Μαίρη Μπαϊρακτάρη, Μετάφραση άνευ όρων, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2021.

Μου συνέβη κάποτε να ακούσω ένα ποίημα σε μια παντελώς άγνωστή μου γλώσσα και να μου αρέσει πολύ. Δεν μπορώ να το καλο-εξηγήσω, δεν θα ήθελα και να το υπερ-αναλύσω. Αποδέχτηκα το ευχάριστο γεγονός χωρίς πολλές αντιστάσεις, επιτρέποντάς του να μου αποδείξει πως η ποίηση μπορεί να είναι απολαυστική ακόμα και όταν δεν είναι κατανοητή. Αργότερα αναζήτησα μια ελληνική μετάφραση. Εκείνο που είχα ακούσει ήταν ένα φεμινιστικό ποίημα της Λάρα Μιτράκοβιτς, γραμμένο στα κροατικά. Η μετάφραση που βρήκα ήταν της Ισμήνης Ραντούλοβιτς και το ποίημα συνέχισε να μου αρέσει πολύ και στα ελληνικά[1]. Η Μετάφραση άνευ όρων της Μαίρης Μπαϊρακτάρη, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2021 από το Σαιξπηρικόν (και μου αρέσει επίσης πολύ), είναι μια εντελώς άλλη ιστορία.
Ο τίτλος Μετάφραση άνευ όρων προσελκύει εύκολα μεταφραστές και μεταφράστριες και παραπέμπει εξίσου εύκολα σε ένα μελέτημα για τη μετάφραση. Στο εξώφυλλο όμως, κάτω από τον έγχρωμο τίτλο, με λεπτά, διακριτικά γράμματα, μια λέξη προσδιορίζει το είδος· η λέξη είναι: «ποίηση». Αυτή η συνύπαρξη ποίησης και μετάφρασης μπορεί να φέρει στο μυαλό τον πασίγνωστο αφορισμό του Ρόμπερτ Φροστ «Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση». Την ίδια ώρα, «άνευ όρων» και «ποίηση» μαζί θυμίζουν τον στίχο από «Τα βέλη» της Ενδοχώρας του Ανδρέα Εμπειρίκου «άνευ ορίων άνευ όρων»[2]. Η διατύπωση «άνευ όρων» υπάρχει και μες στη συλλογή της Μπαϊρακτάρη (τέσσερις μάλιστα φορές, στις σελίδες 12, 19, 47, 52), το ίδιο και η γενική «ορίων» (δυο φορές: 36, 39).
Η Μετάφραση άνευ όρων αποτελείται από 26 ποιήματα, άλλα μεγάλα και άλλα μικρά[3], και δανείζεται τον τίτλο της από ένα από αυτά, το τέταρτο στη σειρά. Τα ποιήματα δεν είναι ασύνδετα μεταξύ τους, αποτελούν αντιθέτως ένα προσεκτικά δομημένο σύνολο. Δεν θέλω να πω με αυτό πως δεν μπορούμε να απομονώσουμε ένα ποίημα ή να ξεκινήσουμε την ανάγνωση από το σημείο της επιλογής μας (ό,τι θέλουμε κάνουμε). Επισημαίνω απλώς πως οι ποιητικές μονάδες είναι προσεκτικά τοποθετημένες, λειτουργούν προς χάριν του φροντισμένου συνόλου και συγκοινωνούν με διάφορους, ευφάνταστους ενίοτε, τρόπους. Είναι χαρακτηριστικό (και ασυνήθιστο) πως το πρώτο και το τελευταίο ποίημα της συλλογής έχουν τον ίδιο τίτλο: «Ο επιζών». Προκύπτει έτσι ένα σχήμα κύκλου που μας παρασύρει πιθανόν στην αναζήτηση ομοιοτήτων (νημάτων, ακολουθιών) στα δύο ποιήματα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως η συλλογή αφιερώνεται «Στη μνήμη του απολεσθέντος γράμματος» και πως το σημείωμα που έρχεται μετά το τελευταίο ποίημα και κλείνει τη συλλογή υπογράφεται από την «Αύρα του Απολεσθέντος Γράμματος». Το ποίημα «Ενθάδε κείται απώλεια μνήμης» ανοίγει με τον στίχο «Ναι, διάβαζε πολλά βιβλία. Αδιάλειπτα.» και το «Μετάφραση άνευ όρων», που είναι το αμέσως επόμενο, με τον «Ήταν φορές που αντί να διαβάζει, έγραφε.»[4]. Και βέβαια η συλλογή έχει έναν, εκ προοιμίου δηλωμένο, κεντρικό άξονα, που δεν είναι άλλος από τη μετάφραση.
