει αυτή η «μετά εποχή». Νομίζω ότι η προσπάθεια πρέπει να στραφεί γύρω από το ζήτημα αν οι αξίες (ή οι απαξίες) που αποδίδονται στην εποχή της μετανεωτερικότητας εξακολουθούν να είναι σε βιώσιμη κατάσταση και να έχουν την ικανότητα να βρίσκονται σε συνάφεια με τη σημερινή εποχή που ανοίγεται μπροστά μας. Με απλά λόγια, αν οι αξίες αυτές περιγράφουν υπό μιάν έννοια πειστικά την πραγματικότητα ή συγκρούονται, με έναν τρόπο, μαζί της.

3.

Κάθε ανοικτή κατάσταση σε πιέζει να κάνεις προβλέψεις, αλλά οι προβλέψεις οφείλουν να απορρέουν από μια σοβαρή ανάλυση των κινητηρίων δυνάμεων, των μακροπρόθεσμών, τουλάχιστον, συντελεστών της εξέλιξης. Σαφέστατα η παραπάνω προσπάθεια εμπλέκεται με γενικότερα θεωρητικά ζητήματα συναφή με το υπό διερεύνηση ζήτημα. Σίγουρα οι δυσκολίες είναι μεγάλες. Όμως αξίζει η προσπάθεια, έστω και αν ως πρώτη είναι έκθετη σε πλήθος κινδύνων.

Ποια λοιπόν είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής που είναι ήδη στα πρόθυρα διαδοχής της «μετά εποχής»; Πώς μπορούμε να τα περιγράψουμε; Σίγουρα στην ιστορία η νέα εποχή που διαδέχεται την προηγούμενη σαφέστατα περιέχει στοιχεία της, τα οποία συνεχίζουν να υπάρχουν ενσωματωμένα στα νέα με τον αρμόζοντα τρόπο, έτσι ώστε να αποτελούν οργανικό μέρος του νέου. Τίποτε, εξάλλου, δεν γεννιέται από το μηδέν. Επομένως το νέο θα πρέπει να το αναζητήσουμε στην εξέλιξη των ιδεών και στις κοινωνικές διεργασίες που έχουν αρχίσει να βρίσκονται σε αναντιστοιχία με το εννοιολογικό πλαίσιο της μετανεωτερικότητας.

Το τέλος της μόνιμης επωδού του «τέλους».

Στην εποχή της μετανεωτερικότητας η πανάρχαια λέξη «τέλος» έχει την τιμητική της. Μια λέξη που σημαίνει ταυτόχρονα σκοπό, τερματισμό, παύση, αναστολή, πλήρωση. Είναι παρούσα στα κυρίαρχα ρεύματα ιδεών, δίνοντας ουσιαστικά τον τόνο της εποχής. Τέλος της Ιστορίας, τέλος της φιλοσοφίας, τέλος της τέχνης, τέλος του πολιτισμού, τέλος της ιδεολογίας, τέλος του ανθρώπου… Μια εποχή που απεγνωσμένα προσπαθεί να… τελειώσει. Η λέξη «τέλος», σε συνδυασμό με τη λέξη «μετά», δίνουν τον τόνο στην εποχή της μετανεωτερικότητας. Για τους μετανεωτεριστές, το «τέλος» σηματοδοτείται από το ότι ο ιστορικός χρόνος έχει ολοκληρωθεί, δεδομένου ότι έχουν τερματιστεί όλες εκείνες οι συγκρούσεις που τον ενεργοποιούσαν. Με την έννοια αυτή, απλώς έχει καταλήξει να επαναλαμβάνει μόνο τον εαυτό του. Οι εξελίξεις συμβαίνουν σε έναν άχρονο χώρο.

Προφανώς η περίεργη προσδοκία των μετανεωτεριστών για το επερχόμενο «τέλος» όχι μόνο δεν φαίνεται να μπορεί να ακουμπήσει σε ιστορικά-εμπειρικά ερείσματα, αλλά διαψεύδεται παταγωδώς από τις γεωπολιτικές, γεωοικονομικές, τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις σε επίπεδο πλανητικό.

Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το Τέλος της Ιστορίας του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου. Οι γνωστές προβλέψεις του «ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης»[6] έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες, προφανώς λόγω της αστοχίας τους.

