Αναχαίτιση 1: Η γραφική παράδοση
Στη δεκαετία του 1970 ομολογουμένως καταγράφηκε η σημαντικότερη αν όχι η μοναδική, συντονισμένη προσπάθεια διατήρησης στη νεότερη και σύγχρονη εθνική οικοδομική ιστορία. Τα λαμπρά παραδείγματα των οικισμών του ΕΟΤ (Ζαγοροχώρια, Σαντορίνη, Πήλιο, κ.ά.) αποτέλεσαν παραδείγματα αποκατάστασης αλλά και πολύ καλές πρακτικές που βραβεύθηκαν διεθνώς και ανέδειξαν μια γενιά αρχιτεκτόνων-αναστηλωτών που κατόπιν, εξαιτίας κυρίως των εκκλησιαστικών και κάποιων μουσειακών έργων που ακολούθησαν, απέκτησαν φήμη και πλούσιο portfolio.
Η διατήρηση που προωθήθηκε από το κράτος, ιδίως με τους μορφολογικούς κανόνες (τα «διατάγματα»), επηρέασε αναπόφευκτα –όπως όφειλε– μια σειρά έργων που όμως μετέφεραν την παράδοση ως εικόνα, φαινομενικά αναλλοίωτη. Αυτό επέφερε τελικά αλλοίωση στην ίδια την παράδοση (ο σοβάς ήταν παντού μη παραδοσιακός έναντι της εμφανούς λιθοδομής), εσφαλμένες αντιλήψεις που παγίωσαν μια σειρά νοσηρές γραφειοκρατικές διαδικασίες («η αρχαιολογία δεν πρόκειται να το ‘περάσει’») και αρχιτεκτονικά (sic) τρικ (επενδεδυμένα πλαστικά κουφώματα με ξύλο).
Η μυθολογία των διαταγμάτων δημιούργησε το φοβικό σύνδρομο της επέμβασης σε παραδοσιακά φορτισμένους οικισμούς, που σε συνδυασμό με ημιμαθείς δημόσιους λειτουργούς και επιτήδειους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων εκτόξευσε το κόστος, περιέπλεξε τη γραφειοκρατία και απομείωσε την αρχιτεκτονική δημιουργία –τη «στέγνωσε». Ως αποτέλεσμα οι οικισμοί αυτοί εμφανίστηκαν στην καλύτερη περίπτωση άρτιοι, απογυμνωμένοι από τη γραφική ακανονιστία, τη χρονική διαστρωμάτωση και τη χειρωνακτική ατέλεια (π.χ. Συρράκο Ηπείρου). Εμφανίστηκαν, επίσης, μονοπρογραμματικοί, σαν ξενοδοχειακά θεματικά πάρκα.
Τα παραπάνω δύο χαρακτηριστικά είναι οξύμωρα προς τη φύση της παράδοσης. Η παράδοση αποτελεί παλίμψηστο φάσεων. Παρήχθη και αξιολογήθηκε ως διατηρητέα εξαιτίας ενός πλούσιου πολυπρογραμματικού περιβάλλοντος. Σε αυτό συνυπήρχαν κατοικία και χώρος εργασίας, άνθρωποι και ζώα, χαρά και λύπη, έλλειψη και αφθονία –στοιχεία που όλα αντανακλούσαν στον χώρο και στις εκφράσεις του. Η έλλειψη προγραμματικής ποικιλίας και η «αποστεωμένη» μορφολογία παρουσιάζει τελικά ένα αποσπασμένο ιδανικό μέλος που διεκδικεί μια τελειότητα που ουδέποτε είχε.
Αναχαίτιση 2: Η εκσυγχρονισμένη παράδοση
Τη δεκαετία του 1970 οπωσδήποτε η μέριμνα για το περιβάλλον ήταν μικρή. Οι «οικολόγοι» αποτελούσαν γραφικές φιγούρες ή μειοψηφίες που αντιτίθεντο σε διάφορα σχέδια κατασπατάλησης του περιβάλλοντος. Οι θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, σαφώς ηπιότερες, αντιμετωπίζονταν, τουλάχιστον το καλοκαίρι, με την εσωτερική μετανάστευση σε βουνά και θάλασσες με καλύτερο κλίμα.