Η Μετάφραση άνευ όρων περιλαμβάνει το ποίημα «Μεταφρασιμότητας υπολογισμοί» και στίχους όπως: «Βάλθηκε να μεταφράζει με εμμονή μια άγραφη σελίδα» (19), «Μεταφράζοντας ο καιρός μεταπερνά.» (21), «σαν να ’σουν εσύ ζωγραφισμένη/ σαν να ’σουν εσύ ανάγλυφα παρμένη./ Μεταφρασμένη.» (36). Κάποτε η μετάφραση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένουμε. Οι πρώτοι στίχοι του πρώτου «Επιζώντος», οι στίχοι που ανοίγουν τη συλλογή δηλαδή, είναι οι εξής: «Φόρεσε τα βήματά του με ευκολία δρομέα/ έδεσε σφιχτά αντί για τα κορδόνια του/ δυο λυμένους δρόμους και περπάτησε/ στους κύκλους που του αναλογούσαν». Αυτός «Ο επιζών» είναι το εκτενέστερο ποίημα της συλλογής, καλύπτει περισσότερες από τέσσερις σελίδες, και είναι και το πιο πολιτικό ποίημα της συλλογής. Οι αναφορές στο κράτος και τη βία, στους πνιγμούς, στα καμένα χωριά και χαρτιά, η Πλατεία Ομονοίας και οι «προδιαγραφές εξορίας» πολλά μπορεί να μας κάνουν να σκεφτούμε –η μετάφραση δεν νομίζω πως είναι ένα από αυτά. Κι όμως οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος είναι: «Αυτός είναι ο μεταφράζων./ Ο Επιζών./ Κι εγώ το εύρημά του. Η εμμονή του. Η μετάφρασή του.// Καλησπέρα σας.»[5]. Μας δίνεται έτσι η ευκαιρία να σκεφτούμε λίγο γύρω από το ποιητικό υποκείμενο[6]: Δεν ακούγονται εδώ τα λόγια της ποιήτριας, μιας μεταφράστριας, ενός ανθρώπινου όντος, αλλά της ίδιας της μετάφρασης. Μας δίνεται επίσης μια πάσα, το περιθώριο να μπούμε σε ένα παιχνίδι: Στις επόμενες σελίδες μπορεί να κρύβεται η μετάφραση, ψάξε να τη βρεις.
Εκτός από τη μετάφραση που τη μια εμφανίζεται και μιλά, την άλλη καμουφλάρεται και σιωπά, πολλαπλούς ρόλους αναλαμβάνει σε τούτο το βιβλίο εδώ και η Μαίρη Μπαϊρακτάρη. Η Μπαϊρακτάρη είναι ποιήτρια, δική της είναι η συλλογή Μετάφραση άνευ όρων. Είναι όμως και μεταφράστρια, μεταφράζει από τα γαλλικά, είναι και ερευνήτρια με μεταφραστικά ενδιαφέροντα: Η μετάφραση είναι κάτι που γνωρίζει καλά, είναι το πεδίο έρευνας και δράσης της, όχι ένα απλό χόμπι ή δουλειά. Εν προκειμένω, η Μπαϊρακτάρη βρήκε γόνιμο τρόπο να συνδυάσει όσα γνωρίζει καλά με τα ποιητικά. Δεν κάθισε να γράψει ποίηση επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να αναδείξει τα μεταφραστικά προβλήματα που αντιμετώπισε κατά καιρούς ή προκειμένου να συμβάλει ανορθόδοξα στο δύσκολο θέμα της μετάφρασης της ποίησης, εμπνεύστηκε όμως από αυτά.
