Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Χενάρο Τάλενς

Μεταποιήματα

Επιλογή-μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή

Όταν ο έρωτας επινοεί λαβυρίνθους
σίγουρα κάποιος θα χαθεί

Μετά από τόσα ταξίδια μάταια, τόσες απόπειρες φυγής, δίχως να ξέρω με βεβαιότητα τι ή πού να ψάξω, δίχως άλλη πεποίθηση απ’ το να έχω γράψει γι’ αυτά που έζησα ή είδα (συχνά ακόμα και γι’ αυτά που φαντάστηκα ή που έμελλε να ζήσω), τόσες κενές φράσεις ή ελάχιστα απαραίτητες, τώρα, ξαφνικά, νιώθω και πάλι κάθε λέξη σαν μια πράξη αγάπης. Σπάνια τα φτερά αφήνουν πίσω τους κάποιο ίχνος. Κινούνται με ακρίβεια βέλους, τη νοσταλγία μιας φωτιάς όπου η θέληση τρίζει σαν κάτω από έναν αβέβαιο ουρανό από σελοφάν. Και περιμένω. Υπάρχει μια χώρα μακρινή, από φωνές πολύ σκοτεινές κρυστάλλου δίχως σώμα που μπήγουν τις ρίζες τους μέσα στη νύχτα. Αγαπώ κάθε λέξη γιατί με αναγκάζει να χτίσω τα όρια της σιωπής μου, όπως ο κισσός χτίζει με συνέπεια την πίστη του, την αρμονία του ή ο αφρός σπάει πάνω στην άκρη του ακρωτηριού, τόσο στη νηνεμία όσο και στη θαλασσοταραχή. Αγαπώ τα μέρη όπου το φως ήταν δικό μας, το χρώμα του ονόματός του, κι ακόμη αγαπώ όσους δεν είδαμε, γιατί θα πρέπει έτσι ν’ αναγκαστούμε να φανταστούμε τη μορφή τους και τη μικρή ιστορία τους και κάποιες λίγες αναμνήσεις για να μπορεί κανείς και πάλι να τους κατοικήσει. Αγαπώ, ακόμη ακόμη, και τον θάνατο, αυτό το είδος θανάτου, γιατί μας αναγκάζει να ζήσουμε.

Σήμερα το πρωί είμαστε δυο αυτοί που βλέπουμε την κίνηση των φύλλων, το κυκλικό μουρμουρητό προσώπων που πρώτοι φεύγουν για δουλειά· Δυο αυτοί που κοιτάζουν το ασαφές σε όλα όσα, ξένα, υπάρχουν και που μας περιβάλλουν κι ορίζουν με τον τρόπο τους ξένους κι εμάς. Μονάχα ο εύθραυστος χρόνος αναψυχής της φαντασίας μπόρεσε να συσχετίσει μια μέρα τόσα σκόρπια δεδομένα και να χτίσει πάνω στον χαώδες σωρό από τα απομεινάρια τους μια επίφαση επίγνωσης. Μας τύφλωσε η αλαζονική επιμονή να επινοούμε ιστορίες, να αποδίδουμε νόημα. Δεν ξέραμε να δούμε παρά μονάχα το φως ή, ακόμη περισσότερο, το φωτισμένο. Δεν σταθήκαμε ποτέ να νιώσουμε τα μάτια, την καθημερινή αίσθηση του να βρίσκονται πάντα στη θέση τους που τίποτα δεν δίνει, αλλά όλα τα δέχεται, σαν ένα χάρισμα. Γίναμε ένα (το να κοιτάζεις διαχωρίζει). Νιώσαμε οίκτο για το ισχνό σπουργίτι, τον μοναχικό πότη, τον έρημο κήπο στη βροχή κάτω από το παράθυρό μας. Η μέρα έρχεται τώρα ώς εμάς σαν παρουσία καθιερωμένη και ο αέρας που με χτυπά μαρτυρά πως στη σκοτεινή σιωπή από τα βήματά μου σήμερα είμαστε επιτέλους δυο· εγώ, εσύ, ποτέ εμείς, ούτε η ανεπαίσθητη συνενοχή του, μορφή εσύ αναγνωρίσιμη, στο όνομα της οποίας πορεύομαι.

ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Μια νέα μέρα ξεκινά και δεν γνωρίζει σχεδόν ο ένας τον άλλο, κάνει κρύο και κανείς δεν έμαθε ποτέ τη θέρμη της, το παραλήρημά της, τον έξω αέρα μες στον οποίο διαλύονται τα ποδοβολητά άλογων τη νύχτα, τον διαυγή πόθο, τον τόσο κοπιαστικό αγώνα που έπεται, όσο αναιρούσαν τον έρωτα, την καθημερινή προσπάθεια, τον αβέβαιο χώρο μες στον οποίο επιζούν, μνήμη μόνο, τον παλμό, τον φόβο, την υποτροπή κάθε ξημέρωμα. Και δεν ξέρουν γιατί, δεν αναρωτιούνται, το ρολόι σημαίνει άλλα σταυροδρόμια, άλλους θανάτους πιο προσιτούς μες στην ψευδαίσθησή τους, δεν είναι ο μόχθος, μα μια θλιβερή σιωπή αυτό που τους τυλίγει όταν ξυπνούν και άβολα αγκαλιάζονται στη γύμνια της αγρύπνιας, χαϊδεύονται, μιλούν. Η ηδονή κρατά ακόμα κάτι από φως.

[Από τη συλλογή Η εγγύτητα της σιωπής (La proximidad del silencio, 1981).

⸙⸙⸙

ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΑ

Ι.