Η ιστορία όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της, μάλιστα ανοιχτή και απρόβλεπτη, κυρίως μετά τον 20ό αιώνα όπου η ανθρωπότητα κινήθηκε στον αστερισμό των δύο συστημάτων και των δύο υπερδυνάμεων.

Η ιστορία οδηγείται στον «δρόμο προς την εγκαθίδρυση του Καισαρισμού». Καισαρισμός είναι η προδιάθεση των δημοκρατικών καθεστώτων να επιδεικνύουν αυταρχικές τάσεις σε καιρούς κρίσης. Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτή την αντιδημοκρατική δυναμική θα ήταν χρήσιμο να στραφούμε σ’ έναν διορατικό παρατηρητή της κρίσης του πολιτισμού στη δεκαετία του 1930, στον Αντόνιο Γκράμσι.

Σύμφωνα με τον Ιταλό διανοούμενο, κατά τη διάρκεια των μεγάλων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος, οι θεσμοί που εξαρτώνται από την καθολική ψηφοφορία, όπως τα Κοινοβούλια, περνούν σε δεύτερο πλάνο. Αντιθέτως, οι περιστάσεις ενισχύουν «τη σχετική θέση της εξουσίας, της γραφειοκρατίας (πολιτικής και στρατιωτικής), των υψηλών χρηματοπιστωτικών κύκλων, της Εκκλησίας και εν γένει όλων των οργανισμών που είναι σχετικά ανεξάρτητοι από τις διακυμάνσεις της κοινής γνώμης».

Σε κατάσταση κρίσης, από τη μία οξύνονται οι εγγενείς αντιφάσεις των θεσμών που νομιμοποιούνται μέσω των εκλογών, ελαττώνοντας την ικανότητά τους να λαμβάνουν τις αποφάσεις που απαιτεί η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων. Από την άλλη, η κοινή γνώμη έχει σημαντικότατες διακυμάνσεις, απειλώντας να στραφεί προς πιο ριζοσπαστικές λύσεις. Υπήρξε εποχή κατά την οποία εκείνο που θεωρούνταν απειλή για την κοινωνική τάξη και τις πολιτιστικές παραδόσεις του δυτικού πολιτισμού ήταν η εξέγερση των μαζών.

Τέλος στην αντίληψη ότι η ειρήνη αποτελεί «φυσική κατάσταση» των ανθρώπινων κοινωνιών

Στους ανθρώπους της μετανεωτερικής μαζικής εποχής εύκολα δημιουργήθηκε (ή τους επιβλήθηκε) η εντύπωση ότι η ειρήνη είναι μια εντελώς «φυσική κατάσταση», η οποία απλώς διαταράσσεται από πολέμους που προκαλούν διάφοροι μοχθηροί άνθρωποι. Η μετανεωτερικότητα, αφέθηκε επιτηδείως, να θεωρείται ως το βασίλειο της ειρηνικότητας, του εμπορίου, του οικονομικού συναγωνισμού με τρόπο που να διασφαλίζεται η ειρήνη και η ασφαλής διαβίωση του μετανεωτερικού ανθρώπου. Ουδέν ψευδέστερον. Όμως η κατάρρευση αυτής της κοσμοεικόνας ήταν ζήτημα πολύ ολίγων δεκαετιών. Οι τοπικοί πόλεμοι, οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι οικονομικές απειλές, τα εμπορικά εμπάργκο βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στο προσκήνιο, αποτελώντας τα μέσα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης προκειμένου να «σταθεροποιήσουν» έναν ήδη ασταθή πλανήτη, επιχειρώντας να διατηρήσουν την υπάρχουσα κατανομή ισχύος ή να περιορίσουν την τάση ανακατανομής της που αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα.

Υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα την τελευταία 25ετία τα οποία αποδεικνύουν «του λόγου το ασφαλές» όλων όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως. Πρώτα απ’ όλα οι στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Στη συνέχεια η επέμβαση στη Λιβύη. Επέμβαση στο Τσάντ. Ακολούθησαν οι εξελίξεις στη Συρία. Είχε προηγηθεί βεβαίως η ενσωμάτωση (με ένταξη στο ΝΑΤΟ) των ευρωπαϊκών χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν στην περίπτωση της Γεωργίας και της Ουκρανίας, με αποτέλεσμα να υπάρξει όξυνση των σχέσεων με τη Ρωσία (πόλεμος στη Ν. Οσετία 2008, κατάληψη της χερσονήσου της Κριμαίας το 2014).