Στη Μετάφραση άνευ όρων υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές σε «άγνωστες λέξεις» (14), στη «μητρική γλώσσα» (19), «στη γλώσσα-βέλος-στόχο» (28), «σε μιαν άλλη εκδοχή» (31). Θίγονται ζητήματα όπως η μεταφρασιμότητα (χαρακτηριστική είναι η αναφορά στο «μεταφραστικό του ανέφικτο» [19], και βέβαια ο τίτλος «Μεταφρασιμότητας υπολογισμοί») και η σχέση πρωτοτύπου-μεταφράσματος: «σε μια απεγνωσμένη διαδικασία/ οικειοποίησης του πρωτοτύπου σου/ έγραψες από μόνη σου/ χωρίς τον συγγραφέα/ την Ιστορία της ασφυξίας/ που μου ταιριάζει» (27). Φανταζόμαστε, διαβάζοντας, μεταφραστές που δουλεύουν νύχτα, ξενυχτούν πάνω από κείμενα, βρίσκουν λύσεις και πετάγονται απ’ τον ύπνο τους («Ξυπνά στον ίδιο πάλι ύπνο του» [14], «Ώσπου μια νύχτα, τη νύχτα δεν κοιμήθηκε.» [19]). Σκεφτόμαστε τον χρόνο ως εχθρό της μεταφράστριας που έχει αναλάβει μια δουλειά και η προθεσμία της εκπνέει («με όριο τη σύμβαση του χρόνου» [39], «ο αντίπαλός της/ Χρόνος» [45]).
Η Μπαϊρακτάρη παρουσιάζει στο βιβλίο της ορισμένες μεταφραστικές δυσκολίες, προχωράει όμως πέρα από αυτές –όχι προτείνοντας μεταφραστικές λύσεις βέβαια, αλλά μετασχηματίζοντας τις δυσκολίες σε ποίηση. Κάπως έτσι γίνεται και από το ερώτημα «πώς κάνω ρίμα» οδηγούμαστε στο «πώς κάνω κύμα εγώ μαζί σου» (26). Κάπως έτσι γίνεται και μεταφραστής και μετάφραση παύουν να αποτελούν υποκείμενο και αντικείμενο –γίνονται τα πρόσωπα μιας ιστορίας αγάπης, όπου το «μεταφράζω» μοιάζει στο «αγαπώ» και «σε μεταφράζω» σημαίνει κάτι ερωτικό[7]. Ενδεικτικές είναι οι διατυπώσεις: «Αν εμένα μεταφράζεις» (20), «γράψε με στη σελίδα σου» (26), «Αν σε μετέφραζα εν αγνοία σου/ θα ήταν αναγκαίο» (28). Στη Μετάφραση άνευ όρων τα σώματα είναι άλλοτε κειμενικά (ένα ποίημα, ένα μετάφρασμα, «της έμπνευσης το σώμα» [19]) κι άλλοτε ανθρώπινα. Όσο για τη μετάφραση, δεν είναι απλώς μια μεταφορά λόγου από μια γλώσσα σε μια άλλη, αλλά και μια άλλου είδους μεταφορά: ένας τρόπος να μιλήσουμε για τον έρωτα (ενδεικτικές οι αναφορές στον λογοκλόπο έρωτα και στο «ερωτικώς απερίφραστον» [14 & 22, αντίστοιχα]). Ένας σύνθετος και καλοδουλεμένος τρόπος να μιλήσουμε για τον έρωτα –χωρίς αγάπες και λουλούδια, αλλά με ορισμούς-οργασμούς (36-7).
