Όποιος συνήθιζε να τριγυρνά στην εντός των τειχών πόλη στα τέλη της δεκαετίας του ʼ90, θα θυμάται σίγουρα έναν ηλικιωμένο κύριο, πολύ ντελικάτο, μ’ ένα παλιό αλλά καλοραμμένο σκούρο κοστούμι και κάτι στρογγυλά γυαλιά με λεπτό μεταλλικό σκελετό να κάνει τη βόλτα του ή να κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα συγκεκριμένο καφενείο κοντά στη νεκρή ζώνη και να καπνίζει χαζεύοντας αδιάφορα τους περαστικούς. Όσοι πάλι σύχναζαν στου «Φώτη», ένα από τα φτηνά μπαρ της οδού Γερμανού Πατρών, εκεί που μαζεύονταν τα παιδιά της λαϊκής τάξης τα βράδια της Παρασκευή για να εκτονωθούν, δεν γινόταν να μην τον προσέξουν· ακουμπισμένος σε μια άκρη της μπάρας μ’ ένα κόκκινο σατέν φόρεμα και μια ξανθή περούκα κατέβαζε το κονιάκ του γουλιά, γουλιά. Ήταν ο γνωστός σε όλους Αντρέ, κατά κόσμο Ανδρέας Κυριακίδης, γόνος παλιάς οικογένειας δικηγόρων κι ένας από τους πρώτους τραβεστί της Λευκωσίας
Η καθημερινότητά του κυλούσε ήσυχα και αργά. Λιγοστοί φίλοι, κι αυτοί περιστασιακοί. Ελάχιστες προσδοκίες· καθόλου εκπλήξεις. Αυτό είναι και ένα από τα λίγα πλεονεκτήματα —ίσως και το μοναδικό— του να έχεις φάει τη ζωή με το κουτάλι και τώρα να γερνάς μόνος χωρίς σκέψη ή ανησυχία καμιά, για τον απλό λόγο ότι δεν έχεις πια ούτε μπροστά σου ούτε πίσω σου. Αυτά σκεφτόταν κάθε βράδυ ο Αντρέ, την ώρα που στολιζόταν για να πάει στο συνηθισμένο του στέκι, ξέροντας πως κανείς δεν θα γυρνούσε να τον κοιτάξει, αλλά σίγουρος πως, αν αυτό το βράδυ έμελλε να είναι το τελευταίο του, θα έφευγε ωραίος και αξιοπρεπής, με το φόρεμά του καλοσιδερωμένο, τα μαλλιά όλα στη θέση τους και το κραγιόν του άθικτο.
Κανείς εκτός βέβαια από τη Ντόινα. Εκείνη θα έτρεχε να τον αγκαλιάσει, μόλις τον έβλεπε στην πόρτα, θα του έφερνε το ποτό του, θα κάπνιζαν το πρώτο τσιγάρο της βραδιάς μαζί. Καλή κοπέλα· λίγο αφελής, αλλά καλή. Και όμορφη — άγγελος σωστός. Την ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή που την είδε, πριν ακόμη ακούσει την ιστορία του και πριν του πει τη δική της. Είχε μεγαλώσει σ’ ένα χωριό κοντά στο Μπρασόβ, στην καρδιά της Ρουμανίας. Τον πατέρα της δεν τον γνώρισε, τη μητέρα της την έχασε στα δεκαέξι. Έφυγε το ʼ89, είκοσι χρονών, μόλις έπεσε το καθεστώς του Τσαουσέσκου. Σκοτεινές εποχές. Άγριες. Κατέβηκε πρώτα στην Ελλάδα· δούλεψε τρία χρόνια σ’ ένα μπαρ στη Λάρισα. Ύστερα άκουσε από κάτι συμπατριώτισσές της ότι τα λεφτά στην Κύπρο ήταν καλύτερα κι ότι δεν έκανε σχεδόν καθόλου κρύο. Έπειτα, θα μπορούσε να βρει και σύζυγο. Οι άντρες εδώ είναι ρομαντικοί· ερωτεύονται κορίτσια σαν εκείνη. «Μέχρι στιγμής πάντως, τζίφος», συμπλήρωνε χαμογελώντας. «Λοιπόν, αν δεν βρεις άντρα μέχρι τα Χριστούγεννα, θα σε παντρευτώ εγώ και θα σε κάνω και κληρονόμο μου», της είχε πει μια φορά και σκάσανε και οι δύο στα γέλια. Από τότε έγινε το αστείο τους. Κάθε τόσο τον ρωτούσε «πότε θα με παντρευτείς; Δεν πιστεύω να μετάνιωσες». Αυτός γελούσε. «Θα κάθεσαι να ακούς τις ιστορίες μου, αν γίνεις γυναίκα μου»; «Εννοείται! Το ξέρεις πως τρελαίνομαι για τις ιστορίες σου», απαντούσε εκείνη.