Το τελευταίο παράδειγμα, προς επίρρωση των παραπάνω, αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανίας, αλλά και ο πόλεμος στη Γάζα. Το ουκρανικό ζήτημα, στην ουσία, αποτελεί ζήτημα αμερικανικών γεωπολιτικών συμφερόντων, τα οποία έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα αντίστοιχα ρωσικά. Το ίδιο ισχύει και για τους ευρωπαίους. Η άναρχη κατάσταση στην Αφρικανική ήπειρο. Η αντιπαράθεση για την Ταϊβάν… Σε έναν αλληλεξαρτημένο κόσμο, όμως, κάθε μια από αυτές τις επιλογές συνεπάγεται σειρά σημαντικών επιπτώσεων στο γεωπολιτικό παιχνίδι που είναι δύσκολο να προβλεφθούν.

Σήμερα πάντως τα μεγάλα κράτη έθνη –ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Ινδία– και δευτερευόντως τα περιφερειακά ισχυρά κράτη έθνη –Τουρκία, Πακιστάν, Ινδονησία, Νοτιοαφρικανική Ένωση, Βραζιλία, Μεξικό– καθώς και οι παλαιές ευρωπαϊκές δυνάμεις –Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία– αποτελούν εν ευρεία εννοία τους βασικούς παίκτες της πλανητικής εποχής.

Εν κατακλείδι, οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποκαλύπτονται σήμερα ως βασικός συντελεστής των παρατηρούμενων ανακατατάξεων σε πλανητικό επίπεδο, ενώ οι αντίστοιχες οικονομικές περιορίζονται σιγά-σιγά αλλά σταθερά στον ρόλο του υπηρέτη των πρώτων.

Η Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial General Intelligence) vs Ασθενούς Τεχνητής Νοημοσύνης (Weak artificial intelligence)

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το μέγιστο επίτευγμα της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης. Στην εξελικτική πορεία της έρευνας έχουν σχηματοποιηθεί δύο βασικοί ερευνητικοί τομείς.

Ο πρώτος τομέας περιλαμβάνει τη λεγόμενη Ασθενή Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία αναφέρεται στη χρήση προγραμμάτων για τη μελέτη ή την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων ή συλλογισμών που δεν μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητά (ή σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι εντελώς εκτός) εντός των ορίων των ανθρώπινων γνωστικών ικανοτήτων. Ένα παράδειγμα ενός αδύναμου προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης είναι ένας αλγόριθμος για το σκάκι (για παράδειγμα, Deep Blue).

Ο δεύτερος τομέας περιλαμβάνει τη λεγόμενη «Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη» (AGI) που στοχεύει στη δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης ικανής να αναπαράγει πλήρως την ανθρώπινη νοημοσύνη. Αν και η AGI ήταν ο αρχικός στόχος των ερευνητών της τεχνητής νοημοσύνης, αυτός ο στόχος είχε υποχωρήσει (εν μέρει είχε εγκαταλειφθεί), με την αιτιολογία και την αναγνώριση ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι πολύ περίπλοκη για να αναπαραχθεί πλήρως με τεχνητές μεθόδους. Πάντως την τελευταία δεκαετία και ίσως και περισσότερο, έχει επανέλθει η έρευνα σε αυτό το αντικείμενο, με αποτέλεσμα πολλές ανεξάρτητες ομάδες επιστημόνων πληροφορικής να εκτελούν ερευνητικά έργα στον τομέα αυτό. Οργανισμοί που επιδιώκουν έρευνα AGI περιλαμβάνουν το Adaptive AI, το Artificial General Intelligence Research Institute (AGIRI), το CCortex, το DeepMind, το Novamente LLC, το OpenAI, το Content at Scale και το Singularity Institute for Artificial Intelligence, η Numenta.

Άμεσα γίνεται κατανοητή η διαφορά των δύο πεδίων έρευνας εντός του συνολικού προγράμματος της τεχνητής νοημοσύνης.