Με αφορμή την αναφορά στη μεταφορά: Τα σχήματα λόγου του βιβλίου είναι αξιοσημείωτα πολλά, σε σημείο που μοιάζει ώρες ώρες να αποτελεί προϊόν άσκησης[8]. Συναντάμε στις σελίδες του παρομοιώσεις («ύφασμα ελαφρύ σαν χώμα» [15]), προσωποποιήσεις («η νύχτα μάς άγγιξε» [35]), παρηχήσεις («τρομακτικής ακρίβειας κρότο» [44]), αποσιωπήσεις («Δικαιολογίες… Εφιάλτης…» [19]), οξύμωρα («Πυράκτωση σε πάγο» [46]), επαναφορές («τώρα που είναι αργά/ τώρα που νομίζει ότι όλα τελείωσαν/ τώρα που έγινε απολίθωμα τύψης» [16]), ομοιοτέλευτα («το δέρμα η φυγή/ βαλμένα στη γη» [31]), υπερβατά («λυγίζει με ύλη το χρόνο μου» [38]) και άλλα. Λες και βάλθηκε η Μπαϊρακτάρη να δώσει ζωή στον δικό της στίχο «κι όλα τα σχήματα λόγου» (17). Σχολίασα νωρίτερα τον, κατάλληλο για ένα βιβλίο για τη μετάφραση, τίτλο Μετάφραση άνευ όρων. Προσθέτω τώρα ένα σχόλιο για το λεξιλόγιο της συλλογής: Λέξεις όπως «μετρική» (12), «αμφισημίες» (26), «ομόηχη» (28), «ανομοιοκατάληκτη» (30) αφορούν φυσικά την ποίηση, χρησιμεύουν όμως συνήθως για να μιλήσουμε για αυτήν, όχι για να γράψουμε ποίηση[9]. Και κάτι τελευταίο περί εκφραστικών τρόπων, τρία παραδείγματα αναγνωστικών ξαφνιασμάτων, τρεις στίχοι: «κι εξαφανίστηκα ως δι’ απορίας.» (14· αντί για «διά μαγείας»), «στο τέλος τέλος της γραφής» (18· συνδυασμός των «στο τέλος τέλος» και «στο κάτω κάτω της γραφής»), «του άστραψε δυο χάδια στο κεφάλι» (44· χάδια-χαστούκια: σημειώσατε 1)[10].
Προσωπικά, η Μετάφραση άνευ όρων (που είπα ήδη πως μου αρέσει πολύ) δεν με κέρδισε χάρη στον ρυθμό, την ευγλωττία, τις ωραίες λέξεις της (ασχέτως αν διαθέτει και τέτοιες). Ούτε μου γαλήνεψε την ψυχή –ίσα ίσα, μεγάλη αναστάτωση μου έφερε. Δεν απευθύνεται πάντα στις ευαίσθητες χορδές μας η ποίηση και αυτή εδώ η συλλογή είναι μάλλον στη νόηση που στοχεύει, όχι στην αίσθηση. Δεν πρόκειται για εύκολη ποίηση (αν υποθέσουμε πως υπάρχει και τέτοια), είναι ποίηση που σε ακολουθεί, σε τριβελίζει (σαν μεταφραστικό πρόβλημα), σε ξενυχτάει (σαν ερωτικό σκίρτημα), σε στέλνει από τη μια σελίδα στην άλλη και μετά στο πάνω δεξιά ράφι της βιβλιοθήκης σου, πριν σε ρίξει σε περισυλλογή.