Δεν έλεγε ψέματα· η Ντόινα λάτρευε τις ιστορίες, και ο Αντρέ ήξερε να τις λέει ωραία· με μια φωνή βραχνή από τα χρόνια και τις καταχρήσεις, αλλά σταθερή και βαθειά που της ξυπνούσε μια γλυκιά νοσταλγία και ένα αίσθημα ασφάλειας που έμοιαζε πια πολύ μακρινό. Και δεν του χρειαζόταν ιδιαίτερη ενθάρρυνση. Μια μικρή νύξη ήταν αρκετή για να αρχίσει να ξετυλίγει το κουβάρι της μνήμης του.
❧
Ο πατέρας μου είχε μόλις μάθει από κάτι καλοθελητές για τις «ανάρμοστες συναναστροφές» μου στην Αθήνα και μου έστειλε τελεσίγραφο: «παράτα ό,τι κάνεις και γύρνα Κύπρο τώρα, αλλιώς σε αποκληρώνω και πεθαίνεις άφραγκος μέσα στους δρόμους σαν το σκυλί, κακομοίρη μου». Ήξερα πως το εννοούσε· σκληρός άνθρωπος ο πατέρας μου, αδυσώπητος· πώς λέμε brutal; Αλλά και εγώ αγύριστο κεφάλι. Και αντιδραστικός σε βαθμό κακουργήματος. Αντί να γυρίσω στην Κύπρο λοιπόν, να παντρευτώ μια καλή κοπέλα από σπίτι και να κλείσω τα στόματα, αποφασίζω να ακολουθήσω στην Αίγινα τον Τζον, έναν φωτογράφο της National Geographic που έκανε ένα αφιέρωμα στους ελληνικούς βιότοπους. Με το που φτάνουμε όμως εκεί, τσακωνόμαστε άσχημα· τα παίρνω εγώ —ήμουν και οξύθυμος τότε, εκρηκτικός— τον παρατάω σύξυλο και καταλήγω να γυρίζω το νησί μόνος μου μες στο κατακαλόκαιρο μ’ ένα ποδήλατο κι ένα ξεκούμπωτο θαλασσί πουκάμισο που κυμάτιζε σαν τη σημαία στον αέρα.
Τότε ήταν λοιπόν που γνώρισα ένα παιδί απ’ την Αθήνα, τον Γιώργο, συνομήλικό μου πάνω κάτω, ψηλόλιγνο, μελαχρινό με κάτι απίστευτα πράσινα μάτια που έλαμπαν καθώς μιλούσε. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, αλλά εκείνος είχε τελειώσει τη Φιλοσοφική και τώρα έκανε το μεταπτυχιακό του στην Αγγλία. Τον ενδιέφερε πολύ η ιστορία και η πολιτική, αλλά το κρυφό πάθος του ήταν η ποίηση και ήθελε να γίνει ποιητής. Μου ξεκαθάρισε απ’ την αρχή ότι δεν ήταν γκέι· αγαπούσε τα κορίτσια και πολύ μάλιστα, αλλά ήταν ανοικτός στις προκλήσεις και του άρεσε να πειραματίζεται στον έρωτα. «Τότε, μη με κοιτάς στα μάτια», του έλεγα· «θα σ’ ερωτευτώ και θα υποφέρω». Εκείνος έβαζε τα γέλια. Κάλυπτε για μια στιγμή το πρόσωπό του με τα χέρια παιχνιδιάρικα κ’ ύστερα συνέχιζε να με καρφώνει αμείλικτα μέσα στα μάτια με τις ματάρες του.
Περάσαμε μαζί ένα αξέχαστο καλοκαίρι κολυμπώντας, τρώγοντας και συζητώντας ατέλειωτα ως το πρωί. Μιλούσε με ενθουσιασμό για την Ένωση Κέντρου και τον Γεώργιο Παπανδρέου που σύντομα θα γινόταν πρωθυπουργός, δεν συμπαθούσε καθόλου τον Μακμίλαν και τη βρετανική κυβέρνηση των συντηρητικών, ενώ δεν έκρυβε και την ανησυχία του για τις πρόσφατες εξελίξεις στην Κύπρο· ήταν προφανές πως αυτή η νεότευκτη δημοκρατία ήταν υπερβολικά εύθραυστη και ήταν δύσκολο να έχει μέλλον.
