Πολλές φορές σκέφτομαι πως η ελληνική γλώσσα, με όλη την ιστορία και την πολιτιστική βαρύτητα που φέρει, δεν μπορεί παρά να είναι, στο παρόν και στο μέλλον, το γόνιμο έδαφος πάνω στο οποίο δύναται να πατήσει κάθε ανθρώπινο ον που αναζητά, με αγωνία και επιμονή, ρίζες και στηρίγματα σε πανανθρώπινες ιδέες. Και αυτή τη σκέψη μου, θαρρώ, τη συμμερίζονται πολλοί ακόμη άνθρωποι, όχι μόνο εντός των συνόρων μας, όπως θα ήταν άλλωστε αναμενόμενο, αλλά και σε κάθε άκρη του κόσμου, όπως επανειλημμένα έχω δει να συμβαίνει όταν συνομιλώ με τους ανθρώπους της επιστήμης και της τέχνης που επιμένουν να αγωνίζονται στο εξωτερικό για τη διατήρηση και διάδοση τόσο των κλασικών όσο και των νεοελληνικών σπουδών.
Μέσα σε όλη αυτή την προσπάθεια θεωρώ πως έχουν έναν καταλυτικό ρόλο οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται από δασκάλους των διαφορετικών βαθμίδων εκπαίδευσης για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό. Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλές αξιοθαύμαστες πρωτοβουλίες, αλλά γνωρίζοντας καλύτερα τον ιταλικό χώρο και τους εκεί σύγχρονους φιλέλληνες, επιλέγω να καταγράψω μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα εμπειρία την οποία αποκόμισα πρόσφατα και είναι ίσως διδακτική για τις ευφάνταστες και αποδοτικές μεθόδους που ζωντανεύουν τη γλώσσα μας σε συνάρτηση με τον σύγχρονο ποιητικό λόγο αλλά και με την αντίληψη πως η ελληνική γλώσσα είναι μία και αδιαίρετη και πως αρχαία και νέα γλώσσα μπορούν να αλληλοτροφοδούνται γνωστικά και βιωματικά κατά την εκμάθησή τους.
Αφορμή λοιπόν για αυτό το κείμενο και τους ευρύτερους στοχασμούς περί γλώσσας που θα αναπτύξω στη συνέχεια υπήρξε για εμένα η επίσκεψή μου στο Liceo Classico «Tito Livio» στο Μιλάνο, στις 19.4.2024, στο πλαίσιο του προγράμματος Creative Europe – Day of European Authors (υπό την αιγίδα του European Writers’ Council και σε συνεργασία με την Εταιρεία Συγγραφέων). Το συγκεκριμένο σχολείο είναι ένα από εκείνα τα λίγα ιταλικά σχολεία στα οποία διδάσκονται ως μάθημα προαιρετικό τα νέα ελληνικά, χάρη στη συμβολή του ελληνιστή καθηγητή Massimo Cazzulo, ο οποίος έχει αναπτύξει στο πλαίσιο των μαθημάτων του μια ιδιαίτερη μέθοδο, που εμπλέκει στη μαθησιακή διαδικασία τόσο τη γνώση εκ μέρους των μαθητών των αρχαίων ελληνικών όσο και την επαφή με τη νεοελληνική ποίηση. Θα πρέπει να τονιστεί πως για τη διδασκαλία των νέων ελληνικών στην ιταλική δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο εγχειρίδιο, αλλά ο εκάστοτε καθηγητής αναπτύσσει ελεύθερα τη μεθοδολογία του.