Η επίμονη ανάγνωση της Μετάφρασης άνευ όρων είχε ως αποτέλεσμα (μέσα σε όλα) να θυμηθώ και να ξανα-διαβάσω άλλα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα τη μετάφραση. Θα αναφέρω τρία από αυτά[11]. Το πρώτο είναι ο «Μεταφραστής» από τα Θανάσιμα επαγγέλματα του Γιάννη Κοντού (Εκδόσεις των Φίλων 2014). Ένα μικρό πεζό που αφιερώνεται στην, μεταφράστρια και ποιήτρια, Τζένη Μαστοράκη και ανοίγει με τα λόγια: «Το άρωμα της άλλης γλώσσας μάς τυλίγει». Το δεύτερο είναι ένα μικρο-διήγημα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με τίτλο «Ο καλός μεταφραστής»[12]. Καλός μεταφραστής και δάσκαλος μετάφρασης ο ίδιος ο Παλαιολόγος, έχει συμβάλει τα μέγιστα στη συλλογική μετάφραση, αναγνώστης επίσης της Μπαϊρακτάρη, έχει μιλήσει για το βιβλίο της σε σχετική εκδήλωση στην Αθήνα. Το εν λόγω μικρο-διήγημά του, έχει σημασία, νομίζω, να αναφερθεί αυτό, είναι μια ερωτική ιστορία. Κράτησα για το τέλος «Το αμετάφραστο», ένα ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου, που υπήρξε βέβαια και σπουδαίος μεταφραστής. Το ποίημα λέει τη δική του ιστορία: Κάποιος γράφει ένα ποίημα «με λέξεις καθημερινές» και θέλει να το μεταφράσει στη μητρική του. Ενώ μεταφράζει, «ο ίσκιος ενός γλάρου πάνω στα νερά/ του [θυμίζει] πως όλα τα πουλιά της μακρινής πατρίδας του/ [έχουν] αποδημήσει ή σκοτωθεί»[13]· και εδώ τελειώνει η ιστορία.
Η Μετάφραση άνευ όρων έχει κάτι το γριφώδες, απαγγέλλει γρίφους (26). Κρύβει πίσω της πείρα και σπουδή, στοχασμό και τριβή, τη γενική παιδεία μιας μεταφράστριας –και επίσης τη γαλλική και τη θεατρική παιδεία της συγκεκριμένης ερευνήτριας, μεταφράστριας, ποιήτριας. Συναντάμε, έτσι, κάτι γαλλικά στη σελίδα 19, στα οποία δεν στάθηκα πολύ, καθώς είναι ανύπαρκτη η δική μου γαλλική παιδεία[14]. Συναντάμε ακόμα, αν κοιτάξουμε καλά, τον Ζακ Ντεριντά: Ο φιλόσοφος δεν κατονομάζεται, αλλά δεν μπορεί παρά να έχει περάσει από τη σελίδα 12, όπως μαρτυρούν οι έννοιες «αποδόμηση» και «επιζωή»[15] που μνημονεύονται εκεί. Συναντάμε και την Αυλή των θαυμάτων, το θεατρικό του Ιάκωβου Καμπανέλλη, κουρνιασμένη σε μια παρένθεση (11).
Αν η Μιτράκοβιτς, που ανέφερα στην αρχή, μου μίλησε σε ξένη γλώσσα και κατάφερε να τη νιώσω και να συγκινηθώ, η Μπαϊρακτάρη, επιστρατεύοντας τη μεταφραστική μαεστρία της, παρότι μιλάμε και γράφουμε στην ίδια γλώσσα, με ταρακούνησε και με προκάλεσε να την ξεκλειδώσω, προκειμένου να την κατανοήσω. Όσο τα έκανα αυτά, εκείνη μου χάριζε πολλά. Η Μετάφραση άνευ όρων ενδείκνυται για εξάσκηση στα σχήματα λόγου, μπορεί να αποτελέσει τη βάση ενός πρωτότυπου μαθήματος μεταφρασεολογίας, κατά πάσα πιθανότητα θα χρησίμευε και ως καλή μεταφραστική άσκηση. Θα ταίριαζε ένας σύνδεσμος εδώ, επιλέγω όμως να αφήσω ξεκρέμαστη την τελευταία μου πρόταση. Η Μετάφραση άνευ όρων είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα ιδιαιτέρως απολαυστικό ανάγνωσμα.