Γύρω στα τέλη του Αυγούστου, έφτασε η ώρα οι δρόμοι μας να χωρίσουν. Το τελευταίο μας βράδυ μαζί ο Γιώργος μου χάρισε ένα αντίγραφο της πρώτης του ποιητικής συλλογής που ήλπιζε σύντομα να μπορέσει να εκδώσει. Τριάντα τρία ποιήματα —όσα και τα χρόνια του Χριστού— γραμμένα στη γραφομηχανή και διακοσμημένα στο χέρι με αρχιγράμματα. Τα περισσότερα μιλούσαν για τον έρωτα και τον θάνατο και πρόσεξα με έκπληξη —και με συγκίνηση μεγάλη μπορώ να πω— πως ένα απ’ αυτά ήταν αφιερωμένο σ’ εμένα: «στον φίλο Α.Κ. για τις μέρες και τις νύχτες της Αίγινας». Δεν τον ξαναείδα από τότε ούτε και θέλησα να τον ψάξω. Τα ποιήματά του όμως τα κράτησα σαν φυλαχτό και σκέφτομαι καμιά φορά πως, αν τύχαινε ποτέ να ξανανταμώσουμε, θα του τα έδειχνα. Σκέψου πόσο θα χαιρόταν βλέποντας πως ο φίλος του ο Α. Κ. τα είχε ακόμη μετά από τόσα χρόνια.
Όσο για τον πατέρα μου, ο θεός μακαρίσει τον, το ’πε και το ’κανε: με αποκλήρωσε κανονικά και με τον νόμο και τα ʼγράψε όλα —γραφείο, καταθέσεις, ακίνητα σε όλη τη Λευκωσία— στους γιους του αδελφού του, που ήταν λέει άντρες με τα όλα τους. Και δεν με αποκλήρωσε μόνο, με αποκήρυξε κιόλας. Τι να τον έκανε έναν γιο χαραμοφάη και ξετσίπωτο, που παράτησε τη νομική για να ασχοληθεί με το θέατρο, και που κυκλοφορούσε κάθε βράδυ μες στην πόλη με τα δωδεκάποντα και τον έκανε ρεζίλι;
Οι φίλοι μου τον πρώτο καιρό με στήριξαν. Πίστευαν βλέπεις ότι αργά ή γρήγορα θα το μετάνιωνε ο γέρο Κυριακίδης και θα με δεχόταν πίσω. Τι στο καλό, ένα παιδί είχε όλο κι όλο, μονάκριβο. Αμ δε! Ιδέα δεν είχαν πόσο σκληρό καρύδι ήταν ο πατέρας μου. Μόνο εγώ τον ήξερα και απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη και ήμουν σίγουρος απ’ την αρχή πως γνώμη δεν θα άλλαζε. Όταν το κατάλαβαν και οι άλλοι, φρόντισαν να λάβουν τα μέτρα τους, να κρατήσουν τις σωστές αποστάσεις, μην τυχόν και εκτεθούν και μάλιστα αδίκως. Και κάπως έτσι βρέθηκα μόνος μου χωρίς χρήματα, χωρίς πτυχίο, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ταλέντο στην υποκριτική και χωρίς φίλους. Τι επιλογές μου έμεναν; Αλλά την έζησα τη ζωή μου· την έζησα και με το παραπάνω, παράπονο δεν έχω. Κι όσο ήμουν νέος και περνούσε ακόμη η μπογιά μου, έβγαζα και καλά λεφτά. Ήμουν πολύ ωραίος νέος, ξέρεις· Άδωνι με φώναζαν όλοι τότε. Το Αντρέ προέκυψε μετά, όταν γύρισα στην Κύπρο, αφού πέθανε ο πατέρας μου, και έπιασα δουλειά σ’ ένα μέρος στην οδό Ρηγαίνης —πάνε χρόνια τώρα που έκλεισε— που το είχε ένας Λιβανέζος και λεγόταν Μουλαίν Ρουζ.
❧
Η Ντόινα θα μπορούσε να τον ακούει για ώρες αμίλητη με το κεφάλι ελαφρώς γερμένο και με τα μάτια χαμηλωμένα να της διηγείται κάθε φορά την ίδια αυτή ιστορία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: ίδιος τόνος, ίδιες λέξεις, παύσεις στα ίδια ακριβώς σημεία —σαν να την είχε κάνει πρόβα από μέσα του δεκάδες φορές— και δεν ήξερε πραγματικά να πει αν τα είχε ζήσει όλα αυτά ή αν τα είχε πλάσει μες στο μυαλό του, εμπνευσμένος ίσως από κάποια ταινία που είχε δει ή από βιβλίο. Αλλά, σε τελική ανάλυση, τι σημασία είχε; Ήταν μια ωραία δραματική αφήγηση· ένας θεατρικός μονόλογος με μοναδική ακροάτρια εκείνην. Ο ρόλος ο δικός της δεν ήταν να ερευνήσει την αλήθεια —να πιστέψει ή να μην πιστέψει— ήταν να κρατήσει τη σκηνή ανοιχτή: να ακούει προσεκτικά, να γνέφει, να χαμογελά ανεπαίσθητα στα σωστά σημεία και να αφήνει όλη τη συγκίνηση της στιγμής να πλημμυρίζει το είναι της πέρα για πέρα.