Κατά την επίσκεψή μου, λοιπόν, πέρα από τα όσα συζητήσαμε με τους μαθητές περί της σύγχρονης ποίησης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και το πώς λειτουργούσε η διδασκαλία των νέων ελληνικών. Οι μαθητές των νέων ελληνικών είχαν πραγματοποιήσει μόλις λίγα μαθήματα. Εκείνο λοιπόν που ανέμενα ήταν πως η διδασκαλία θα αφορούσε στοιχειώδεις γλωσσικές γνώσεις, ότι δηλαδή θα επρόκειτο για ένα προπαρασκευαστικό στάδιο πριν προχωρήσει κανείς στη συστηματική και πλήρη εκμάθηση γραμματικοσυντακτικών κανόνων και λεξιλογίου. Κι όμως αυτό που συνέβη ήταν κάτι που πραγματικά με εξέπληξε.
Μέσα στην τάξη μοιράστηκε στους μαθητές το ποίημα «Μνήμη Β΄» του Σεφέρη. Δεν μπορούσα να φανταστώ με ποιον σκοπό διδόταν στους μαθητές ένα τόσο απαιτητικό κείμενο. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως το κείμενο αυτό όχι μόνο δεν ήταν απροσπέλαστο για τους μαθητές, αλλά αντιθέτως συνέτεινε προς μια ενεργοποίηση των γνώσεων που είχαν στην αρχαία ελληνική (να επισημάνω πως είχαν μια γνώση αρχαίων ελληνικών που προσωπικά με εξέπληξε!), με στόχο να συνδεθούν αυτές με ένα νέο γλωσσικό πεδίο, το πεδίο της νεοελληνικής γλώσσας. Οι μαθητές άρχισαν να ανιχνεύουν μέσα στο σεφερικό κείμενο ρίζες λέξεων, προθήματα και επιθήματα, γραμματικές δομές, που συνδέονταν με όσα γνώρισαν από τα αρχαία ελληνικά. Μέχρι το τέλος του μαθήματος συντελέστηκε κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να περιμένω: τα παιδιά με την καθοδήγηση του δασκάλου τους μπόρεσαν να αποδώσουν μεταφραστικά το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου.
Ως εκ τούτου αυθόρμητα γεννήθηκαν μέσα μου οι εξής σκέψεις και συνειδητοποιήσεις:
α) Η αρχαία γλώσσα μας μπορεί να λειτουργήσει ως γλώσσα ζώσα κατά τη μαθησιακή διαδικασία των νέων ελληνικών, ενεργοποιώντας μέσα από την εστίαση στο ελάχιστο των γλωσσικών δομών τη νέα γνώση – και θα χαρακτήριζα τη νέα αυτή γνώση ως μια γνώση ολιστική, αφού φέρει μέσα της τη γλωσσική διαχρονία.
β) Αυτό που ονομάζουμε συχνά βιωματική μάθηση –μια μάθηση, δηλαδή, που εμπλέκει στη γνωσιακή διαδικασία την επικοινωνία, τη χρηστικότητα της γνώσης, το βίωμα– μπορεί να πραγματοποιηθεί με τον βέλτιστο τρόπο μέσα από την αξιοποίηση του ποιητικού λόγου. Η ποίηση, σε αυτή την περίπτωση το ποίημα του Σεφέρη, δεν αποτέλεσε μια απόμακρη κειμενική πραγματικότητα, αλλά ένα πνευματικό βίωμα. Και ας μου επιτραπεί να εκφράσω την πεποίθησή μου πως τα πνευματικά βιώματα είναι τόσο καθοριστικά για την ανάπτυξη του ανθρώπου όσο και οι εμπειρίες της καθημερινότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Η ποίηση ενεργοποιεί εικόνες, πολύσημα νοήματα και ερμηνείες, πολυεπίπεδους κόσμους, πολλαπλές λειτουργίες της γλώσσας, λεπτές αποχρώσεις των ιδεών και των εννοιών. Η ποίηση είναι βίωμα, γιατί εσωτερικεύεται διανοητικά και συναισθηματικά και συντελεί σε εσωτερικές και εξωτερικές μετατοπίσεις. Ένα ποίημα μπορεί να αποτελέσει εντέλει βιωμένη αλήθεια και άρα να συνδεθεί με τη βιωματική εκμάθηση μιας γλώσσας.