[1] Πέντε ποιήματα της Μιτράκοβιτς, σε μετάφραση της Ραντούλοβιτς, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
[2] Το κείμενο αυτό διαβάστηκε, σχεδόν αυτούσιο, στην παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη στις 14 Οκτωβρίου 2022. Η παρουσίαση έγινε στο καφέ Ζώγια και τη συζήτηση συντόνισε η Δέσποινα Λάμπρου. Για το βιβλίο μίλησε, εκτός από μένα, και η ποιήτρια Μαρία Πατακιά, η οποία αναφέρθηκε επίσης στον εν λόγω στίχο του Εμπειρίκου. Αυτό το δύο-στα-δύο εξέπληξε μάλλον τη Μπαϊρακτάρη, που μας εξήγησε αργότερα πως εκείνη χρησιμοποίησε το «άνευ όρων» σαν άλλο «χωρίς ορολογία», πράγμα που εξέπληξε μάλλον εμάς με τη σειρά μας. Αναφέρω το περιστατικό ως ενδιαφέρον και σίγουρα όχι για να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα του τύπου «άρα έτσι πρέπει να εκλάβουμε τον τίτλο».
[3] Όλα βέβαια είναι σχετικά: 14 από τα ποιήματα της συλλογής δεν ξεπερνούν σε έκταση τη μία σελίδα, με συντομότερο το «Καθημερινό σκηνικό» που αποτελείται από έξι στίχους. Στο εκτενέστερο θα αναφερθώ παρακάτω.
[4] Επίσης: Το «Μετάφραση άνευ όρων» κλείνει με τους στίχους «ίσως κατορθώσεις αύριο βράδυ/ να κλείσεις τα μάτια/ πιο νωρίς.// Για πάντα.» και ο δεύτερος στίχος τού «Πέρασε πολύς καιρός», που είναι το αμέσως επόμενο ποίημα της συλλογής, είναι «Δεν ξέρω αν κοιμήθηκε για λίγο ή για πάντα.».
[5] Με το «Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας» έκλεινε, αρκετές δεκαετίες πριν, ένα άλλο ποίημα, το «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος», η Ελένη Βακαλό.
[6] Αλλιώς χρήσιμους προς την ίδια κατεύθυνση θεωρώ και μερικούς άλλους στίχους της συλλογής: «Αγόρευε περί ολότητας στον ενικό/ με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι/ να χωρίζει το πρώτο πρόσωπο/ από το πρόσωπό του.» (51).
[7] Θυμάμαι που ο Αντρές Νέουμαν στους Βαρβαρισμούς του (μτφ. Μεταφραστικό Εργαστήριο Abanico, Opera 2015) όριζε τη μετάφραση (συν τοις άλλοις) ως «έρωτα που πληρώνεται με τη λέξη». Η ίδια η ποιήτρια έχει αναφερθεί σε συνέντευξή της (link) στη «μετατροπή της Μετάφρασης σε μεταφορά για τη δυαδικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις», στον ερωτισμό «που αναδύεται ως πάλη, μεταφορικά πάντα, από τη σχέση του μεταφραστή με τη μετάφρασή του». Ο αριθμός δύο είναι βασικός στη Μετάφραση άνευ όρων· βλ. τους τίτλους «Δύο;» και «Δυο φορές» αλλά και τους στίχους «δύο-ή-πιο-πολλά-πόσα;» (42), «Σώματα: δύο.» (47), «Έπλυνα δυο καθαρά πουκάμισα/ και δυο λευκά σεντόνια» (49). Μιλώντας για αριθμούς, ενδιαφέρον έχουν, κατά τη γνώμη μου, και οι τριπλές επαναλήψεις της συλλογής που δίνουν, λες, πότε πότε το τέμπο: «Και σκάλες σκάλες σκάλες παντού» (9), «ένα ένα ένα» (21) «και παίξε, παίξε, παίξε με» (35), «όχι-όνειρο-όχι-όνειρο-όχι-όνειρο» (42).