❧
Το βράδυ που η εθνική ποδοσφαίρου της Ελλάδας έπαιρνε το Ευρωπαϊκό, ο Αντρέ βρέθηκε μαχαιρωμένος και πεσμένος μπρούμυτα μέσα σε μία λίμνη αίματος σ’ ένα σκοτεινό δρομάκι κοντά στην Πύλη Πάφου. Οι περαστικοί που τον εντόπισαν, τον αναγνώρισαν από το εντυπωσιακό κόκκινο φουστάνι του και την ξανθιά περούκα. Η αστυνομία απέκλεισε αμέσως τη σκηνή, έκανε διεξοδική έρευνα και πήρε πολυάριθμες καταθέσεις. Πέρασαν και απ’ το μπαρ που σύχναζε και μίλησαν με το προσωπικό και τους θαμώνες. Και κάτι τύπους που είχαν θεαθεί πολλές φορές να τον πειράζουν και να τον απειλούν, τους κάλεσαν στο τμήμα για ανάκριση. Όμως είχαν όλοι τους άλλοθι τη νύκτα εκείνη: παρακολουθούσαν τον αγώνα παρέα με συγγενείς και φίλους.
Επικεφαλής της υπόθεσης ήταν ένας υπαστυνόμος Βαρνάβας του ΤΑΕ Λευκωσίας, γύρω στα σαρανταπέντε, καχεκτικός, αλλά πολύ μούτρο λέγανε όλοι, που φαινόταν να το έχει πάρει πολύ ζεστά. Έκανε ερωτήσεις κοιτάζοντάς σε ίσια στα μάτια σαν να ήθελε να σε υπνωτίσει ή λες και προσπαθούσε να διεισδύσει με το βλέμμα του στο μυαλό σου και να διαβάσει τις σκέψεις σου. Αυτός λοιπόν συνέχισε να πηγαίνει στο μπαρ για αρκετό καιρό αφότου οι έρευνες σταμάτησαν. Στεκόταν σε μια άκρη μπροστά στη μπάρα, εκεί που κάποτε ήταν η θέση του Αντρέ, έπινε ήσυχα ένα δυο ποτά κοιτάζοντας ερευνητικά τον κόσμο γύρω του και κάθε τόσο άνοιγε ένα μαύρο μπλοκάκι που είχε πάντα στην τσέπη του και κρατούσε σημειώσεις.
Άκρη πάντως δεν έβγαλε ούτε ο Βαρνάβας ούτε κανένας άλλος και ο Αντρέ δεν άργησε να ξεχαστεί. Όταν λίγους μήνες αργότερα, η Ντόινα βρήκε επιτέλους το κουράγιο να μπει στο μικρό διαμέρισμα όπου έμενε, για να μαζέψει τα λιγοστά του πράγματα —τα ρούχα του, μερικά ζευγάρια φθαρμένες γόβες και κάποια βιβλία— βρήκε στη ντουλάπα του, μέσα σε ένα στενό μυστικό χώρισμα που το κάλυπτε ένα λεπτό φύλλο ξύλου, μια δερμάτινη τσάντα γεμάτη χαρτιά που μύριζαν ναφθαλίνη. Την άνοιξε και της πήρε μέρες να τα ξεχωρίσει και να τα οργανώσει. Τα περισσότερα ήταν φωτογραφίες και γράμματα φίλων και εραστών. Υπήρχαν και κάποια κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων, δυο παλιά τεύχη του National Geographic, πολλές αποδείξεις, ένα πρόγραμμα από μια παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής, ένα εισιτήριο τρένου Βρυξέλλες-Γάνδη μετ’ επιστροφής. Και κάτω απ’ όλο αυτό το χαρτολόι, βρίσκονταν μερικές σελίδες με δακτυλογραφημένα ποιήματα τακτοποιημένες προσεχτικά μέσα σ’ ένα λεπτό καφέ ντοσιέ που απ’ έξω έγραφε με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα «Μη με κοιτάς στα μάτια – Αίγινα 1963».