Πολλοί ερευνητές αναγνωρίζουν την αδύναμη τεχνητή νοημοσύνη ως τη μόνη δυνατή, υποστηρίζοντας ότι οι μηχανές δεν μπορούν ποτέ να γίνουν πραγματικά έξυπνες.

Αντίθετα, οι υποστηρικτές της ισχυρής τεχνητής νοημοσύνης θεωρούν ότι η αληθινή αυτογνωσία και η «σκέψη», όπως καταλαβαίνουμε τώρα, μπορεί να απαιτούν έναν ειδικό αλγόριθμο που έχει σχεδιαστεί για να παρατηρεί και να λαμβάνει υπόψη τις διαδικασίες του ίδιου του μυαλού κάποιου. Σύμφωνα με ορισμένους εξελικτικούς ψυχολόγους, οι άνθρωποι μπορεί να έχουν αναπτύξει έναν ιδιαίτερα προηγμένο αλγόριθμο αυτού του τύπου, ειδικά για την κοινωνική αλληλεπίδραση ή την ανθρώπινη εξαπάτηση, δύο δραστηριότητες στις οποίες η ανθρώπινη φυλή είναι σαφώς ανώτερη από τα άλλα είδη.

Σε αντίθεση με την ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη, η αδύναμη τεχνητή νοημοσύνη δεν επιτυγχάνει την αυτογνωσία και δεν καταδεικνύει το ευρύ φάσμα των επιπέδων γνωστικών ικανοτήτων που είναι εγγενείς στους ανθρώπους, αλλά είναι αποκλειστικά ένας συγκεκριμένος και μερικώς έξυπνος τρόπος επίλυσης προβλημάτων.

Επίσης υποστηρίζουν ότι τα αδύναμα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορούν να ονομαστούν «έξυπνα», καθώς δεν μπορούν στην πραγματικότητα να σκεφτούν.

Η ορατή αλλαγή που θα σηματοδοτήσει την ερχόμενη εποχή είναι η μεγάλη στροφή της έρευνας προς τη Γενική Τεχνική Νοημοσύνη, και κατά πάσα πιθανότητα θα είμαστε μάρτυρες μέρους των εφαρμογών της. Οι συνέπειες στις ανθρώπινες κοινωνίες προφανώς θα είναι σημαντικές, προσδιορίζοντας παράλληλες αλλαγές στο ανθρώπινο όν αυτό καθαυτό. Θα μπορούσαμε να πλησιάζουμε σε μια ριζική καμπή στη ζωή μας, όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στην καθημερινή ζωή. Φανταζόμαστε έναν κόσμο όπου θα είναι δυνατή η εκτύπωση DNA, όπου η συζήτηση για τα κατασκευασμένα παθογόνα και τα αυτόνομα όπλα θα είναι συνεχής, και όπου η ύπαρξη βοηθών ρομπότ θα είναι το πρότυπο, ενώ δεν θα υπάρχει έλλειψη ενέργειας. Η επόμενη δεκαετία θα σηματοδοτηθεί από ένα κύμα ταχέως εξελισσόμενων νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, ενώ η καινοτομία υπόσχεται τεράστιο πλούτο, αντιπροσωπεύει επίσης μια απειλή για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Σήμερα, ενώ οι κυβερνήσεις δεν φαίνονται έτοιμες να αντιμετωπίσουν αυτή την εποχική πρόκληση, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει ένα ανησυχητικό μέλλον. Θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε οδό διαφυγής;