Ποτέ δεν θέλησα να είμαι ελεύθερος, παρά μιλούσα μόνο
για μια συγκεχυμένη ελευθερία. Γνωρίζω,
μόλις και μετά βίας, την αιφνίδια άβυσσο
που χωρίζει ένα καταφύγιο στο χρώμα τ’ ουρανού
από αυτόν εδώ τον ουρανό που με σκεπάζει με την αδιαφορία του,
δείχνοντας τα μονοπάτια ανοιχτά μπροστά μου.
Και σήμερα, πρώτη Απρίλη, κάτω απ’ το φως μιας φιλικής σχεδόν αυγής
αφήνω το σπίτι και την πόλη μου, τα βιβλία
που τόσο αγάπησα, τους δρόμους, τους κήπους
και το ξένο σώμα στο οποίο αναζήτησα την εικόνα μου
δίχως να ξέρω καλά καλά τι κάνω.
Τίποτα δεν μένει πίσω που να υποδηλώνει κάποιο δέσιμο,
λίγα απομεινάρια μνήμης μόνο,
ένα αόριστο άρωμα, μια δόση
παράλογης νοσταλγίας που εμφανίζεται
όταν ο πόθος προσπαθεί να χτίσει
πάνω σε σύνορα αβέβαια. Σήμερα το πρωί
καθώς, με μια ελαφριά κούραση, πετώ μέσα στα σύννεφα
βλέπω επιτέλους ανάμεσα από τις σχισμές τους το μπλε του ωκεανού,
την τρομερή διαύγεια του αέρα
και ξέρω ότι είμαι ελεύθερος, ότι
δεν κατοικώ κανέναν πια, ότι η νύχτα
είναι βαθιά και είναι δική μου.

ΙΙ.

Φαντάζομαι πως το να είναι κανείς ελεύθερος σημαίνει να είναι μόνος,
να δέχεται τη βία με την οποία η νύχτα πέφτει,
δίχως άλλη συντροφιά παρά αυτή της νύχτας.
Κανείς δεν εξαρτάται τώρα από μένα. Δεν κάνω σχέδια.
Ούτε για την αιωνιότητα δεν είμαι σίγουρος,
τουλάχιστον όμως γνωρίζω τους περιορισμούς μου.
Ξέρω όσα αγάπησα ή όσα υποκρινόμουν ότι αγάπησα
χειραγωγώντας καμιά φορά τη μνήμη μου.
Και να ʼμαι καθισμένος τώρα εδώ να περιμένω το ποτό μου
ανάμεσα σ’ άγνωστα πρόσωπα που αγνοούν την ύπαρξή μου.
Ακούω τις ακατάληπτες κουβέντες των θαμώνων
και διακρίνω καθαρά έναν μικρό σκίουρο μέσα από το παράθυρο.
Παίζει στο πάρκο με το χιόνι και δεν του περνά απ’ το νου
πως είναι Απρίλης και κάνει κρύο.
Το φως γλιστρά πάνω στα μάτια του σαν
τις σταγόνες της βροχής. Άνοιξε την πόρτα σου –λέει,
και μην κρύβεσαι στο σκοτάδι.
Ένας ψεύτικος ήλιος που τρεμοπαίζει πάνω στο θερμοκήπιο
βάφει μαβιά πόθους και πασχαλιές.
Χαιρετώ ανόρεχτα ένα μοναχικό δέντρο.
Είναι ακατάλληλοι καιροί για τρυφερότητα.

III.

Είναι ακατάλληλοι καιροί για τρυφερότητα.
Ξέχνα την παράλογη διαδοχή της μέρας με τη νύχτα.
Μείνε πλάι μου. Μη φοβάσαι.
Θα δεις ότι, τελικά, δεν υπάρχει κανένα μυστήριο,
το πώς ή το πού αρχίζει, μετά το καλλώπισμα,
αυτός ο μονόλογος σκιών που ονομάζουμε ποίημα.
Εγώ, που τόσο έγραψα γι’ αυτά που δεν γνωρίζω,
δεν προσπαθώ να καταλάβω πια. Άκου,
το να ζεις συνίσταται στο να θάβεις τον θάνατο
κι αυτές οι παλιές ιστορίες, όπως είπε ο γέροντας,
μοιάζουν τόσο η μία με την άλλη.
Εσύ, γερο-καθηγητή, που τίποτα δεν έχεις εκτός από τον πόθο σου,
άσε τον φόβο στην άκρη. Κανείς δεν σε κοιτά.
Ο κόσμος είναι κάτι ξένο, ακόμα κι αν η ζωή σου βρίσκεται
γυμνή και μόνη μες σε βιτρίνες.
Τίποτα απ’ όσα λένε δεν είσαι εσύ. Έλα κοντά μου.
Ας βαδίσουμε μαζί ετούτο το ξημέρωμα.
Δεν υπάρχουν αφιλόξενα μέρη. Ο ουρανός
μονάχα αλλάζει χρώμα κι είναι γλυκός και μας τυλίγει προστατευτικά
κι υπάρχουν τόσα καινούργια πράγματα να μάθεις.

[Από τη συλλογή Tabula rasa (1985).]

⸙⸙⸙

Ο Jenaro Talens (Tαρίφα, Κάδιθ, 1946) είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και καθηγητής πανεπιστημίου. Συμπεριλαμβάνεται στους εκπροσώπους της λεγόμενης «Γενιάς του ’70» ή «Γενιά της Γλώσσας», έχοντας αναπτύξει ένα ευρύ ποιητικό έργο. Σ’ αυτό, ο ποιητής αξιοποιεί τις φιλολογικές του γνώσεις προκειμένου να δημιουργήσει μια «μετα-ποίηση», μια ρητορική της γλώσσας, που προσεγγίζει τις μεταμοντέρνες έννοιες της υποκειμενικής ποίησης.

Κύλιση στην κορυφή