Οι κρατικές και έπειτα οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες διατήρησης και ανάδειξης της παράδοσης του 1970 και 1980 δεν απασχολήθηκαν από το ενεργειακό ζήτημα. Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες όμως, αφενός οι ανακαινίσεις της μοντέρνας Αθήνας, αφετέρου δε η ευρεία ανοικοδόμηση των νησιών για τη μετατροπή τους σε ένα μεγάλο διάσπαρτο ξενοδοχείο, απαίτησαν και απέκτησαν περιβαλλοντικό περιτύλιγμα ελέω προγραμμάτων χρηματοδότησης. Και πάλι, οι εφορείες αρχαιοτήτων και τα συμβούλια αρχιτεκτονικής απώλεσαν την ευκαιρία να διατυπώσουν έναν άρτιο οδικό χάρτη διατήρησης της παράδοσης.
Στα «νεομοντέρνα» σπίτια στις Κυκλάδες επί παραδείγματι, η αφαίρεση εμφανίστηκε ως στυλ, ενώ στα πρότυπά τους δεν είναι αυτόνομη, συνδέεται με την κλίμακα, καθώς η λιτότητα των μορφών σχετίζεται άμεσα με την οικονομία του μεγέθους, και έχει λιγοστά «κομφόρ». Η αφαίρεση είναι λιτότητα εν γένει και μια τέτοια καλή ανάγνωση έκαναν τα Ξενοδοχεία Ξενία αλλά και άλλα ξενοδοχεία της δεκαετίας του 1970, παρότι σε αυτά κατέλυαν συχνά διάσημοι και ευκατάστατοι άνθρωποι που δεν στερούνταν μέσων.
Η passepartout θερμοπρόσοψη, τα παχιά κουφώματα, τα γενναία κλιματιστικά μηχανήματα και οι ιδιωτικές πισίνες αποκλίνουν τελείως από την παράδοση καθώς η ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική πριμοδοτεί τη σχέση με το ύπαιθρο, ελεγχόμενη μέσω μεταβατικών χώρων και έχει άμεση ή ισχνά ορισμένη σχέση με το περιβάλλον (δεν υπάρχει παραδοσιακό με ψηλό περιτείχισμα).
Η πριμοδότηση των υπόσκαφων κατασκευών επεξέτεινε την απόκλιση από την παράδοση, που είναι πρωτίστως σχέση με το συγκείμενο (context), καθώς το υπόσκαφο, φύσει συνδεδεμένο με το υλικό του εδάφους που σκάβεται και ευσταθεί (π.χ. θηραϊκή γη), εμφανίστηκε ως μπετονένιο bunker, καλυμμένο με τόνους χώματος – ακόμα και στις ακτές του Ιονίου…
Στις νεομοντέρνες ανακαινίσιες διαμερισμάτων της Αθήνας, εξίσου παράδοση με τα μονόχωρα των Κυκλάδων, η θερμοπρόσοψη κατέστρεψε το χαμηλό ανάγλυφο του αρτιφισιέλ ενώ οι νέες, αυτόματα ανοιγοκλειόμενες πέργολες προσέθεσαν οπτικό βάρος στα υπαίθρια μπαλκόνια των ρετιρέ –όποτε αυτά δεν κλείστηκαν τελείως. Οι κρατικές πολιτικές των τακτοποιήσεων απάλειψαν τους ενδιάμεσους χώρους μετατρέποντας τη ζωή στην πόλη σε αποκλειστικά εσωτερική εμπειρία, βορά στο Netflix. Ομολογουμένως ο υπερπληθυσμός και η πυκνότητα, η αναρχία και η θορυβώδης ζωή δεν συγκροτούν το ιδανικό μητροπολιτικό περιβάλλον των 60s, όπως καταγράφεται στις φωτογραφίες του Χαρισιάδη.
Όλα τα παραπάνω αλλοίωσαν, αφενός, την κλίμακα των δομών στο τοπίο και τελικά συνολικά το τοπίο. Αφετέρου, μετέφεραν την παράδοση ως εσωτερική εμπειρία –μια αντίληψη ξένη προς τον ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος σχετίζεται άρρηκτα με τη γεωγραφία, το φως και τη θέα.