Η επιστροφή στην παραγωγή νομίσματος από ιδιώτες

Οι ιδιωτικοποιήσεις στην περίοδο των τελευταίων δεκαετιών (την εποχή του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού) είναι το βασικό μέσο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι μέχρι και σήμερα ο μόνος τομέας που διατηρεί –υπό συνθήκες– τον δημόσιο χαρακτήρα του είναι η νομισματική πολιτική. Ο θεσμός που εκδίδει, χαράσσει και ασκεί τη νομισματική πολιτική είναι, ως γνωστόν, οι Κεντρικές Τράπεζες των διαφόρων χωρών. Αυτές που δίνουν τον τόνο, βεβαίως, είναι οι Κεντρικές Τράπεζες των τριών μεγάλων χωρών, ΗΠΑ, ΕΕ, και ΗΒ δηλαδή οι: FED, ΕΚΤ και Τράπεζα της Αγγλίας. Στη σύγχρονη εποχή το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί κατεξοχήν ένα νομισματικό σύστημα. Δηλαδή ο ρόλος του νομίσματος είναι απολύτως κεντρικός για το σύστημα. Το νόμισμα και η νομισματική πολιτική αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της Κεντρικής Τράπεζας (σε συνεργασία με το σύστημα των εμπορικών τραπεζών ως προς τις διακυμάνσεις της παραγωγής του). Δηλαδή αποτελεί μια κεντρική δημόσια λειτουργία, δεδομένου ότι ο θεσμός της Κεντρικής Τράπεζας ανήκει ουσιαστικά στις βασικές δημόσιες λειτουργίες. Παράλληλα το σύστημα των εμπορικών τραπεζών, μέσω του οποίου ουσιαστικά παράγεται το χρήμα, είναι ιδιωτικό. Στον ρόλο τους ως μονοπωλίων στην έκδοση του νόμιμου χρήματος και της καθοδήγησης της νομισματικής και τραπεζικής πολιτικής, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται στο επίκεντρο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Τα κράτη έχουν εμπιστευθεί στις κεντρικές τράπεζες το μονοπώλιο της έκδοσης νόμιμου νομίσματος. Σε αντάλλαγμα αυτά, κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους, έπαψαν να έχουν κερδοσκοπικό σκοπό, όπως είχαν στην αρχή, επειδή ανήκαν σε ιδιώτες χρηματοδότες. Η λειτουργία των κεντρικών τραπεζών είναι πολύ σημαντική, οι πολιτικές τους μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας ή, αντίθετα, να την επιβραδύνουν ή και να τη βυθίσουν. Η δύναμή τους είναι τεράστια γιατί έχουν το μονοπώλιο στην έκδοση νόμιμου νομίσματος, δηλαδή του νομίσματος που εγγυάται το κράτος και επιβάλλεται από το κράτος για την πληρωμή φόρων. Ωστόσο, παραδόξως, το δημοκρατικό και κυρίαρχο κράτος, ο μόνος εγγυητής της αξίας του νομίσματος, έχει παραχωρήσει την εξουσία του να εκδίδει και να κυβερνά το νόμισμα σε μια «ανεξάρτητη» κεντρική τράπεζα[7]. Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών –για παράδειγμα από τα συμφέροντα των εθνικών κοινοτήτων ή από τους δημοκρατικούς θεσμούς– δεν είναι μόνο εννοιολογικά λανθασμένη: είναι επίσης αδύνατη. Για παράδειγμα, εάν το καθήκον μιας κεντρικής τράπεζας είναι να διατηρήσει τη λειτουργική ισορροπία της χρηματοπιστωτικής αγοράς, τότε πρέπει απαραίτητα να λειτουργεί «στο πλευρό του χρηματοπιστωτικού συστήματος», ακριβώς για να εγγυηθεί την ισορροπία του. Επομένως, η κεντρική τράπεζα πρέπει απαραίτητα να είναι μεροληπτική και να μοιράζεται τις αξίες της οικονομίας της αγοράς, εάν θέλει να μπορέσει να διατηρήσει την ισορροπία του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος (το οποίο προφανώς βασίζεται στην ανταγωνιστική αναζήτηση για μέγιστο κέρδος). Αυτό που φαίνεται να οδηγεί την επερχόμενη αλλαγή είναι η πολιτική βούληση των ακραίων νεοφιλελεύθερων να ιδιωτικοποιήσουν ολοκληρωτικά την παροχή του χρήματος με την κατάργηση των Κεντρικών Τραπεζών και την επαναφορά του καθεστώτος που ίσχυε πριν τη δημιουργία τους, δηλαδή τη ιδιωτική παροχή χρήματος. Αυτό μπορεί να γίνει διαμέσου των κρυπτονομισμάτων.

Η παγκόσμια οικονομία υφίσταται μια σεισμική αλλαγή, καθώς τα ψηφιακά κρυπτονομίσματα όλο και περισσότερο γίνονται αποδεκτά ως μέσον συναλλαγής και ως επενδυτικό όχημα. Η νέα επανάσταση των κρυπτονομισμάτων, σύμφωνα με τους υποστηρικτές τους, είναι έτοιμη να εξασφαλίσει απόλυτη οικονομική ισότητα σε όλους, με πλήρη πρόσβαση σε χρηματοοικονομικά εργαλεία που επί του παρόντος προορίζονται για τους τραπεζίτες επενδύσεων και τους πλούσιους πελάτες τους.