[8] Και που πάντως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως τέτοια: Βρείτε και ταξινομήστε τα σχήματα λόγου. Τα περί άσκησης επικυρώνονται, νομίζω, από σημεία όπως τα ακόλουθα δύο. 1) Γράφει, στο ποίημα «Δυο φορές», η Μπαϊρακτάρη: «σαν επανάληψη και σαν πλεονασμό σου», σαν οδηγία/θεωρία· και ελάχιστα παρακάτω: «δικό σου και δικό σου», σαν υλοποίηση/πράξη. 2) «Ιδίως τους αναγραμματισμούς μου πρόσεξε», διαβάζουμε στο «Μεταφρασιμότητας υπολογισμοί»· και βλέπουμε μετά, στο «Αντάλλαγμα», τη «λέξη» να γίνεται «έλξη» (και επίσης την ομόηχη [όχι λέξη, αλλά] έλξη στην «Αναντιστοιχία»· η λέξη «έλξη» παραπέμπει βέβαια και σε σχήμα λόγου).
[9] Το ίδιο ισχύει και για τον στίχο «σημεία στίξεως ελάχιστα» (17). Το «στίξεως» δεν είναι ο μόνος λόγιος τύπος της συλλογής, βλ. π.χ., και τα «ρητώς» (18), «άληστος» (38), καθώς επίσης και το ομηρικό «πτερόεντα» (17). Στα άδυτα του ποιητικού εργαστηρίου μιας ερευνήτριας μπορεί να συμβαίνουν περίεργα πράγματα πάντως, όπως εξήγησε η ίδια η Μπαϊρακτάρη κατά την παρουσίαση του βιβλίου της στη Θεσσαλονίκη: Μίλησε για την παράλληλη γραφή ενός δοκιμίου και ενός ποιήματος, για δυο ταυτόχρονα ανοιχτά αρχεία στον υπολογιστή και για την χωρίς πολλή σκέψη μετάβαση από το ένα στο άλλο. Στην τύχη πάντως (ή στον φίλο κόκορα) τελικά δεν μπορεί να έμεινε τίποτα. Έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται εμένα, όπως κοιτάω και ξανακοιτάω το ποιητικό αποτέλεσμα.
[10] Οπωσδήποτε σχετική είναι και η ακόλουθη «σημείωση» της Μπαϊρακτάρη: «Ήταν σκοτάδι παράλογο που επίτηδες/ του κάλυψε με το πρόσωπο τα χέρια.» (24· διαβάζω εμφατικά τη λέξη «επίτηδες»).
[11] Έστω και με μικρότερα γράμματα, αναφέρω εδώ και το πιο πρόσφατο σχετικό μου ανάγνωσμα, την «Ξενάγηση χωρίς μετάφραση» της Παυλίνας Μάρβιν. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Θαύματα στου Πολύφημου: σονέτα για την πολυκατοικία μου, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2022 από τις εκδόσεις Κίχλη.
[13] Από τα Παρισινά ποιήματα και ένα από τα τελευταία ποιήματα της συγκεντρωτικής έκδοσης Ποιήματα (1941-1974) (Ύψιλον 31991).
[14] Αναφέρομαι στον στίχο «Frustration, regard nu dans la nuit» (και στον «Regard nu dans la nuit.» που έπεται), τον οποίο πάντως η Μπαϊρακτάρη φροντίζει και να μας μεταφράσει.
[15] Το σημείο στο οποίο αναφέρομαι είναι το εξής: «να μείνει ως αποδόμηση/ ελεύθερο θέμα σε σχήμα δέσμιο/ και άνευ όρων η επιζωή σε λόγου μας». Δυνητικά αναγνωστικά ερωτήματα στη σειρά: «τι είναι επιζωή;», «τι κάνει εδώ ο Ντεριντά;», «πόσοι άλλοι μπορεί να έχουν περάσει από δω γύρω;», «θα μπορούσα να τους εντοπίσω;». Λοιπόν, από δω γύρω έχει περάσει σίγουρα κι ο Αριστοτέλης· εμφανέστατο είναι το ίχνος που άφησε στον στίχο «ως μη έρως πράξεως σπουδαίας και τελείας». Απηχείται μάλιστα και σε άλλα σημεία του ίδιου ποιήματος, κάπως δυσκολότερα εντοπίσιμα ίσως, ως εισηγητής της μεσότητας και του συλλογισμού: «ο ίδιος στεκόταν κάπου στη μέση», «σ’ έναν φυγόκεντρο συλλογισμό» (9).