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μοιραστώ και κάποιους βαθύτερους στοχασμούς και αγωνίες μου περί της γλώσσας, της διαχρονίας της και της «μαγικής» λειτουργίας της στον ποιητικό λόγο. Ένα ποίημα μπορεί να λειτουργήσει ως ένα γονιμότατο πεδίο στη διαδικασία της γλωσσικής εκμάθησης, γιατί συμπυκνώνει περισσότερο από κάθε άλλο κειμενικό είδος το πνεύμα μιας γλώσσας. Ως εκ τούτου, όταν κανείς διαβάζει ένα ποίημα, μπορεί να προσεγγίσει μια γλώσσα εισδύοντας στη βαθύτερη πραγματικότητα και ουσία της. Στο ποίημα, μορφή και περιεχόμενο είναι αξεδιάλυτα: μουσικότητα, ήχοι, φθόγγοι, γράμματα, συλλαβές αποκτούν θέσεις αρμών, ώστε να δομηθεί η ομορφιά, η αρμονία, η αλήθεια του κόσμου που φέρει μέσα της η γλώσσα. «Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του / Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή –εύω / Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου / H άλλη σου φανεί», γράφει ο Ελύτης στο «Ρήμα το σκοτεινόν» εκφράζοντας ίσως με τον πιο καθαρό και αποκαλυπτικό τρόπο τη μαγική λειτουργία της γλώσσας, που κρύβει το πνεύμα ενός ολόκληρου κόσμου μέσα σε έναν ήχο, μέσα σε ένα ελάχιστο τραγούδισμα. Έτσι, επιστρέφουμε ενώπιον μιας αρχέγονης αλήθειας: της αλήθειας εκείνης που αντιλαμβάνονταν οι αρχαίες επικλήσεις και ο τελετουργικός λόγος, ο οποίος μέσα από έναν ήχο, μία λέξη, άνοιγε τον δρόμο προς την επικοινωνία με ένα επίπεδο πέρα από το ανθρώπινο, εκεί όπου κατοικούν οι φυσικές και συμπαντικές αρμονίες. Άραγε μπορούμε στ’ αλήθεια όταν διαβάζουμε ένα ποίημα να μιλήσουμε για τη συμβατική σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου ή μήπως ακριβώς εκείνη τη στιγμή τα δύο γίνονται ένα, ώσπου βρίσκουμε μπροστά μας τον πλατωνικό Κρατύλο, στον οποίο με έναν συγκινητικό τρόπο περιγράφεται πώς η γλώσσα φέρει αλήθεια σε κάθε γράμμα, σε κάθε ήχο; Τον Κρατύλο που τόσο αγάπησε και η ιταλική Αναγέννηση, όταν οι ουμανιστές πάσχιζαν να κατακτήσουν την ελληνική γραμματεία, θεωρώντας την ελληνική γλώσσα ως μια γλώσσα-κλειδί για το πέρασμα σε μια σφαίρα διαχρονικής γνώσης. Να η Ελλάδα και η Ιταλία λοιπόν και πάλι μπροστά μας ως δύο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας: τώρα και πάντα.
Κλείνοντας θα πρότεινα: ας διερωτηθούμε ξανά πώς βλέπουμε τη γλώσσα μας, ώστε να αλλάξουμε τον τρόπο ίσως με τον οποίο βλέπουμε και τον κόσμο. Είναι εντέλει η γλώσσα μόνο ένα μέσο επικοινωνίας, μόνο ένα εργαλείο μεσολαβητικό; Ή μήπως είναι η αιτία και ο σκοπός, ο ίδιος ο κόσμος, η αλήθεια πίσω από τα φαινόμενα; Μήπως ως ποιητές ή/και ως δάσκαλοι, ανοίγοντας τους δρόμους της γνώσης προς κάθε χρόνο της γλώσσας μας, προς τη διαχρονία της, μπορούμε να βρούμε μια χαμένη, μια λησμονημένη πνευματική ενότητα;