Πρόταση: Μια δίκαιη ελληνική επαρχία
Η εκβιασμένη γραφικότητα παρήγαγε περιβάλλοντα «παγωμένα» άνευ προγραμματικής ποικιλίας και ο «ενεργειακός» εκσυγχρονισμός διέλυσε κάθε ίχνος επαφής με το περιβάλλον, ειδωμένο τόσο ως context όσο και ως κλίμα. Οι τουριστικές περιοχές επωφελήθηκαν αλλά και αυτό είναι συγκυριακό διότι οτιδήποτε αποσπασμένο μπορεί να κατασκευαστεί και αλλού, όπως στις ακτές της Τουρκίας ή εσχάτως στις ακτές της Αλβανίας. Η ίδια η ιδέα της Μεσογείου ως κοινού τόπου είναι εξάλλου μια κατασκευή.
Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμη μια εφεδρεία για την ανάγνωση της ελληνικής παράδοσης σήμερα. Τα πραγματικά παραδοσιακά μέρη δεν είναι καθόλου ή είναι ελάχιστα φωτογραφισμένα –αυτό τα έσωσε. Ούτε άμεσα τουριστικά. Απορρόφησαν ένα ποσοστό εκσυγχρονισμού (άλλαξαν φερ’ ειπείν τα κουφώματά τους) και διατήρησαν μια ποσότητα παραδοσιακών στοιχείων, αυτά τα οποία οι ντόπιοι δεν είχαν χρήματα να αντικαταστήσουν. Αυτό το μαγικό μείγμα εντοπίζεται σε χωριά όπως το Λιδωρίκι, ο Άγιος Βλάσιος Αιτωλοακαρνανίας, τα χωριά της Ζίτσας στην Ήπειρο και αλλού.
Τα μέρη αυτά μας επιτρέπουν να συγκροτήσουμε το ελληνικό Learning from the Countryside, που δεν αποτέλεσε μέχρι ώρας τουριστικό προϊόν, αφού ανήκει στην από μέσα χώρα. Διαθέτει ακόμα προγραμματική ποικιλία και αυθεντικά πρότυπα κατοικίας-εργασίας, πάσχει βεβαίως και αυτό από την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την αστυφιλία.
Το τυπολόγιο που μπορεί να εξαχθεί από αυτή την ελληνική επαρχία μπορεί να περιλάβει τις κατοικίες με την προοδευτική τους οικοδόμηση, τους μεταβατικούς χώρους τους, και τις προσθήκες τους, είτε αυθαίρετες είτε όχι. Μπορεί να περιλάβει όμως και τα αγροτικά κτίσματα που εξυπηρετούν τις αγροτικές και κτηνοτροφικές ανάγκες. Επίσης τις υποδομές του αγροτικού τοπίου, διώρυγες, αντλιοστάσια, θυροφράγματα αλλά και το ίδιο το σχήμα του κάμπου, τον διαχωρισμό των ιδιοκτησιών, τα σχήματα των περιβολιών και των εναλλάξιμων εκτατικών καλλιεργειών.
Στα παραπάνω συνυπάρχει η χειρωναξία με πρώιμες και σύγχρονες μηχανές, η επινοητικότητα με το βιομηχανικό προϊόν, η προφορική γνώση με την αναζήτηση στο google, το ελληνικό και το «εισαγόμενο». Το σεμέν με το λάπτοπ. Συνυπάρχουν λειτουργικά αλλά και αισθητικά σε ένα δίκαιο ηλικιακά, οικονομικά, κοινωνικά, τεχνολογικά, μείγμα, ως μια σύνθεση.
Το κυριότερο στοιχείο που μπορεί να ενσταλαχτεί από τη δίκαιη ελληνική επαρχία είναι η συντεθειμένη ατέλεια έναντι της ασύνθετης τελειότητας, που χαρακτηρίζει τις δύο παραπάνω αναχαιτίσεις. Αυτό είναι και το διαχρονικό δίδαγμα της ελληνικής παράδοσης, που υπερβαίνει στυλ και εποχές.
⸙⸙⸙
[Ο Ανδρέας Νικολοβγένης είναι Αρχιτέκτων, Επίκουρος Καθηγητής Αρχιτεκτονικού και Αστικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.]