Ο νέος κόσμος των κρυπτονομισμάτων γεννήθηκε στον κόσμο της επιστήμης των υπολογιστών, με αλγόριθμους και δομές δεδομένων αρκετά περίπλοκες ώστε να μπερδεύουν όλους εκτός από τους πιο προηγμένους μηχανικούς λογισμικού. Σήμερα, όμως, τα κρυπτονομίσματα είναι διαθέσιμα σε όλους[8]. Το μέλλον του κόσμου με την ύπαρξη των κρυπτονομισμάτων ως βασικό μέσο συναλλαγής και αποθήκευσης αξίας, δηλαδή ως παγκόσμιο χρήμα, προφανώς θα είναι πλήρες ανισορροπιών και εντόνων διακυμάνσεων, δεδομένου ότι η απολύτως ελεύθερη αγορά είναι μια κατάσταση μη φυσική για τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Τέλος στην αίσθηση της ισότητας που δημιούργησε η μαζική μετανεωτερικότητα

Τα δομικά γνωρίσματα της μαζικής μετανεωτερικότητας, που βρίσκονται σχεδόν στον αντίποδα των αντίστοιχων του αστικού πολιτισμού –καταμερισμός εργασίας, κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και αποκοπή τους από ουσιακούς δεσμούς, αυξημένη κινητικότητα, δημιουργία ανταγωνιστικών πολιτικών αρχηγεσιών (ελίτ) σε αντικατάσταση της αστικής τάξης–, αυξάνουν σε υπέρμετρο βαθμό το αίσθημα της ισότητας με την πρόταξη της ίσης δυνατότητας ευκαιριών. Η κατάρρευση των ιεραρχιών που είχαν εγκαθιδρυθεί στο κοσμοθεωρητικό πλαίσιο της αστικής τάξης, προκάλεσε την προσδοκία ότι η ισότητα θα εξαπλωθεί σε όλους τους χώρους του κοινωνικού γίγνεσθαι και πρωταρχικά στον τρόπο άσκησης της εξουσίας –από την πολιτική στην επιχείρηση, από τον ιδιωτικό βίο στην κατανάλωση.

Η διεύρυνση της δημοκρατίας ήταν μια υπόσχεση των μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών. Οι προσδοκίες για την επίτευξη του στόχου στηρίζονταν εκτός των άλλων και στη συμβολή της νέας ηλεκτρονικής και ψηφιακής τεχνολογίας που διευκόλυνε την απαιτούμενη «παρουσία» του μετανεωτερικού ανθρώπου στη νέα διαμορφούμενη και διευρυνόμενη «συμμετοχική δημοκρατία».

Οι εξελίξεις έδειξαν, κατά τρόπο αποφασιστικό θα μπορούσα να υποστηρίξω, ότι οι υποσχέσεις έμειναν… υποσχέσεις. Η μαζική μετανεωτερική δημοκρατία κατέληξε σταδιακά να παράγει: μεγαλύτερη κοινωνική και οικονομική ανισότητα, εκτεταμένη ανομία, αυξανόμενη αυταρχικότητα, έντονο οικονομικό – γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ των πλανητικών δυνάμεων και συνεχή εξάπλωση της τεχνοεπιστήμης[9].

 Έννοιες που με την πρώτη ματιά φαίνεται να λειτουργούν ανεξάρτητα, αλλά ένα σοβαρό κοίταγμα φανερώνει την αλληλεξάρτησή τους και την επίδραση της μιας στην άλλη στη διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου. Θα πρέπει να λάβουμε στα υπόψη ότι κανένας όρος δεν αποκτά περιεχόμενο χάριν αυτού του ιδίου. Κάθε έννοια θα πρέπει να παρουσιάζεται εντός συγκεκριμένου πλαισίου, που περιγράφει τη γενική κοινωνική και πολιτική ιστορία.

Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά συνδέονται μεταξύ τους, και μπορούμε να αναγνωρίσουμε συσχετίσεις και αλληλεξαρτήσεις. Οι οικονομικές ανισότητες συσχετίζονται με την υπάρχουσα ανομία, η οποία με τη σειρά της σαφέστατα έχει σχέση με την εμφανιζόμενη αυταρχικότητα. Όλα τα παραπάνω λειτουργούν σε ένα περιβάλλον έντονου γεωπολιτικού και τεχνολογικού ανταγωνισμού. Η ανομία θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο εκφυλισμός της ισχύος σε αυθαιρεσία, όταν η ισχύς και η εξουσία παύουν να είναι αυτονόητες και γίνονται λεία, την οποία καθένας μπορεί να θηρεύσει. Συγχρόνως η διόγκωση της κρατικής αυταρχικότητας, ως καθαρής έκφρασης βίας, συντελείται εν μέσω μείωσης της ισχύος και ως τρόπος αντιμετώπισης της ανομίας την οποία τρέφει το γεωπολιτικό και οικονομικό πλανητικό περιβάλλον. Είμαστε μάρτυρες της προσπάθειας θεσμικού περιορισμού της ισχύος, ακριβώς λόγω του πραγματικού ή δυνητικού εκφυλισμού της σε αυθαίρετη εξουσία και βία. Κανείς δεν πρέπει να λησμονεί ότι το κράτος πραγματώνει και συνάμα απειλεί την ελευθερία, είναι μια μόνιμη κατάσταση των ανθρωπίνων πραγμάτων.

4.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το παγκοσμιοποιημένο μαζικοδημοκρατικό μετανεωτερικό σύμπαν, όπως το γνωρίσαμε βάσει των χαρακτηριστικών που εν αφθονία έχουν αναφερθεί, οδεύει σταθερά προς το τέλος του. Πολλά από τα χαρακτηριστικά του θα συνεχίσουν να παραμένουν, λειτουργώντας σαν γέφυρες προς τη νέα εποχή, της οποίας το βασικό χαρακτηριστικό θα είναι η εγκατάσταση στο επίκεντρό της ενός υπερτεχνολογικού κόσμου. «Καινούργιες ιδεολογίες»[10] θα αναδειχθούν. Η μορφή και το περιεχόμενο τους θα προσδιορισθούν από τον χαρακτήρα των υποκειμένων και των συνομαδώσεων των επερχόμενων χρόνων. Σίγουρα σε πλανητικό επίπεδο τα έθνη και επομένως οι πολιτισμοί θα έχουν τον πρώτο λόγο. Όμως σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και όσα έχουμε αναφέρει προηγουμένως, οδεύουμε σε μια εποχή με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: εποχή υψηλής τεχνολογίας με κυρίαρχη κατεύθυνση τη Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial General Intelligence), περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεων (παραγωγή χρήματος),προτάξεις εθνικών συμφερόντων, και γεωπολιτικών συγκρούσεων. Μια νέα εποχή που χρειάζεται όνομα που να προσδιορίζει θετικά το περιεχόμενό της, τον εαυτό της. Ας την ονομάσουμε: εποχή της κυριαρχίας της τεχνικής νοημοσύνης, των ισχυρών γεωπολιτικών συγκρούσεων, και της μετάλλαξης των κοινωνιών σε κοινωνίες μαύρων μυρμηγκιών.


[1] Lotta Poetica, Third Series, vol.1, Ιανουάριος 1987, σ. 82.

[2] Για μια συνολική παρουσίαση δες: Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Το ανυπόφορο βουητό του κενού, εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα 2017.

[3] C. Crouch, Post-democracy, Polity, 2004. (Μεταδημοκρατία, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006.)

[4] Π. Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, Τόμος Ια , ειδικά σ. 15-130, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2007.

[5] Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Το Ανυπόφορο βουητό του κενού, ό.π., σ. 92-119.

[6] F. Fukuyama, «The End of History?», The National Interest, Καλοκαίρι 1989.

[7] Το άλλο, ακόμη πιο εκπληκτικό γεγονός είναι ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, παρά την τεράστια ισχύ τους, οι κεντρικές τράπεζες δεν προβλέπονται από το Σύνταγμα και επομένως δεν ρυθμίζονται συνταγματικά. Είναι σχεδόν πάντα de facto εξωσυνταγματικά όργανα: για παράδειγμα, το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών προβλέπει ότι μόνο το Κογκρέσο έχει την εξουσία να κόβει χρήματα, να ορίζει το νόμισμα και να καθορίζει την αξία του. Δεν προβλέπει τη δημιουργία κεντρικής τράπεζας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επικριτές της ανεξαρτησίας της Federal Reserve επισημαίνουν ότι το αμερικανικό Σύνταγμα δεν κάνει καμία αναφορά σε μια κεντρική τράπεζα για την έκδοση χρήματος. Ακόμη και το ιταλικό Σύνταγμα δεν προβλέπει κεντρική τράπεζα, ενώ γενικά προβλέπει ότι «το κράτος έχει αποκλειστική νομοθεσία για το χρήμα», ακόμη και αν υπόκειται «σε συμμόρφωση με τους περιορισμούς που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και τις διεθνείς υποχρεώσεις» (άρθρο 117).

Σε νομικό επίπεδο, ο ρόλος, τα καθήκοντα και τα όρια των δραστηριοτήτων των κεντρικών τραπεζών είναι επομένως αβέβαια και συζητούνται πολύ σε διεθνές επίπεδο. Γενικά, τα Συντάγματα εμπιστεύονται την εξουσία επί του χρήματος στο κράτος και όχι στις κεντρικές τράπεζες, και ως εκ τούτου οι υπάρχουσες κεντρικές τράπεζες εμφανίζονται ουσιαστικά ως «πράκτορες του κράτους», μια υπηρεσία που λειτουργεί για λογαριασμό του. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η «ανεξάρτητη» κεντρική τράπεζα της σημερινής εποχής έρχεται σε σύγκρουση με αυτό το νομικό καθεστώς: στην πραγματικότητα, μια κρατική υπηρεσία μπορεί να είναι αυτόνομη, αλλά δεν μπορεί να είναι εντελώς ανεξάρτητη από το κράτος του οποίου είναι πράκτορας, εκτός εάν αυτό προβλέπεται από το Σύνταγμα.

Γενικά, τα δημοκρατικά Συντάγματα, στην κλασική τριμερή τους νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, προβλέπουν ότι η Δικαιοσύνη και το Συνταγματικό Δικαστήριο είναι «ανεξάρτητα» όργανα∙ αλλά εν προκειμένω η ανεξαρτησία τους, δηλαδή η «μη εξάρτησή» τους από άλλα συνταγματικά όργανα, ρυθμίζεται από το Σύνταγμα.

[8] Mustafa Suleyman, L’onda che verrà. Intelligenza artificiale e potere nel XXI secolo, Edizione Garzanti, 2024.

[9] Κ. Μελάς, Ανισότητα – Ανομία – Αυταρχικότητα – Ανταγωνισμός – Τεχνοεπιστήμη: τα χαρακτηριστικά του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Link.

[10] «Οι φιλοσοφικές προτάσεις είναι σαν τις πέτρες στο πετροπόλεμο. Τις εκσφεδονίζεις και αν ξαστοχήσουν είτε τις μαζεύεις και τις ξαναπετάς από άλλη θέση είτε περιέρχονται στην κατοχή του αντιπάλου, που σου τις εκτοξεύει με τη σειρά του στο κεφάλι. Η εξαπόλυσή τους δεν τις καταστρέφει, όπως αντίθετα συμβαίνει με τα (αποτελεσματικότερα) βλήματα προηγμένης τεχνολογίας. Το φιλοσοφείν είναι η διεξαγωγή εχθροπραξιών στην επικράτεια των αφηρημένων εννοιών και των γενικευτικών σχημάτων, όσων προβάλλουν δεσμευτικές αξιώσεις ισχύος. Στη αέναη αυτή διαπάλη ενίοτε δεν έχει τόση σημασία το τι λέγεται. Εκείνο που βαραίνει αποφασιστικά είναι ποιος το λέει και σε πια συγκυρία. Τ αντιμαχόμενα στρατόπεδα προσπορίζονται ποικίλες δέσμες ιδεών, συχνά δε αφομοιώνουν όσες είχε υιοθετήσει ο εχθρός και τις στρέφουν εναντίον του» Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Εκδόσεις ΑΑ. Λιβάνη, 2007, σ.137-8.

Κύλιση στην κορυφή